Αποπλάνηση στο γραφείο

Δημοσιεύθηκε από Κίρκη
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (2 Votes)

Υπόθεση: Οι φαντασιώσεις της την οδήγησαν στο γραφείο του, όπου...

Δευτέρα απόγευμα. Όπως όλος ο κόσμος έτσι κι εγώ απεχθάνομαι τις Δευτέρες. Ο καιρός ήταν μουντός στην Αθήνα και ένα κρύο αεράκι με είχε καθηλώσει στο κρεβάτι να χουζουρεύω κάτω απ τα σεντόνια. Ξαπλωμένη και ολότελα χαλαρωμένη είχα τεντώσει το σώμα μου στα μαξιλάρια και άκουγα την ησυχία που επικρατούσε. Απαλά και ερευνητικά άρχισα να περνάω τα χέρια μου στο κορμί μου. Το ένιωθα ζεστό και απαλό κάτω απ το νυχτικό μου. Άρχισα να χαϊδεύω το στήθος μου με απαλές κινήσεις. Πάντα με μάγευε το πώς ζωντάνευαν οι ρώγες μου κάτω απ το άγγιγμα. Το απαλό ροζ δέρμα έπαιρνε μια πιο ροδαλή απόχρωση και παλλόταν κάτω απ τα δάχτυλα ενώ μια ανατριχίλα με συντάραζε ολόκληρη. Σκέφτηκα πόσο θα ήθελα να ήσουν εκεί μαζί μου εκείνη τη στιγμή.

Να ήταν το δικό σου χέρι εκείνο που θα με αναστάτωνε. Κατέβασα το χέρι μου στο απαλό δέρμα της κοιλιάς μου και θαύμασα την αντίθεση των κόκκινων νυχιών μου, επάνω στην ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα. Σε λίγο τα δάχτυλα μου κατέβηκαν χαμηλότερα κι άρχισαν να τρίβουν απαλά πότε τους μηρούς μου, πότε τα απαλά χείλη, πότε την υγρή τρυπούλα μου και πότε την κλειτορίδα μου. Το σώμα μου είχε αρχίσει να ξυπνά και να γίνεται απαιτητικό. Και ξαφνικά αισθάνθηκα μόνη. Ήθελα τη παρουσία σου όσο ποτέ. Κοίταξα το ρολόι και συνειδητοποίησα πως η ώρα που γυρνούσες απείχε υπερβολικά πολύ. Δε μπορούσα να περιμένω.

Πέταξα τα σκεπάσματα από πάνω μου και με μια αποφασιστική κίνηση σηκώθηκα όρθια. Έβγαλα το νυχτικό μου και προχώρησα προς τη ντουλάπα. Διάλεξα εκείνο το μπραζίλ μαύρο κιλοτάκι με τη δαντέλα που τόσο σ’ αρέσει και το ασορτί σουτιέν που λες ότι φτιάχτηκε για το δικό μου και μόνο στήθος. Στη συνέχεια φόρεσα τις μαύρες διχτυωτές κάλτσες που φτάνουν ως τα μισά του μηρού μου και ένα ζευγάρι γόβες. Έριξα μερικές σταγόνες απ το άρωμα που έχεις συνδέσει με μένα στο λαιμό, στους καρπούς και στο στήθος μου και χωρίς να προσθέσω τίποτα άλλο τυλίχτηκα με ένα μακρύ παλτό αφήνοντας ελεύθερα τα καστανόξανθα μαλλιά μου. Ένιωθα επιθυμητή και είχα ήδη αρχίσει να υγραίνομαι στη σκέψη και μόνο των χαδιών σου.

Ούτε και κατάλαβα για πότε έφτασα. Σε όλη τη διαδρομή φανταζόμουν τα φιλιά σου. Ανέβηκα βιαστικά τις σκάλες, προσπέρασα δυο τρεις συναδέλφους σου χωρίς να ρίξω δεύτερη ματιά και κατευθύνθηκα προς τη πόρτα του γραφείου σου. Το όνομα σου φαρδύ πλατύ στη διακριτική ταμπέλα με καλούσε. Άνοιξα τη πόρτα χωρίς να χτυπήσω και με το που πέρασα το κατώφλι γύρισα και με μια αποφασιστική κίνηση κλείδωσα με το κλειδί που βρήκα επάνω στη κλειδαριά. Σήκωσες το κεφάλι σου απ το φάκελο που βρισκόταν μπροστά σου και με κοίταξες με απορία. Έκπληκτος με ρώτησες τι στο καλό έκανα εκεί. Δεν ήξερα τι ακριβώς να σου απαντήσω. Το μοναδικό που μπόρεσα να πω καθώς έλυνα τη ζώνη του παλτού μου ήταν «σε θέλω». Στάθηκα μπροστά σου με τα εσώρουχά μου και με το βλέμμα μου σε καλούσα να πραγματοποιήσεις την επιθυμία μου. Έβλεπα τα μάτια σου να με κοιτούν γεμάτα απορία και έκπληξη. Όχι για πολύ.

Με πλησίασες και βύθισες το πρόσωπο σου στα μαλλιά μου εισπνέοντας δυνατά το άρωμα μου. Πλησίασες το στόμα σου στ’ αυτί μου και με προειδοποίησες πως εκείνη η πόρτα μπορούσε να χτυπήσει ανά πάσα στιγμή. Χωρίς δισταγμό απάντησα πως δε με νοιάζει. Το βλέμμα σου σκοτείνιασε και το χέρι σου άρχισε να χαϊδεύει το λαιμό και το ντεκολτέ μου. Με τράβηξες σταθερά απ το χέρι, κάθισες στη καρέκλα σου και με τράβηξες να κάτσω στα πόδια σου. Άνοιξα τα πόδια μου και ανέβηκα επάνω σου. Την ίδια στιγμή μανιωδώς άρχισες να φιλάς τον λαιμό μου με πάθος και ένταση. Ένιωθα τα καυτά σου χείλη επάνω μου και ήθελα να ουρλιάξω από ηδονή. Σε μια στιγμή ξεκούμπωσες το σουτιέν μου και πήρες το στήθος μου στο στόμα σου. Τσίμπησες τη ρώγα μου και θαύμασες πόσο γρήγορα σκλήρυνε κάτω απ τα δάχτυλα σου. Άρχισες να τη ρουφάς και να τη δαγκώνεις ενώ τα χέρια σου χάιδευαν τους μηρούς μου πάνω απ τις διχτυωτές κάλτσες.

Σύντομα το χέρι σου εξερευνούσε μέσα απ’ το κιλοτάκι μου κι ένιωθα τα δάχτυλα σου να με χαϊδεύουν αργά και αισθησιακά. Ένιωσα το κορμί μου να ανατριχιάζει και να κινείται στο ρυθμό σου. Ένιωθα πως ήμουν υγρή και καυτή για σένα. Σε ένιωθα από κάτω μου να σκληραίνεις όλο και περισσότερο πιέζοντας με πάνω από το ύφασμα του παντελονιού σου. Άρχισα να τρίβομαι επάνω σου κι ένιωθα να γίνομαι ακόμα πιο υγρή όσο περνούσε η ώρα. Δε κράτησε παραπάνω από 5 λεπτά και γρυλίζοντας με ξάπλωσες στο γραφείο σου.

Βρέθηκα ανάμεσα σε φακέλους, ντοσιέ και μολύβια να σε κοιτάζω με το πιο λάγνο βλέμμα που διέθετα. Με μια βιαστική κίνηση ξεκούμπωσες το παντελόνι σου και πέφτοντας επάνω μου μπήκες με δύναμη μέσα μου. Βόγκηξα δυνατά από τον ελαφρύ πόνο της εφόδου σου μα κυρίως από ηδονή. Σε τραβούσα επάνω μου σφίγγοντας τα πόδια μου γύρω σου. Με κάθε ώθηση σου ένιωθα το γραφείο από κάτω μου να τραντάζεται και τα βογγητά μου να αυξάνονται σε ένταση. Έκρυψες το κεφάλι σου στο λαιμό μου, άρπαξες το ένα μου στήθος και με το άλλο χάιδευες απαλά τον πισινό μου ρίχνοντας μου μερικές απαλές ξυλιές ανά διαστήματα. Το κορμί σου με σφυροκοπούσε συνεχώς μέχρι που ακούσαμε την πετούγια της πόρτας να ανεβοκατεβαίνει.

Παγώσαμε κι οι δύο. Προσπαθώντας να βρεις ξανά την ανάσα σου και ξεσφίγγοντας όσο μπορούσες τη γραβάτα σου φώναξες πως θα είσαι διαθέσιμος σε 10 λεπτά. Ακούσαμε τα βήματα να απομακρύνονται και κοιτώντας με στα μάτια ενώ βρισκόσουν ακόμα μέσα μου με σφιγμένα δόντια μου είπες «βλέπεις τι μου κάνεις; Θα μας καταλάβουν γαμώτο». Βγήκες από μέσα μου κι άρχισες να τρίβεσαι επάνω μου. «Το θέλεις;» Με ρώτησες. Απάντησα πως ναι σε ήθελα μέσα μου και πως δε θα έφευγα μέχρι να τελειώσουμε κι οι δυο μας. «Αφού είναι έτσι, εδώ χρειάζονται δραστικά μέτρα» είπες κι έσκυψες στο υγρό μου μουνάκι. Όταν η γλώσσα σου άγγιξε το απαλό μου δέρμα σχεδόν τινάχτηκε ολόκληρο το κορμί μου. Μια στοίβα με φακέλους έπεσε στο πάτωμα αλλά κανείς μας δεν έδωσε σημασία.

Συνέχισες να ρουφάς την κλειτορίδα μου χώνοντας δυο δάχτυλα μέσα μου και κάνοντας με να χτυπιέμαι από ηδονή επάνω στο γραφείο σου. Έσπρωχνα το κεφάλι σου ανάμεσα στα πόδια μου και τα δάχτυλα μου έσφιγγαν τα μαλλιά σου. Συνέχισες να με γλείφεις και να με ρουφάς μέχρι που ένιωσα ολόκληρο το κορμί μου να κάνει καμάρα και να συγκλονίζεται από έναν οργασμό απίστευτα μεθυστικό. Έπεσα αποκαμωμένη επάνω στο γραφείο και προσπαθούσα να βρω την ανάσα μου όσο εσύ φιλούσες το λευκό μου στήθος. Σε ήθελα ακόμα. Ξανά και ξανά.

Σήκωσα το κεφάλι μου και κάρφωσα τα μάτια μου στα δικά σου ψιθυρίζοντας πως σε θέλω μέσα μου. «Τι αχόρταγο που είσαι μωρό μου» είπες ενώ ταυτόχρονα βυθιζόσουν ξανά στο καυτό και υγρό μου μουνάκι. «Θα με τρελάνεις παλιοθήλυκο» βογκούσες στ αυτί μου ενώ οι κινήσεις σου άρχιζαν ξανά να γίνονται απαιτητικές και ανελέητες. Τραβώντας σε από τη γραβάτα κόλλησα τα χείλη μου στα δικά σου κι εσύ ακουμπώντας και τα δυο σου χέρια στο γραφείο άρχισες να κινείσαι όλο και πιο γρήγορα.. Ένιωθα κιόλας να είμαι ξανά ένα βήμα πριν τον οργασμό. «Κοίτα με στα μάτια» σου είπα βογκώντας. «Θέλω να με κοιτάς. Θέλω να τελειώσεις μέσα μου». Κοιτώντας με συνεχώς στα μάτια συνεχίσαμε τις συγχρονισμένες μας κινήσεις μέχρι που το ένιωσα.

Εκείνη η απίστευτη έκρηξη που έκανε το μέσα μου χίλια κομμάτια και έκανε το κορμί μου να τρέμει και να συσπάται. Με το που ένιωσες τις συσπάσεις μου αφέθηκες κι εσύ. Σε κοιτούσα στα μάτια κι έβλεπα τον πόθο και την ηδονή να φτάνουν στο αποκορύφωμα τους και άκουγα τη φωνή σου να λέει τα όνομα μου ξανά και ξανά. Έπεσες επάνω μου και μείναμε για μερικές στιγμές στο μεγάλο γραφείο προσπαθώντας να συνέλθουμε. Το βλέμμα μου έπεσε στο ημερολόγιο σου. Δευτέρα. Από εκείνη τη μέρα οι Δευτέρες θα γίνονταν μόνιμη φαντασίωση μου.

 

(Copyright protected OW ref: 75105)