Ποτέ μη λες ποτέ

Δημοσιεύθηκε από a-m
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Εισαγωγή: Η καλή σχέση που είχα (και έχω) πάντα με την γυναίκα μου, καθημερινά επιβεβαίωνε την «αρχή» που είχα πάντα για τη σταθερότητα σε μια σχέση, καθώς «κατέκρινα» όλους εκείνους ή εκείνες που επέλεγαν να απατήσουν τον ή την σύντροφό τους, αντί να μιλήσουν ξεκάθαρα και να τραβήξουν τον δρόμο τους. «Εγώ ποτέ δεν θα το έκανα» έλεγα, αλλά όπως λένε «ποτέ μην λες ποτέ».

Η ιστορία μου, εξελίσσεται όταν είχα συμπληρώσει 3 χρόνια παντρεμένος (και άλλα τόσα σχέση). Η «βαρεμάρα» που με είχε πιάσει για τη δουλειά εκείνο το διάστημα, με «έσπρωξε» στο διαδίκτυο και στις σελίδες γνωριμιών. Δεν ήταν το «σεξ» εκείνο που έλειπε από τη ζωή μου, αλλά η περιπέτεια, το φλερτ και η ανάγκη να μιλήσω με κάποιο άλλο άτομο για θέματα που δεν σχετίζονται με την καθημερινότητα και τη ρουτίνα. Σερφάροντας, ανακάλυψα το XStream, όπου άρχισα να στέλνω μηνύματα σε διάφορα πρόσωπα, ελέγχοντας κυρίως τον τόπο καταγωγής τους, αφού δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να είναι από την ίδια πόλη με εμένα (Θεσσαλονίκη). Πολλά ήταν τα άτομα που απάντησαν, άντρες και γυναίκες. Ένα όνομα ή καλύτερα μια φωτογραφία ήταν το ερέθισμα να επιμείνω στο συγκεκριμένο άτομο. Στο προφίλ της, δεν υπήρχε φωτογραφία της, αλλά ένα «ξωτικό», κάτι σαν νεράιδα. Χαμογέλασα όταν το είδα και πες από διαίσθηση, είπα ότι εδώ υπάρχει ενδιαφέρον.

Της έγραψα, μου έγραψε, ξεκινήσαμε να μιλάμε περί ανέμων και υδάτων. Για τις ζωές μας, τα όνειρά μας, τα προβλήματά μας. Για τα βιβλία που αγαπάμε, για τα αγαπημένα μας τραγούδια για όλα αυτά που στερούμαστε ή στερηθήκαμε επειδή εμείς επιλέξαμε έτσι τη ζωή μας. Η Κ. ήταν τότε 25 ετών και έμενε πολλά χιλιόμετρα νοτίως της Θεσσαλονίκης. Αν και 25 ετών η Κ. είχε προλάβει να κάνει ήδη δύο γάμους και να έχει ένα μικρό παιδί. Εγώ ήμουν στα 30, φτιαγμένος με καλή δουλειά. Μετά από μερικές μέρες συνομιλιών, έπιανα τον εαυτό μου, ακόμη και όταν δεν ήμουν στο γραφείο να τη σκέφτομαι. Να αναρωτιέμαι τι να κάνει εκείνη τη στιγμή, που να βρίσκεται. Τα βράδια, το μαρτύριο μεγάλωνε, καθώς σκεφτόμουν ότι εκείνη τη στιγμή μπορεί να είναι με τον άντρα της και να κάνει σεξ. Αν και ποτέ δεν είχαμε αναφέρει στις ατέλειωτες συνομιλίες μας κάτι για σεξ (ούτε νύξη δεν είχαμε κάνει), η φαντασία μου οργίαζε. Δεν ήξερα καν ούτε από περιγραφή πώς είναι, ποτέ δεν είχαμε μπει στον κόπο να ζητήσουμε από τον άλλον να περιγράψει εμφανισιακά το πώς είναι. Ήμασταν ικανοποιημένοι με τις λέξεις που γράφαμε, τις οποίες διαβάζαμε (όπως είπε αργότερα κι αυτή) ξανά και ξανά.

Οι μέρες κυλούσαν και οι συζητήσεις μας γινόταν όλο και συχνότερες, όλο και μεγαλύτερες. Κάποια στιγμή, εκείνη ήταν που ανέφερε ότι «ευτυχώς είμαστε μακριά ο ένας από τον άλλον», εκφράζοντας σε μερικές λέξεις όλα όσα ένιωθα κι εγώ. Δεν έδωσα σημασία, ήξερα μέσα μου ότι η σπίθα υπάρχει και ότι πιθανόν λίγο θέλει για να ξεσπάσει πυρκαγιά. Σχεδόν 5 μήνες μιλούσαμε, μόνο μέσω υπολογιστή, όταν μου είπε ότι λόγω της δουλειάς της (εκπαιδευτικός) θα πήγαινε για σεμινάριο σε μια επαρχιακή πόλη κοντά στη Θεσσαλονίκη σε ένα από τα επόμενα Σαββατοκύριακα.

-    Μου το λες, λες και θέλεις να έρθω κι εγώ, είπα.

-    Σου το λέω, γιατί εκείνο το Σαββατοκύριακο δεν θα έχω ίντερνετ, αλλά δεν θα με χαλούσε αν ερχόσουν κι εσύ, απάντησε χαμογελώντας.

Η σπίθα είχε ανάψει. Αν πραγματικά το θέλεις, θα έρθω! Θα πιούμε ένα καφέ και μετά θα επιστρέψω στη Θεσσαλονίκη, απάντησα. Τότε ήταν που, ταυτόχρονα και οι δύο, καταλάβαμε ότι δεν ξέραμε καν πώς είναι ο άλλος.

-    Πώς θα σε γνωρίσω; Τη ρώτησα.

-    Είμαι τόσο σίγουρη, είπε, πως και 1000 άτομα να είμαστε, θα βρεθούμε κι ας μην ξέρουμε καθόλου ο ένας τον άλλον. Θα σε γνωρίσω από τα μάτια, μου είπε αφοπλιστικά.

Οι μέρες κύλησαν, η αγωνία για την συνάντηση μεγάλωνε και μετά από χρόνια ένιωθα σαν 17 ετών που ετοιμάζεται να βγει ραντεβού. Η μεγάλη μέρα είχε φτάσει. Το ραντεβού καθορίστηκε στο ξενοδοχείο όπου θα γινόταν το σεμινάριο κι εγώ θα έπρεπε να είμαι κατά τις 12 το μεσημέρι στην αίθουσα του καφέ. Έφτασα περίπου στις 11. Κάθισα σε ένα τραπεζάκι δίπλα στην πισίνα (αν και ήταν καταμεσής του χειμώνα) και χάζευα πότε την πισίνα, πότε τη θάλασσα που ήταν σε πολύ κοντινή απόσταση. Σκεφτόμουν όλα αυτά που θα ήθελα να επακολουθήσουν. Σκεφτόμουν ότι θα ήμουν πολύ χαρούμενος, αν με άφηνε έστω να της πιάσω το χέρι. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά. Πλέον είχε πάει 12:05 και κόσμος άρχισε να συρρέει στο καφέ. Κατάλαβα ότι η συνεδρία είχε τελειώσει, αφού όλοι κρατούσαν τον ίδιο φάκελο στο χέρι, πέφτοντας με τα μούτρα στον μπουφέ. Το δικό μου στομάχι είχε γίνει κόμπος.

Λίγα λεπτά ή δευτερόλεπτα (ο χρόνος ήταν πολύ σχετικός για μένα πλέον) μετά, ακούω μια γυναικεία φωνή πίσω μου να λέει:

-    Δεν θα περάσετε από τον μπουφέ εσείς;

Χωρίς να γυρίσω και εντελώς αυθόρμητα, είπα το όνομά της! Δευτερόλεπτα μετά, ήταν δίπλα μου.

-    Μπορώ να καθίσω Δ; μου είπε.

-    Πώς ξέρεις το όνομα μου;

ρώτησα όχι και τόσο αφελώς. Αυτό ήταν. Και οι δύο ξεσπάσαμε σε γέλια και ο πάγος έλιωσε πριν ακόμα δημιουργηθεί. Δεν υπήρξε η στιγμή αμηχανίας σε εκείνη τη συνάντηση και η ατμόσφαιρα ήταν λες και ήμασταν γνωστοί από χρόνια. Η Κ. ήταν μια γυναίκα κοντά στο 1,70 με μακριά καστανά μαλλιά, κατάμαυρα μάτια και άσπρη επιδερμίδα. Είχε ένα ολόλευκο χαμόγελο, που συμπλήρωνε ιδανικά το πανέμορφο σύνολο. Μετά τα τυπικά και αφού ήπια με την ηρεμία τον καφέ μου, την ρώτησα αν θα ήθελε να πάμε κάπου αλλού, ώστε να αισθάνεται πιο άνετα, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των συναδέλφων της. Χωρίς να το πολυσκεφτεί, συμφώνησε λέγοντας μου ότι ακριβώς αυτό ήθελε και εκείνη. Μπήκαμε στο αυτοκίνητό της, όταν τη ρώτησα πού πάμε.

-    Έχε μου εμπιστοσύνη, εκτός κι αν φοβάσαι ότι θα σε αποπλανήσω

απάντησε γελώντας.

-    Χάρη, θα μου κάνεις,

ήταν η απάντησή μου, σηκώνοντας το γάντι. Έδειξε λίγο προβληματισμένη. Αναστέναξε και κοιτώντας με στα μάτια είπε: Αχ τι θα κάνω με σένα; Όσο ήμασταν στο αυτοκίνητο, κατάλαβα ότι η Κ ήξερε καλά την συγκεκριμένη πόλη, κάτι που το επεσήμανα εκείνη τη στιγμή.

-    Είναι η πόλη μου! Εδώ γεννήθηκα, εδώ είναι πατρικό μου.

Πριν καλά, καλά προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της, είχε ανάψει το φλας και έμπαινε στο γκαράζ ενός συμπαθητικού σπιτιού. Έμεινα άφωνος, όταν μου είπε «φτάσαμε, μπορείς να κατέβεις, αν δεν φοβάσαι».

-    Μα τι, πώς, που;

Πρόλαβα να πω.

-    Είναι το πατρικό μου. Οι γονείς μου είναι στη Γερμανία. Το σεμινάριο ήταν απλά μια καλή ευκαιρία για να έρθω να ρίξω μια ματιά,

απάντησε καθησυχάζοντας με. Μπήκαμε στο σπίτι, από το γκαράζ χωρίς να μας δει κανείς. Ήταν ζεστό και στο σαλόνι ένα μεγάλο τζάκι ήταν αναμμένο.

-    Εγώ ήρθα από χθες. Έπρεπε να το συμμαζέψω, να το ετοιμάσω γιατί εδώ θα μείνω τα επόμενα βράδια. Μην κοιτάς που εσύ θα φύγεις, είπε χαμογελώντας.

-    Τόσο εύκολα βάζει αγνώστους μέσα στο σπίτι σου; της είπα περιπαικτικά.

-    Μόνο όσους δεν φοβούνται μην τους αποπλανήσω.

-    Εγώ είμαι σε άλλη κατηγορία όμως. Είμαι σε εκείνους που επιδιώκουν την αποπλάνησή τους, από μια τολμηρή γυναίκα.

Η Κ. απέφυγε να απαντήσει στην πρόκληση μου, αλλάζοντας συζήτηση και ρωτώντας με αν θέλω να πιω κρασάκι.

-    Ναι θέλω. Το χρειάζομαι οπωσδήποτε…

της είπα. Έφερε δυο ποτήρια κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί. Καθόμασταν μπροστά στο τζάκι και απέναντι, κάτι που δεν άφησε ασχολίαστο. «Τελικά, φοβάσαι» μου είπε.

-    Εγώ φοβάμαι;

-    Συνεχίζει να κρατάς απόσταση από μένα. Ούτε δίπλα μου δεν θες να καθίσεις.

-    Θέλω να βάλεις μουσική. Ξέρεις με ενοχλεί αυτή η ησυχία την οποία θέλω σπάσω, απάντησα.

Σηκώθηκε αργά και όσο κατευθυνόταν προς το ραδιόφωνο παρακολουθούσα τις κινήσεις της. Το σώμα της ήταν μια ζωγραφιά, το βάδισμά της ελαφρύ, αέρινο. Έβαλε ένα CD με ξένες μπαλάντες. Ήξερε ακριβώς τι ήθελε εκείνη τη στιγμή. Μόλις κάθισε στην πολυθρόνα της, σηκώθηκα και την πλησίασα. Θα ήθελες να χορέψεις μαζί μου;

-    Και να ήθελα να χορέψω με κάποιον άλλον, μόνο εσύ υπάρχεις σ’ αυτό το δωμάτιο, απάντησε.

-    Θα ήθελα να υπάρχω μόνο εγώ στον κόσμο σου, ήταν η δική μου απάντηση.

Την έπιασα από το χέρι, τη σήκωσα και απαλά την έφερα στο σώμα μου για να χορέψουμε.

-    Μου άρεσε πολύ αυτό που είπες τελευταία.

Τα σώματά μας ίσα που ακουμπούσαν το ένα το άλλο και όμως ο ηλεκτρισμός της στιγμής ήταν κάτι παραπάνω από όσες παρόμοιες στιγμές είχαμε ζήσει. Έκλεισα τα μάτια μου, απολαμβάνοντας τη στιγμή. Εκείνη, έγειρε απαλά το κεφάλι της στον ώμο μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνη την ανάσα της που ζέσταινε το λαιμό της. Λίγο αργότερα, τα χείλη της ακουμπούσαν το λαιμό μου, χωρίς να τον φιλάνε. Την έσφιξα λίγο περισσότερο πάνω μου. Ήθελα να καταλάβει πόσο την ήθελα και πόσο την ζητούσα. Πήρε το κεφάλι της από τον ώμο μου και με κοίταξε στα μάτια. Δεν ξέρω πόση ώρα κοιταζόμασταν χωρίς να μιλάμε. Κανείς δεν είχε όρεξη για κουβέντα, αφού όλα τα έλεγε η ανάσα μας. Φανέρωνε το πάθος και αυτό που θα ακολουθούσε. Σηκώθηκε στα δάχτυλα των ποδιών, τέντωσε τη μέση της (το δαχτυλίδι του κόσμου, όπως την είπα) και άγγιξε τα χείλη μου με τα δικά της. Το άγγιγμα έγινε φιλί κανονικό, βαθύ, υγρό, ατέλειωτο. Το κορμί της κινούνταν κυκλικά πάνω στο δικό μου. Το ένα χέρι μου πίεζε τη μέση της και το άλλο τους γλουτούς της. Καταλάβαινε τον ερεθισμό μου και με δυσκολία ανάσαινε.

-    Σε θέλω της είπα.

-    Πες μου, τι θέλεις/ Είμαι εδώ μόνο για μας, απάντησε.

Την τράβηξα απαλά στον τεράστιο καναπέ του σαλονιού της. Προσπάθησε να βγάλει τα ρούχα της, όμως τη σταμάτησα με μια κίνηση. «Εγώ θέλω να το κάνω» της είπα και ξεκίνησα φιλώντας την να της ξεκουμπώνω το πουκάμισο. Αργότερα της έβγαλα το παντελόνι. Έμεινε μόνο με τα μαύρα εσώρουχά της, τα οποία δημιουργούσαν την πιο όμορφη αντίθεση του κόσμου με το άσπρο, απαλό δερματάκι της. Τα κόκκινα νύχια της, απλά ήταν πινελιά στον πιο όμορφο γυναικείο πορτραίτο του κόσμου, που μόνο εγώ μπορούσα για να δω. Κάθισα δίπλα της και ξεκίνησα να τη φιλώ πότε τρυφερά, πότε με πάθος στο λαιμό, ενώ με το ένα χέρι μου άγγιζα την πιο ευαίσθητη περιοχή της, που ήταν υγρή και ζεστή. Έβαλα το άλλο χέρι μου μέσα από το σουτιέν της και κράτησα το σφιχτό της στήθος στο χέρι μου. Έβγαλα τη μια ρώγα της έξω και την πήρα στο στόμα μου. Πλέον την άφησα χωρίς σουτιέν, χώνοντας το κεφάλι μου ανάμεσα στα στήθη της. Εκείνη, προσπαθούσε να με πιάσει χαμηλά, αλλά όλο και το απέφευγα.

-    Όχι. Θέλω να ακούσω εσένα να τελειώνεις, της είπα.

-    Μωρό μου, είναι η πρώτη φορά που θα χύσω χωρίς να με έχουν ακουμπήσει στο μουνάκι μου,

είπε αναστενάζοντας. Συνέχιζα να φιλώ και να χαϊδεύω το στήθος της, αρχίζοντας όμως σιγά-σιγά να κατεβαίνω προς τα κάτω. Έφτασα στην κοιλιά της. Γυμνασμένη, σφιχτή. Κατέβηκα ακόμα πιο χαμηλά, περνώντας πάνω από το εσώρουχό της και φτάνοντας στα μπούτια της που ξεκίνησα να φιλώ.

-    Δεν παίζεις δίκαια. Κάτι ξέχασες να φιλήσεις,

μου είπε η Κ. Χαμογέλασα και συνέχισα να γεύομαι το κορμί της, πριν καταλήξω εκεί που με ήθελε περισσότερο. Τώρα πλέον μύριζα (πάνω από το μαύρο εσώρουχό της) την καύλα του κορμιού της. Την δάγκωνα ελαφρά, ενώ την άκουγα να παραμιλά λέγοντας μου «πάρε με! Δεν αντέχω άλλο». Σιγά, αργά, βασανιστικά, της κατέβασα το εσώρουχο και πλέον ήταν γυμνή μπροστά μου. Το ξυρισμένο αιδοίο της, στόλιζε ένας δράκος. Ένα θέαμα, που όμοιο του δεν έχω ξαναδεί. Έσκυψα απαλά και ξεκίνησα να το φιλάω. Να πίνω τους χυμούς του. Βύθισα τη γλώσσα μου μέσα του, ενώ την έσπρωχνα από πίσω, λες και ήθελα να μπω ολόκληρος μέσα της. Άκουγα τις πνιχτές κραυγές της ηδονής της. Κραυγές ερωτικές και όχι πρόστυχες.

-    Τελειώνω μωρό μου,

είπε σπρώχνοντας το κεφάλι μου ακόμα πιο πολύ ανάμεσα στα πόδια της. Η γλώσσα μου, τα δάχτυλά μου και τα υγρά της που έτρεχαν είχαν γίνει ένα. Μόνο μου μέλημα, να μη χάσω σταγόνα. Σήκωσα το κεφάλι μου και πήγα ξάπλωσα δίπλα της στον καναπέ. Τη φιλούσα, καθώς ήταν παραδομένη στα χέρια μου, περιμένοντας τη δική της αντίδραση.

-    Σε θέλω περισσότερο από πριν,

μου είπε και με μια κίνηση ήρθε επάνω μου και ξεκίνησε να μου βγάζει την μπλούζα. Αντίθετα με μένα, αυτή ήταν βιαστική και μερικές φορές άγαρμπη στις κινήσεις της, πράγμα που μάλλον ήταν δικαιολογημένο. Πλέον ήμουν γυμνός μπροστά της, απόλυτα ερεθισμένος. Κάθισε επάνω μου και με φιλούσε. Τριβόταν πάνω μου και ένιωθα τα υγρά της να πλημμυρίζουν την κοιλιά μου και τον ερεθισμό μου. Κατέβηκε σιγά-σιγά και με πήρε στο στόμα της. Πλέον οι κινήσεις της ήταν αργές, πολύ, πολύ ερεθιστικές. Ξεκίνησε να με γλείφει από κάτω προς τα πάνω, δίνοντας πεταχτά φιλιά στη βάλανο μου. Από το τραπέζι, πήρε το μπουκάλι με το κρασί και το έχυσε σιγά, σιγά στο στήθος μου. Το κρασί, από το στήθος μου κύλησε στην κοιλιά μου και από εκεί στον ερεθισμένο πούτσο μου. Μέσα από τον ομφαλό μου, ήπιε όσο κρασί είχε απομείνει. Μαζεύοντας όσο κρασί μπορούσε, έπλυνε τον πούτσο μου. Η επόμενη κίνησή της ήταν να τον πάρει στο στόμα της και χωρίς ανάσα να τον ρουφάει, ενώ με το χέρι της χάιδευε τα αρχίδια μου. Κατάλαβε ότι σε λίγο θα τελείωνα.

Δεν ήθελα σώνει και καλά να τελειώσω στο στόμα της, αλλά ήθελα να δω την αντίδρασή της. Η στιγμή που θα τελείωνα πλησίαζε. Το φανέρωνε η ανάσα μου, οι κραυγές μου. Αντί να σταματήσει συνέχισε να με γλείφει και να μου τον παίζει. Ήμουν βέβαιος πια, ότι ήθελε να τελειώσω στο στόμα της. Ένας δυνατός πόνος ηδονής, η στιγμή που τελείωνα στο στόμα της. Μετά από λίγα δευτερόλεπτα (και δεν ξέρω μετά από πόση δόση σπέρματος) είχα αδειάσει. Άφησε τρυφερά τον πούτσο μου να ξεγλιστρήσει από το στόμα της. Με κοίταξε και με μια κίνηση επιδεικτικά, κατάπιε το σπέρμα μου που είχε κρατήσει στο στόμα της. Της χαμογέλασα και της είπα:

-    Δεν το ήπιες όλο. Δες στο χέρι σου!

Παρατήρησε, ότι μια ριπή σπέρματος ήταν στο χέρι της. Χαμογέλασε κι εκείνη, έβγαλε τη γλώσσα της και το σκούπισε. Εκείνη τη στιγμή νόμιζα ότι δεν θα ξεκαύλωνα ποτέ! Ήρθε και ξάπλωσε δίπλα μου. Θα συνεχίσουμε ή θα κάνουμε διάλειμμα; Ρώτησε. Χωρίς να το πολυσκεφτώ της είπα διάλειμμα. Η Κ. σηκώθηκε, χωρίς να ρίξει κάτι επάνω της και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Σε λίγα λεπτά γύρισε με κάτι πρόχειρο που είχε ετοιμάσει για να φάμε και κάθισε δίπλα μου.

-    Ήταν υπέροχο. Κανείς δεν με έχει γλείψει τόσο πολύ και τόσο αριστοτεχνικά. Κανείς δεν μου έκανε τόση ώρα έρωτα,

είπε με έκδηλη ικανοποίηση. Κοίταξα το ρολόι. Είχε πάει 3 το μεσημέρι και της είπα.

-    Υπάρχει χρόνος για συνέχεια, αν αντέχεις βέβαια!

Δεν χρειάστηκε να απαντήσει, τα είπε όλα με το βλέμμα και το χαμόγελό της. Αφού φάγαμε και ήπιαμε ένα (ακόμη) μπουκάλι κρασί, χαλαρώσαμε. Η επιθυμία να τελειώσουμε ότι αρχίσαμε, ήταν φανερή και στους δυο μας. Ήρθε καθίσαμε δίπλα μου και με χάιδευε σε όλο το σώμα. Είχε πλάκα έτσι όπως ήμασταν γυμνοί. Κατάλαβα ότι παρατηρούσε το πότε θα ερεθιστώ. Μόλις είδε ότι είχα μπει και πάλι στο «κλίμα», έσκυψε και μου είπε:

-    Ας ξεκινήσουμε από εκεί που είχαμε μείνει…

και με μιας ξεκίνησε να φιλά τον πούτσο μου. Μόλις κατάλαβε ότι είχα ερεθιστεί όσο έπρεπε, με πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε στα δωμάτια επάνω. Μπήκαμε σε ένα κοριτσίστικο δωμάτιο. Εδώ θέλω να με πάρεις. Εδώ που με πήρε και ο πρώτος μου στα 16 είπε και με έσπρωξε στο ημίδιπλο κρεβάτι της. Φιλιόμασταν σαν τρελοί. Λες και δεν θα ξανακάναμε έρωτα στη ζωή μας. Κάποια στιγμή, τραβήχτηκε, ακούμπησε στον τοίχο, άνοιξε τα πόδια της και είπε. Θέλω να με δεις πως μαλακίζομαι. Να κρατήσεις αυτήν την εικόνα, για τις νύχτες που δεν θα είμαστε μαζί, γιατί εγώ αυτό θα κάνω όταν μου λείπεις είπε. Ξάπλωσα στην άκρη του κρεβατιού και την παρακολουθούσα και σιγά-σιγά μαλακιζόμουν κι εγώ, απολαμβάνοντας τη στιγμή.

-    Ναι μωρό μου, παίξ’ τον για μένα! Σκέψου πως με γαμάς, όπως δεν έχεις γαμήσει καμιά άλλη γυναίκα

μου είπε με πνιχτή φωνή. Σε λίγα δευτερόλεπτα την άκουσα να φωνάζει:

-    Χύνω μωρό μου, χύνω για σένα γαμώ το.

Πριν καλά, καλά καταλάβω τι έγινε, είχε βρεθεί από πάνω μου, ψάχνοντας με το χέρι της τον πούτσο μου. Σε λίγο, οδηγούσε το σώμα της στον πούτσο μου, που σιγά-σιγά έμπαινε στο υγρό και ιδιαίτερα ζεστό μουνάκι της. Με αργές κινήσεις στην αρχή, καταλάβαινα ότι ήθελα να τον νιώσει σε όλο το μουνί της. Ήμουν απίστευτα καυλωμένος και απολάμβανα εξίσου τη ζεστασιά από το μουνάκι της. Δεν ήταν στενό, ούτε και ανοιχτό. Ήταν το κατάλληλο για το μέγεθος του δικού μου πούτσου που δεν ξεπερνάει τους 17 πόντους. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτό, όμως όταν κατάλαβε ότι μπορεί και να τελειώσω, σηκώθηκε απότομα.

-    Θέλω στα τέσσερα μου είπε.

Παίζοντας καθυστέρηση, στήθηκε στα τέσσερα και μου είπε, «σίγα-σιγά θέλω να μπεις». Σεβάστηκα την επιθυμία της, πήγα από πίσω της, την έπιασα από το καταπληκτικό κωλαράκι της και σιγά-σιγά βυθίστηκα μέσα της. Δεν πρέπει να είχα ερεθιστεί άλλη φορά τόσο πολύ. Από τις κραυγές της καταλάβαινα, ότι κι αυτή δεν είχε ζήσει κάτι παρόμοιο, παρακαλώντας με να μη χύσω ακόμη. Έβλεπα το κωλαράκι της, την λεπτή μέση της, τα καστανά μαλλιά της στην άσπρη πλάτη της και με δυσκολία κρατούσα να μην τελειώσω. Τη χάιδευα απαλά στην κωλοτρυπίδα της. Λίγο αργότερα της έβαλα και δάχτυλο, πράμα που προκάλεσε πλημμύρα υγρών που έπνιξαν τον πούτσο μου. Ήθελα να τελειώσω, αλλά όχι έτσι. Την ξάπλωσα και πάλι στο κρεβάτι. Της άνοιξα τα πόδια. Το μουνάκι της ήταν κόκκινο και ανάβλυζε ευωδιές ο χώρος από τον ιδρώτα και την καύλα μας. Κάθισα στα γόνατα ανάμεσα στα πόδια της και πάνω από το μουνάκι της τον έπαιξα για λίγο, ενώ τον έτριβα παράλληλα σ’ αυτό.

-    Έλα μην αργείς! Σε θέλω πάλι μέσα μου. Ο πούτσος σου με τρελαίνει.

Με τα δάχτυλά μου άνοιξα το μουνάκι της, έσκυψα και δάγκωσα τρυφερά την κλειτορίδα της. Επανήλθα και κάπως βίαια η αλήθεια είναι, μπήκα με μια μέσα της. Έφτανα στο τέρμα της με δύναμη, αλλά δεν μπορούσα με τίποτα να συγκρατήσω την καύλα μου.

-    Ναι έτσι! Κάνε με δική σου. Θέλω να χύσω ξανά στον πούτσο σου. Θέλω να με γεμίσεις με τα χύσια σου,

παραμιλούσε η Κ., αυξάνοντας τη δική μου ένταση και το δικό μου πάθος. Η στιγμή που θα τελείωνα πλησίαζε και ολοένα ο ρυθμός μου ανέβαινε. Όταν πλέον είχε έρθει η ώρα, με μια γρήγορη κίνηση τραβήχτηκα από μέσα της και μια απίστευτη ποσότητα σκέπασε το τατουάζ δράκου που είχε στο μουνάκι της. Νόμιζα ότι δεν θα τελείωνε ποτέ ο οργασμός μου, αφού παρά το ότι πριν λίγη ώρα είχα ξαναχύσει στο στόμα της, το σπέρμα μου φαινόταν ατελείωτο.

Λίγο αργότερα, έπεσα εξαντλημένος δίπλα της, βλέποντας τα χύσια μου να τρέχουν από παντού πάνω της. Εκείνη, τα πήρε με το χέρι της, τα άλειψε γύρω από το μουνάκι της και όσα είχαν μείνει στο χέρι της τα έγλειψε. Έσκυψε, πήρε τον πούτσο μου στο στόμα της και τον καθάρισε.

- Μου άρεσε πολύ μωρό μου. Και το σεξ και το σπέρμα σου είπε και ξάπλωσε διπλά μου. Μείναμε αγκαλιασμένοι χωρίς να μιλάμε, παρά μόνο να απολαμβάνουμε τη στιγμή. Όταν ξύπνησα, ήταν 8 το βράδυ. Εκείνη, λες και ήταν άγγελος κοιμόταν δίπλα μου. Δεν την ξύπνησα. Της άφησα ένα σημείωμα: «ποτέ μη λες ποτέ» έγραφε, της άφησα και το τηλέφωνό μου… Επιστρέφοντας στην πόλη μου, έλαβα ένα μήνυμα που έλεγε… «μαζί σου δεν θα πω ποτέ ξανά, ποτέ».

 

(Copyright protected OW ref: 74529)