Καύλες στον κήπο

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Η ιστορία που θα διηγηθώ, έγινε 4 μήνες πριν.

Με τη γυναίκα μου την Έρη, είμαστε 5 χρόνια παντρεμένοι. Μια πολύ όμορφη γυναίκα, μελαχρινή, 1.70, με βυζάρες και όμορφο κώλο. Είναι καθηγήτρια σε λύκειο και γενικά μια καθωσπρέπει γυναίκα. Αποφασίσαμε να πάμε στα πεθερικά μου στο χωριό για ένα τριήμερο.

Είχαμε μέρες να κάνουμε σεξ και το βραδάκι, είχαμε ξαφνικά και οι δυο αρκετές καύλες. Καθόμασταν με τους δικούς της στο μπάρμπεκιου, όπου και τα λέγαμε, αφού είχαμε καιρό να τους δούμε. Η ώρα πέρασε και οι γονείς της πήγαν για ύπνο. Όταν μείναμε μόνοι, άρχισα να την πειράζω ερωτικά λέγοντας της πως έχω ορεξούλες για γαμήσια. Σιγά-σιγά καυλώσαμε και οι δυο και η Έρη σηκώθηκε για να πάμε προς το δωμάτιο.

-    Που πας;

-    Μέσα, μου λέει.

-    Εδω θα σε πηδήξω, έξω στον κήπο για να μην ξυπνήσουμε τους δικούς σου.

-    Τι λες βρε; Εδω έξω θα μας ακούσουν και θα μας δουν από το δρόμο. Τρελάθηκες;

-    Καθόλου…

της λέω, την αρπάζω και αρχίζω να χουφτώνω τα στήθη της. Ανταποκρίθηκε και έβγαλε τη μπλούζα της για να της γλείψω τις καυλωμένες και μεγάλες ρώγες της.

-    Είσαι τρελός. Αν μας δει κανείς θα γίνουμε ρόμπα στο χωριό.

Δεν της απάντησα τίποτε και αμέσως την παίρνω στα χέρια και την ακουμπώ ανάσκελα στο τραπέζι του μπάρμπεκιου. Της κατεβάζω τη φόρμα και το στρινγκάκι που φορούσε και την αρχίζω στο γλειφομούνι. Εν τω μεταξύ, έξω από το σπίτι περνούσαν αυτοκίνητα και μας χτυπούσαν ελαφρά με τα φώτα, χωρίς όμως να είναι εύκολο να μας αντιληφθεί κανείς αν δεν έστρεφε το βλέμμα του προς τα εμάς. Σταματώ κάποια στιγμή το γλειφομούνι και πάω πάνω από το κεφάλι της ενώ αυτή γυρίζει μπρούμυτα να αρχίζει να με τσιμπουκώνει δυνατά.

-    Εσύ είχες αναστολές, της λέω.

-    Τόσο που με έχεις καυλώσει, δεν ξέρω τι κάνω αυτή τη στιγμή πουτσαρά μου…

και συνεχίζει να πιπώνει με μανία. Αφού μου τον έχει κάνει απίστευτα σκληρό , ανεβαίνω στο τραπέζι, κάθεται από πάνω μου με τον κώλο στη μούρη μου και αρχίζει να τρίβει τη μουνάρα της. Είχε ξεφύγει τελείως. Κάπου εκεί τρώω την πρώτη κρυάδα, καθώς ακούω ήχο από το σπίτι. Γυρίζω και ξαφνικά βλέπω στο παραθυράκι της κουζίνας την πεθερά μου να έχει μείνει κάγκελο ( Σοβαρή γυναίκα, που κοιτάζει πάντα το καθώς πρέπει ). Δε με κατάλαβε ότι την πήρα χαμπάρι, αφού τα μάτια μου τα είχα σχεδόν κλειστά από την καύλα. Αφού περνάει μισό λεπτό περίπου, έχω αρχίσει και ηρεμώ στην ιδέα ότι μας είδε η μάνα της, η οποία έχει μισό-κρυφτεί και ελέγχει κάθε λίγο μην ξυπνήσει ο πεθερός μου. Εν τω μεταξύ δεν έχει πάρει χαμπάρι τίποτα η Έρη.

Φεύγει από το πρόσωπο μου, καβαλάει τον πούτσο μου και αρχίσει να κάνει μια φοβερή ιππασία πάνω του. Η πεθερά μου, αγχωμένη, έμεινε να μας κοιτάζει . Όχι γιατί της άρεσε, αλλά μάλλον έκανε τον τσιλιαδόρο. Μην ξυπνήσει ο πεθερός ή μας δει κάνα άλλο μάτι. Έτσι κατάλαβα ότι δε θα έλεγε τίποτα ούτε θα δημιουργούσε κανένα σκηνικό. Με αυτά και με αυτά, με την Έρη να κάνει πράγματα που ούτε τα είχε διανοηθεί, να γαμιέται μπροστά στη μάνα της και τα αυτοκίνητα να περνούν έξω από την αυλή σε απόσταση 15 μέτρων. Εγώ πλέον είχα τρελαθεί. Αφού με πήδηξε στην κυριολεξία η γυναικούλα μου και έχυσε, σκέφτηκα κάτι τελευταίο έτσι για το κερασάκι στην τούρτα που λένε.

Πήρα το κινητό και άρχισα να τραβώ πόζες την Έρη πάνω στο τραπέζι. Χαμογελώντας ανταποκρίθηκε, αν και πλέον είχε ηρεμήσει από την καύλα και κοιτούσε να τελειώσουμε γρήγορα. Στην τελευταία πόζα και αφού είχε στηθεί στα τέσσερα και πόζαρε την κωλάρα της χαμογελώντας μου, της λέω ότι μας βλέπει η μάνα της. Πετάγεται από το τραπέζι σε χρόνο αστραπή με ένα επιφώνημα «ωχ  τη βάψαμε», θυμώνοντας που δεν της το είπα. Με αυτά και με αυτά την ηρέμησα και της είπα ότι δεν την κόβω να σου πει τίποτα όπως και έγινε. Την άλλη μέρα που ήταν λίγο μαγκωμένη σε φάση που και Έρη άρχισε να το διασκεδάζει.

 

(Copyright protected OW ref: 74703)