3 νύχτες (Τρίτη νύχτα) 1ο μέρος

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Όνειρα και πραγματικότητα, διαχωρισμός που κρέμεται από μια λεπτή γραμμή. Αλήθεια πόσο σπάνιο είναι να βλέπεις ένα όνειρο να πραγματοποιείτε; Και πόσο μα πόσο πραγματικά ευλογημένος νιώθεις όταν συμβαίνει αυτό; Ένα τέτοιο όνειρο θα προσπαθήσω να διηγηθώ στην πρώτη μου απόπειρα περιγραφής καταστάσεων-γεγονότων της προσωπικής μου ζωής. Το όνομα μου είναι Μιχάλης και είναι το μόνο πραγματικό όνομα μέσα στην ιστορία. Όλα τα υπόλοιπα ονόματα και οι τοποθεσίες έχουν αλλαχτεί για ευνόητους λόγους.

Κυριακή. Ώρα 22:00.

1 εβδομάδα πριν από τον γάμο. Δύο βιαστικά χτυπήματα στην πόρτα για τρίτη φορά, ίσως και τελευταία φορά. Άνοιξα θαυμάζοντας την Τόνια που στεκόταν στην εξώπορτα με ένα λευκό μακρύ αστραφτερό φόρεμα και ένα χαμόγελο που φώτιζε το πρόσωπο της. Αυτή τη φορά έμενε στην θέση της και με κοιτούσε, τα μάτια της γυάλιζαν.

-    Μου έλειψες. Το ξέρεις;

Ψιθύρισε σπάζοντας την αμήχανη σιωπή.

-    Οφείλω να ομολογήσω ότι και εσύ μου έλειψες.

Απάντησα με ελαφρώς μελαγχολικό τρόπο. Συνέχισε να με κοιτάει χωρίς να μπαίνει μέσα.

-    Λοιπόν! Αυτή είναι η τελευταία μας φορά.

Είπε με ενθουσιασμό.

-    Τι σχέδια έχεις για απόψε;

-    Καταρχάς έχεις τσιμπήσει τίποτα για βράδυ;

Ρώτησα.

-    Όχι.

-    Ok… κινέζικο, πίτσα ή μεσογειακή κουζίνα;

Ρώτησα χαμογελώντας.

-    Xμ… δική σου βραδιά, εσύ αποφασίζεις.

-    Ένα λεπτάκι να πάρω τα κλειδιά και κάτι έχω στο νου μου.

Πήρα τα κλειδιά του αμαξιού και έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Πήγαμε σε μια ήρεμη ταβέρνα έξω από τον πολιτισμό και την φασαρία με χαλαρή μουσική και λίγα φώτα. Το μενού περιείχε φημισμένα πιάτα κατσαρόλας συνοδευμένα από κόκκινο γλυκό κρασάκι. Κάτσαμε έξω στον κήπο απόμερα και γελούσαμε συνεχώς, στην αρχή τουλάχιστον, γιατί σιγά-σιγά η συζήτηση ξέφυγε κάπως από τα συνηθισμένα καταλήγοντας να περιγράφουμε ο ένας στον άλλον ιστορίες από σεξουαλικές ιστορίες ψιθυριστά χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις. Βασικά η Τόνια μιλούσε πιο πολύ μιας και η ακόρεστη περιέργεια μου δεν ηρεμούσε με τίποτα και εγώ πρόσθετα λίγες εμπειρίες που είχα πάνω στα ίδια θέματα. Ιστορίες με πρώην, ιστορίες με τον νυν (Αντώνη), ένοχα μυστικά ως και υγρές φαντασιώσεις που δυσκολευόταν στην αρχή να αποκαλύψει αλλά ερώτηση στην ερώτηση και το γλυκό (σαν αμαρτία) κρασάκι βοήθησαν να μου ανοιχτεί πλήρως ψυχή και σώματι. Η ερωτική ατμόσφαιρα είχε εξαφανίσει την ώρα, και η θερμοκρασία στον χώρο είχε ανέβει επικίνδυνα. Είχαμε φτάσει και οι δύο σε ένα επικίνδυνο όριο που φοβόμασταν να ξεπεράσουμε γι’ αυτό το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε ήταν να πληρώσουμε τον λογαριασμό και να φύγουμε άρον-άρον από εκεί όπως και έγινε.

Βρισκόμασταν μέσα στο αμάξι παίρνοντας τον δρόμο της επιστροφής χωρίς να μιλάμε. Η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα έθετε σε λειτουργία χιλιάδες σκέψεις , ανούσιες σκέψεις με την λογική να έχει πάει περίπατο. Είχαμε χαθεί σε έναν κόσμο που το αν… δεν είχε καμία απολύτως συνέπεια. Φυσικά έτσι όπως ήμουν δεν πείρα είδηση την Τόνια που ξεκούμπωσε την ζώνη ασφαλείας, ούτε και τα μάτια της που με κοιτούσαν σαν να ήμουν ένα ανυπεράσπιστο θήραμα έτοιμο προς κατασπάραξη. Αντιλήφτηκα τι έκανε μόνο όταν τα χέρια της πλησίασαν και ξεκούμπωσαν την ζώνη του παντελονιού μου με όλες τις σκέψεις να γίνονται καπνός. Αφέθηκα στα χέρα της δίνοντας της χώρο. Το κουμπί είχε ξεκουμπωθεί ήδη μαζί είχε κατέβει και το φερμουάρ. Το όργανό μου (σε πλήρη στύση) ήταν στα χέρια της με την υγρή γλώσσα της να παίζει παιχνιδιάρικα μαζί του για λίγο γιατί μετά το παιχνίδι σοβάρεψε. Το είχε στο στόμα της και είχε σταματήσει να παίζει μαζί του. Το έπαιρνε όλο και πιο μέσα, όλο και πιο βαθειά, όλο και πιο γρήγορα. Είχε τον έλεγχο για πρώτη πραγματική φορά και το ήξερε.

Όταν σηκωνόταν και με κοιτούσε με τα απίστευτα μάτια της και το υπέροχο χαμόγελο ψάχνοντας για την επιβεβαίωση έχανα το φώς μου και τα φώτα του αμαξιού που διέσχιζαν τον δρόμο μέσα στη νύχτα και ευτυχώς ήμασταν σε δρόμο έξω από οικισμούς με ελάχιστη κίνηση. Το στόμα της, τα χέρια της, η γλώσσα της, το καυλί μου που με φιλότιμη προσπάθεια το έπαιρνε μέχρι μέσα στον λαιμό της, όλα αυτά ήταν υπερβολικά πολλά για εμένα, πραγματικά δεν άντεχα άλλο. Σταμάτησα το αμάξι στην άκρη, τη σήκωσα και άρχισα να την φιλάω. Η έξαψη ήταν απερίγραπτη. Βγήκα από το όχημα γρήγορα, έκανα τον κύκλο ανοίγοντας την πόρτα του συνοδηγού και με φιλιά την έβγαλα από αυτό. Χαμογελώντας ακολουθούσε κάθε μου κίνηση. Το λευκό υπέροχο φόρεμα είχε ήδη διπλωθεί στην μέση της. Τα ραντάκια που το κρατούσαν με κάποιον τρόπο είχαν βγει από τα χέρια της. Το ροζ σουτιέν ήταν πεσμένο στο έδαφος μαζί με το ασορτί στρινγκάκι. Τα χέρια της βρισκόντουσαν ακουμπισμένα πάνω στην οροφή. Τα πόδια της ανοιχτά και το καυλί μου έμπαινε σιγά-σιγά στο υπέροχο μουνάκι της.

Κρατούσα το ύφασμα και πηδούσα το υγρό μουνάκι της δαγκώνοντας την πλάτη της και τον λαιμό της ελαφρά μέσα στην ερημιά με τα φώτα και την μηχανή του αμαξιού αναμμένα. Η Τόνια αναστέναζε βγάζοντας ήχους απόλυτης ηδονής. Τα πάντα είχαν θολώσει. Την πηδούσα μανιασμένα, βίαια, άγρια, επικίνδυνα και λέω επικίνδυνα γιατί πραγματικά είχαμε ξεφύγει αυτήν την φορά. Πηδιόμασταν στην άκρη ενός δρόμου που ο καθένας θα μπορούσε να έχει περάσει. Ο καθένας θα μπορούσε να μας δει. Ο καθένας θα μπορούσε να ακούσει την Τόνια που ούρλιαζε τώρα καθώς την πηδούσα σαν τρελός και η Τόνια παντρευόταν την επόμενη εβδομάδα με κάποιον άλλον και όχι εμένα που την πηδούσα αυτή την στιγμή και ήμουν έτοιμος να τελειώσω. Βγήκα από μέσα της, την γύρισα, την έβαλα να γονατίσει και άρχισα να χύνω στο πρόσωπό της. Τα μάτια της με κοιτούσαν με λατρεία γυαλίζοντας στο σκοτάδι, η γλώσσα της έγλειφε το καυλί μου περνώντας τα τελευταία απομεινάρια από αυτό.

Το αποτέλεσμα ήταν τέλειο τόσο τέλειο που δεν την άφησα να το σκουπίσει με ένα χαρτομάντιλο που πήρε. Μαλλιά, πρόσωπο και λίγο στο στήθος όλα μέρος ενός έργου τέχνης? πίνακας μοναδικής ομορφιάς. Φόρεσε το φόρεμα όπως-όπως και ξαναμπήκαμε μέσα στο αμάξι. Τα εσώρουχα, τα είχα πετάξει στο πίσω κάθισμα και πήραμε τον δρόμο της επιστροφής χωρίς να μιλάμε πάλι, αλλά την έβλεπα που και που με το δάχτυλο του χεριού της να χαϊδεύει το πρόσωπο της χαμογελώντας. Φτάσαμε στο σπίτι και ευχαριστούσα για μια ακόμα φορά τον θεό που δεν είχα γείτονες αυτή την εποχή. Όταν μπήκαμε στο δωμάτιο η Τόνια όρμησε πάνω μου φιλώντας με συνεχώς.

-    Μωρό μου, μωρό μου ήταν τέλεια…

έλεγε συνέχεια, αλλά η βραδιά είχε ακόμη πολύ δρόμο για να τελειώσει.

Συνεχίζεται…

 

(Copyright protected OW ref: 71868)