Βέρα στο δεξί

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Πάνε 4 χρόνια τώρα, από τότε που ξεκίνησα να κάνω ιδιαίτερο μάθημα στα παιδιά της κυρίας Κ... (πρώτα στην κόρη της και μετά στο μικρότερό της γιο). Η κόρη, πήρε με την πρώτη το πτυχίο της και η μητέρα της, εφόσον ήταν ευχαριστημένη μαζί μου, μου ζήτησε να αναλάβω και το μοναχογιό της.

Λίγα λόγια για την προϊστορία. Αμέσως μόλις τελείωσα το Πανεπιστήμιο, πήγα φαντάρος κι αφού τελείωσα, επέστρεψα στην γενέτειρά μου, μια επαρχιακή πόλη στην κεντρική Ελλάδα. Λόγω του ότι έλειπα χρόνια, δεν είχα πια πολλούς γνωστούς, αλλά ένας απ’ αυτούς μου μίλησε για ένα φιλικό ζευγάρι των γονιών του, που έψαχναν κάποιον να βοηθήσει την κόρη τους με τα Αγγλικά.

Όντας οικονομικά στριμωγμένος και μιας και έτσι θα μπορούσα να βγάλω ένα χαρτζιλίκι και να δημιουργήσω παράλληλα κι έναν κοινωνικό κύκλο, δεν το πολυσκέφτηκα και δέχτηκα αμέσως. Έτσι, κανονίστηκε το ραντεβού και μετά από λίγες μέρες πέρασα απ’ το σπίτι για τα τελειωτικά. Το διαμέρισμα ήταν στον 3ο όροφο μιας νεόκτιστης πολυκατοικίας και βγαίνοντας απ’ το ασανσέρ άρχισα να αγχώνομαι για το τι θα συναντούσα, μιας και ουσιαστικά ήταν η πρώτη φορά που θα δούλευα πάνω σ’ αυτό το αντικείμενο. Ανοίγοντας την πόρτα, είδα για πρώτη φορά την κυρία Κ... . Ομολογώ ότι δεν μου έκανε και ιδιαίτερη εντύπωση στην αρχή. Ήταν βέβαια αρκετά καλοστεκούμενη για την ηλικία της, γύρω στα 45, αλλά κατά τα άλλα, μια τυπική Ελληνίδα γυναίκα. Μετρίου αναστήματος, μελαχρινή, με γλυκό στρογγυλό πρόσωπο, σπαστά μακριά μαλλιά, λευκό δέρμα, ελαφρώς σκιστά αμυγδαλωτά μάτια, πιασιματάκια γύρω από τους γοφούς και μικρά, αλλά σχετικά στητά για τα χρόνια της, βυζάκια. Τουλάχιστον, αυτά μπόρεσα να διακρίνω απ’ την πρώτη ματιά. Γιατί, όταν έκλεισε την εξώπορτα και πέρασε μπροστά μου για να με οδηγήσει στο σαλόνι, μου φανέρωσε το πραγματικά δυνατό της σημείο… τον κώλο της. Παρά τα λίγα παραπανίσια κιλά, στεκόταν όρθιος και πεταχτός και η στενή, μακριά της φούστα με δυσκολία συγκρατούσε τα ζουμερά κωλομέρια της. Σε κάθε της βήμα νόμιζες ότι θα έσπαγε το φερμουάρ, που βρισκόταν λίγο πιο πάνω απ’ την κωλοχαράδρα και θα πεταγόταν έξω ο περήφανος, τουρλωτός της πάτος. Την ακολούθησα σαν υπνωτισμένος μέχρι τον καναπέ και μόνο αφού καθίσαμε και φώναξε την κόρη της, κατάφερα να ξεροκαταπιώ και να επανέλθω λιγάκι στην πραγματικότητα, γιατί έπρεπε να μιλήσουμε και για τη δουλειά.

Περνώντας ο καιρός και δουλεύοντας και με τα παιδιά της, συνήθισε την παρουσία μου στο σπίτι της (πήγαινα 2 με 3 φορές την εβδομάδα) και γνωριστήκαμε και με τον άντρα της, τον κύριο Α…, ο οποίος, λόγω δουλειάς, ήταν καθηγητής και δούλευε το πρωί στο σχολείο και το βράδυ σε ιδιαίτερα, έλειπε συχνά απ’ το σπίτι. Οι σχέσεις μας με την κυρία Κ… ήταν πάντα τυπικές, μιας και η ίδια ήταν πολύ συνεσταλμένη και ντροπαλή (μεγαλωμένη, όπως έμαθα αργότερα, σε μια πολύ αυστηρή οικογένεια της Βορείου Ελλάδας, της πάσαραν τον άντρα της, ένα μαζεμένο και άτολμο ανθρωπάκι και παντρεύτηκαν από προξενιό). Μου μιλούσε μάλιστα πάντα στον πληθυντικό, αποκαλώντας με «…κύριε Ν…» αν και ήμουν πολύ μικρότερός της. Χρειάστηκε να περάσει ένα ολόκληρο εξάμηνο, για να τη δω για πρώτη φορά να γελάει σε ένα αστείο που της είπα στη ροή του λόγου. Σιγά-σιγά με τον καιρό, και με αφορμή πάντα το μάθημα, αρχίσαμε να μιλάμε κιόλας, κυρίως όμως περί ανέμων και υδάτων. Ποτέ κάτι περισσότερο.

Αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε μέχρι και την τρίτη χρονιά. Τότε ήταν που άρχισα να παρατηρώ κάποιες... αλλαγές. Τώρα πια που είχαν μείνει οι τρεις τους (η κόρη τους είχε περάσει Αθήνα), ο κύριος Αριστείδης ήταν ακόμα πιο σπάνια σπίτι και όποτε έφευγε, το έκανε πάντα μόνος του. Εκείνη έφευγε συνήθως πριν ή μετά απ’ αυτόν. Μεταξύ τους μιλούσαν σπάνια και τις περισσότερες φορές δεν αντάλλασσαν ούτε βλέμμα. Στην αρχή, αμφότεροι φαινόντουσαν κάπως σκεπτικοί. Μετά από λίγο καιρό όμως, αυτό έγινε απλά ρουτίνα. Και τότε ήταν που άρχισε η μεταμόρφωση. Απέναντι από την πολυκατοικία βρισκόταν ένα γυμναστήριο. Κατά σύμπτωση, με τον ιδιοκτήτη του ήμασταν συμμαθητές στο λύκειο και έτσι, όποτε είχα κανένα κενό ανάμεσα στα μαθήματα, περνούσα από κει και τα λέγαμε (επ’ ευκαιρία έριχνα και κάνα βλέφαρο στα πιπινάκια ή τα μιλφόνια που χτυπιόντουσαν στους διαδρόμους). Με αφορμή ότι εκείνο τον καιρό μου έκανε και κάποια παράπονα ότι τον είχα ξεχάσει, είπα κι εγώ να κάνω μια επίσκεψη. Μετά από τα τυπικά και αφού μου είπε κι αυτός τα δικά του, μοιραία κάποια στιγμή, η συζήτηση έφτασε και στην κυρία Κ… . Μου είπε λοιπόν, ότι τον τελευταίο καιρό η «Όσια Ελένη» (έτσι την αποκαλούσε κοροϊδευτικά, γιατί εκείνη ήταν και άνθρωπος της Εκκλησίας) ξημεροβραδιαζόταν στο γυμναστήριο και μάλιστα «…προπονούνταν, λες και έκανε προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά. Αυτό βέβαια είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο να αδυνατίσει αρκετά μέσα στο επόμενο διάστημα, αλλά και να «δέσει», έτσι ώστε ο κώλος της να γίνει ακόμα πιο σφριγηλός και τα μπούτια της να αρχίσουν να σφίγγουν, τονίζοντας περισσότερο την στρογγυλάδα της μεθυστικής καμπύλης που σχημάτιζαν τα οπίσθιά της και η οποία ξεκινούσε λίγο πιο κάτω απ’ τη μεσούλα της για να τελειώσει στην αρχή των, γυμνασμένων τώρα πια, μηρών της.

Όλα αυτά όμως, δεν είχαν κανένα ιδιαίτερο αντίκτυπο στη σχέση μας. Προσωπικά μάλιστα, τα θεωρούσα, μέχρι ένα βαθμό, φυσιολογικά, αφού ο άντρας της την παραμελούσε και η ίδια πλέον είχε αρκετό ελεύθερο χρόνο για τον εαυτό της. Μέχρι που συνέβη εκείνο το περιστατικό, το οποίο άλλαξε τελείως τον τρόπο που την έβλεπα σαν γυναίκα και από μια απλά καλοδιατηρημένη κυρία, έγινε μονομιάς το αντικείμενο του πόθου μου. Κάθε φορά λοιπόν που πήγαινα σπίτι της, η κυρία Κ… συνήθιζε να μου φτιάχνει ένα καφεδάκι, το όποιο μου το έφερνε πάνω σ’ έναν ασημένιο δίσκο, που τον ακουμπούσε ακριβώς δίπλα μου στο τραπέζι. Εκείνη την ημέρα ήρθε λίγο αργότερα και την ώρα που μου έφερε τον καφέ, ο γιος της έλυνε μια άσκηση που του είχα αναθέσει. Καθώς λοιπόν άφηνε τον δίσκο, εγώ θεώρησα σωστό να την ευχαριστήσω για τον κόπο της. Έτσι, και για να μην ενοχλήσω τον μικρό που έγραφε, έσκυψα προς το μέρος της και ψιθύρισα στο αυτί της. Δεν της είπα κάτι πρόστυχο, ένα απλό «Ευχαριστώ πολύ…» ήταν, αλλά όπως ήταν σκυμμένη, το στόμα μου σχεδόν κόλλησε στο βολβό της και την ένιωσα να τρέμει καθώς προσπαθούσε να πιάσει το δίσκο, που προς στιγμή κόντεψε να της πέσει απ’ τα χέρια. Εκεί είδα κάτι που με καύλωσε ακόμα περισσότερο. Την ώρα που προσπαθούσε να ισορροπήσει τους καφέδες, η παλάμη του δεξιού της χεριού που φορούσε τη βέρα της, τρίφτηκε με δύναμη πάνω στην επιφάνεια του δίσκου, αφήνοντας ένα διαπεραστικό μεταλλικό ήχο. Παρατήρησα τα περιποιημένα δάχτυλά της με το γαλλικό μανικιούρ και διαπίστωσα ότι στον παράμεσο του δεξιού της χεριού φορούσε μια χοντρή χρυσή βέρα και ένα ανάλογων διαστάσεων δαχτυλίδι αρραβώνων που κάλυπταν σχεδόν το 1/3 του δακτύλου της. Εκείνη τη στιγμή, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί μου και γεννήθηκε μέσα μου ένας τρελός πόθος, μια ακαταμάχητη επιθυμία, που αργότερα θα γινόταν εμμονή. Να χύσω πάνω στη βέρα της.

Αυτή η εικόνα χαράχτηκε ανεξίτηλα στο μυαλό μου και δεν μπορούσα να τη βγάλω ούτε με εγχείρηση. Μόλις έφτασα σπίτι, μπήκα σχεδόν τρέχοντας στο μπάνιο και τράβηξα μία μαλακία, σαν να ήταν η τελευταία της ζωής μου. Ήταν τέτοια η ένταση, που θυμάμαι ότι έκανα κάνα-δυο λεπτά για να συνέλθω απ’ τη ζαλάδα. Από εκείνη τη μέρα και μετά, κάθε φορά που αυτή μου έφερνε τους καφέδες, εγώ της μιλούσα ψιθυριστά κι εκείνη μου χαμογελούσε. Στην αρχή αθώα, αλλά μετά, κάθε φορά όλο και λιγότερο. Ήταν σαν ένα παιχνίδι. Ένα επικίνδυνο παιχνίδι, που όμως φαινόταν να αρέσει και στους δυο μας. Εγώ πάλι, δεν μπορούσα να ξεκολλήσω τα μάτια μου απ’ το «χρυσό χαλκά» που είχε περασμένο στο δάχτυλο της, ενώ όταν επέστρεφε πίσω στην κουζίνα, χάζευα την ολοστρόγγυλη κωλάρα της, που άρχισε πλέον να την κουνάει όλο και πιο πολύ. Με την πάροδο του χρόνου, το βλέμμα της είχε αρχίσει να αλλάζει και ο τρόπος που με κοίταζε κάποιες φορές, μου προκαλούσε ρίγος. Με την άκρη του ματιού της τσέκαρε να δει αν την παρατηρώ την ώρα που έψαχνε κάτι στο ψυγείο ή στα ντουλάπια κι εγώ φρόντιζα να μην την απογοητεύω. Τα χαμόγελα γινόταν όλο και πιο συχνά και το ντύσιμό της πιο αποκαλυπτικό. Οι φούστες στένευαν ακόμα περισσότερο, τα μπλουζάκια άρχισαν να έχουν πιο μεγάλο άνοιγμα, οι στηθόδεσμοι έσφιγγαν και ανύψωναν τα μικρά της πεπόνια, ενώ πολλές φορές κυκλοφορούσε στο σπίτι με ψηλά παπούτσια, που ανασήκωναν τους γλουτούς της και έκαναν το λίκνισμα των γοφών της, σκέτο «βασανιστήριο». Με δυσκολία μπορούσα πλέον να συγκεντρωθώ στο μάθημα. Μάλιστα, δεν ήταν λίγες οι φορές που κόντευα να μπω ολόκληρος κάτω απ’ το τραπέζι για να κρύψω τις βασανιστικές καύλες που μου προκαλούσε. Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Κάτι έπρεπε να γίνει! Και τελικά δεν άργησε να συμβεί.

Ήταν Παρασκευή απόγευμα όταν πήγα για το καθιερωμένο μάθημα στο σπίτι της κυρίας Κ… . Στην πόρτα, με υποδέχτηκε ο γιος της και κατευθυνθήκαμε προς το τραπεζάκι του σαλονιού. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ώρας, η μητέρα του ήταν κλεισμένη στην κρεβατοκάμαρα, ενώ, που και που, ακουγόταν ο ήχος από το πιστολάκι ή το τρίξιμο από τις πόρτες και τα συρτάρια της ντουλάπας. Λίγο πριν τελειώσουμε, τη βλέπω με την άκρη του ματιού μου να ξεπροβάλει απ’ το διάδρομο. Δεν ήθελα να καρφωθώ, αλλά το θέαμα που αντίκρισα μ’ άφησε κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό (και τα σάλια να τρέχουν) και τελικά όχι απλά γύρισα, αλλά έκανα ολόκληρη αναστροφή για να απολαύσω το σόου. Φορούσε μια στενή υφασμάτινη μίνι φουστίτσα, ενώ από μέσα ξεχώριζε το δικτυωτό καλσόν (αργότερα διαπίστωσα ότι ήταν κάλτσες!) και ψηλοτάκουνα ανοιχτά πέδιλα, που έδεναν μ’ ένα λουράκι λίγο πιο πάνω απ’ τον αστράγαλο και άφηναν σε κοινή θέα τα περιποιημένα δάχτυλα των ποδιών της. Τα νύχια της βαμμένα σε έντονο κόκκινο χρώμα, έκαναν αντίθεση με το λευκό της δέρμα και το διάφανο ροζ πουκάμισο, ενώ, μέσα απ’ τα ανοικτά του κουμπιά, ασφυκτιούσαν δυο «καταπιεσμένα» βυζόμπαλα. Τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σ’ ένα ψηλό κότσο, αφήνοντας τις άκρες τους να πέφτουν ανέμελα στους ώμους της, τα μάτια της βαμμένα σε μια έντονη σκοτεινή απόχρωση, τόνιζαν τα σκιστά της χαρακτηριστικά και έκαναν το βλέμμα της έντονο και σαγηνευτικό, ενώ το μεθυστικό της άρωμα γέμιζε το δωμάτιο καθώς περπατούσε.

Περνώντας από μπροστά μου για την κουζίνα, μπόρεσα να θαυμάσω και την… πίσω όψη της, με τον τορνευτό της κώλο να πάλλεται σχεδόν από το κούνημα και τις γραμμωμένες γάμπες της να τεντώνονται σε κάθε της βήμα.

-    Κύριε Ν…, θα σχολάσετε λίγο νωρίτερα σήμερα, γιατί θα έρθει η κουνιάδα μου να πάρει τον μικρό στο χωριό,

είπε και μετά από λίγο χτύπησε το κουδούνι. Ο πιτσιρικάς σηκώθηκε για να πάρει τα πράγματά του και μαζί του σηκώθηκα κι εγώ. Μου έκανε νόημα με το χέρι της να κάτσω.

-    Μη φύγετε ακόμα. Θέλω να σας πληρώσω,

μου λέει κι αφού τους ξεπροβόδισε, με ρώτησε αν θέλω κάτι να πιω. Φαντάστηκα ότι ήθελε να με ρωτήσει για την πρόοδο του γιου της και παρόλο που κάτι δεν μου κόλλαγε στην όλη φάση, την πήγα με τα νερά της.

-    Ένα ουισκάκι θα το έπινα…

της είπα και σε λίγο επέστρεφε με τα ποτάκια (έβαλε κι ένα δικό της) και κάθισε απέναντί μου διπλώνοντας τα πόδια της και αφήνοντάς με να ξεροσταλιάζω με τις μπουτάρες της, ενώ η ψωλή μου είχε πάρει από ώρα την ανηφόρα. Όταν όμως το βλέμμα μου έφτασε στα μάτια της, το ύφος της σκοτείνιασε. Έτσι, ξεκίνησε, με σχεδόν απολογητικό ύφος, να μου λέει πως με τον άνδρα της δεν τα πήγαιναν καλά, πως τον τελευταίο καιρό είχαν αποξενωθεί και πως είχε σκεφτεί ακόμα και να τον απατήσει, αλλά τελικά, αφού μιλήσανε, αποφάσισαν να ξαναπροσπαθήσουν, κάνοντας την αρχή από εκείνη τη συγκεκριμένη μέρα. Όπως μου είπε, ήταν η 20η επέτειος του γάμου τους και είχαν κανονίσει το βράδυ να πάνε σε ένα ρομαντικό εστιατόριο για να αναθερμάνουν τη φλόγα του έρωτά τους. Γι’ αυτό είχε σημαιοστολιστεί και έστειλαν τον μικρό στη θεία του, για να μπορέσουν να περάσουν το Σαββατοκύριακο ολομόναχοι. Προσπάθησα να δώσω βάση σ’ αυτά που λέει, αλλά τα μάτια μου καρφώθηκαν πάνω τα δάχτυλά της, που «έπαιζαν» συνεχώς με τη βέρα της, προσπαθώντας να κρύψει την αμηχανία της. Αμηχανία όμως, γιατί; Και τότε μου ‘ρθε σαν κεραμίδα! Αυτός, με τον οποίο σκεφτόταν να κερατώσει τον άντρα της, ήμουν εγώ. Γι’ αυτό μου τα ‘λεγε όλα αυτά. Για να κάνω πίσω και να την αφήσω να κάνει μια ύστατη απόπειρα να σώσει το γάμο της. Η αλήθεια είναι πως σχεδόν με κατάφερε, αλλά ο πούτσος μου είχε διαφορετική άποψη.

Μόλις τελείωσε, σήκωσε το πρόσωπό της και με κοίταξε σαν να με παρακαλούσε να πω κάτι, αλλά αφού δεν έλαβε απάντηση, κατευθύνθηκε απογοητευμένη προς την κουζίνα. Στάθηκε διστακτικά μπροστά στο νεροχύτη, ενώ παράλληλα τα χέρια της χάιδευαν τη βέρα της. Σηκώθηκα, προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι πρέπει να φύγω, γιατί στην τελική ήταν παντρεμένη γυναίκα, αλλά η σκέψη αυτή, αντί να με αποτρέψει, με καύλωσε ακόμα περισσότερο. Χωρίς να το καταλάβω βρέθηκα πίσω της, γραπώνοντάς την απ’ την μέση και κολλώντας την κωλάρα της πάνω στον καβάλο μου. Ένα επιφώνημα έκπληξης ξέφυγε απ’ τα χείλη της, ενώ ενστικτωδώς έφερε το χέρι της μπροστά στο στόμα της, για να το καλύψει.

-    Κύριε Ν…,

είπε με τρεμάμενη φωνή, προσπαθώντας να ελέγξει την ανάσα της. Την έπιασα γερά απ’ τα καπούλια και άρχισα να τρίβω με δύναμη την ψωλή μου στην κωλοχωρίστρα της. Πάνω-κάτω, πάνω-κάτω. Σαν να έψαχνα την είσοδο για το μουνάκι της. Εκείνη, μάγκωσε το νεροχύτη και με τα δυο της χέρια για να μη χάσει την ισορροπία της, αλλά σταδιακά άρχισε να συγχρονίζει την κίνηση των γοφών της με το καυλί μου. Οι παλάμες μου, που είχαν τυλιχτεί γύρω απ’ τα πλευρά της, μάλαζαν το κορμί της κι από ‘κει, περνώντας κάτω απ’ το πουκάμισό της, έφτασαν στην κοιλίτσα της, περίπου στην περιοχή που βρίσκονταν οι ωοθήκες, ξεκινώντας ένα απαλό μασάζ, που όμως σταδιακά εξελίχθηκε σε βίαιο πασπάτεμα. Τα δάχτυλά μου χώνονταν όλο και πιο βαθιά μέσα στην σάρκα της, ενώ δεν είχα σταματήσει στιγμή να πιέζω με παλινδρομικές κινήσεις το εργαλείο μου πάνω στη σχισμή του κώλου της. Η αναπνοή της γινόταν πιο βαριά, ενώ πολλές φορές κοβόταν από τους αναστεναγμούς και τα βογκητά που προσπαθούσε να πνίξει. Ο ρυθμός γινόταν όλο και πιο γρήγορος και μικρές άναρθρες κραυγές άρχισαν να βγαίνουν απ’ το στόμα της, μην μπορώντας πια να τις συγκρατήσει. Ξαφνικά, ένιωσα το κορμί της να τραντάζεται, το κεφάλι της τινάχτηκε βίαια προς τα πίσω, τα πόδια της άρχισαν να τρέμουν και τα τακούνια της χτυπούσαν ρυθμικά στα πλακάκια. Μάταια προσπαθούσε να σταματήσει το ξέφρενο χύσιμό της. Μούγκρισε, πιάνοντάς με απ’ τον καρπό σε μια απέλπιδα προσπάθεια να μην καταρρεύσει απ’ τη ζάλη που της προξενούσε το παρατεταμένο της τρέμουλο. Κι έτσι αφιονισμένη όπως ήταν, με την καύλα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, γυρίζει το κεφάλι της προς το μέρος μου. Την κοίταζα βαθιά μέσα στα μάτια της καθώς έχυνε. Ήθελα να ξέρει ποιος ήταν αυτός που της χάρισε αυτό τον οργασμό. Από ‘δω και πέρα όμως, έπρεπε να πάρω την πρωτοβουλία, για να μπορέσω να κάνω πραγματικότητα αυτό που 3 ολόκληρα χρόνια ονειρευόμουν.

Την έπιασα απ’ την κοτσίδα και έφερα το στόμα μου δίπλα στο αυτί της.

-    Αυτό θα ‘ναι το μυστικό μας, της λέω. Και τώρα, θέλω να μου πεις τι θέλεις να σου κάνω.

Μου έριξε μια ματιά γεμάτη δισταγμό. Στον κυρ-Αριστείδη φαίνεται, δεν άρεσαν τα βρωμόλογα, αλλά εγώ ήθελα να την ακούσω να το λέει.

-    Θες να γαμήσω το βρεγμένο σου μουνάκι;

τη ρωτάω με αυστηρό ύφος. Με κοίταξε απορρημένη. Δεν με είχε ξανακούσει να μιλάω έτσι. Την τραβάω βίαια και βεντουζώνω τα χείλη μου πάνω στα δικά της. Αρχίζω να τη φιλάω και σε λίγο έχω χώσει τη γλώσσα μου μέσα στο στόμα της και γλείφω τη δική της, ενώ γλιστράω το ένα μου χέρι κάτω απ’ τη φουστίτσα της και χαϊδεύω το μουνί της πάνω απ’ το εσώρουχο, που ‘χει γίνει μούσκεμα απ’ τα υγρά της. Την αφήνω απότομα και περιμένω.

-    Γάμα το βρεγμένο μου μουνάκι…

μου λέει.

-    Έτσι σε θέλω, καύλα μου,

της απαντάω και της σκάω άλλο ένα γλωσσόφιλο. Τη βουτάω απ’ τα μαλλιά και την πάω τραβώντας μέχρι το σαλόνι. Εκεί, τη στήνω στον τοίχο, μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη και δίπλα στο σύνθετο, που είναι γεμάτο με οικογενειακές φωτογραφίες και φωτογραφίες του γάμου της. Της σφηνώνω τη μούρη δίπλα σε μία που είναι ντυμένη νύφη και κρατάει τρυφερά το χέρι του συζύγου της και με γρήγορες κινήσεις της σηκώνω τη φούστα και κατεβάζω το δαντελωτό κυλοτάκι της μέχρι τα γόνατα. Από μέσα φοράει διχτυωτές κάλτσες με μαύρες ζαρτιέρες, γιατί μάλλον ήθελε να κάνει έκπληξη στον άντρα της και η ιδέα αυτή με έχει κάνει πύραυλο. Τα μουνόχειλά της γυαλίζουν απ’ τα υγρά που κατεβάζει, ενώ από κάτω, μόλις που διακρίνονται οι κοντοκουρεμένες τριχούλες της. Λύνω τη ζώνη μου και επιτέλους απελευθερώνω το εργαλείο μου (κανονικό σε μήκος, αλλά χοντρό και με πολλές φλέβες) και την πιέζω χαμηλά στην πλάτη για να «σπάσει» τη μεσούλα της και να τουρλώσει ακόμα περισσότερο το ζουμερό της κωλαράκι. Αφού την παιδεύω λίγο τρίβοντας το ψωλί μου στη μουνάρα της, ξεκινάω να της το βάζω πόντο-πόντο. Λίγο πριν πιάσω πάτο, της τον καρφώνω απότομα κι ένας μακρόσυρτος αναστεναγμός βγαίνει απ’ τα χείλη της. Τρελαίνομαι κι αρχίζω ένα σφυροκόπημα άνευ προηγουμένου. Σε κάθε μου διείσδυση, τα αρχίδια μου πέφτουν βαριά πάνω στα κωλομέρια της και ο ήχος απ’ το χτύπημα που κάνουν, γεμίζει το σαλόνι. Που και που την παίρνω μάτι απ’ τον καθρέφτη και της σκάω κάνα κωλοσκάμπιλο, απολαμβάνοντας το έργο μου. Τη βλέπω που χτυπιέται και μουγκρίζει σαν σκύλα και καταλαβαίνω ότι δεν θ’ αργήσει να ξαναχύσει. Τραβιέμαι απότομα, τη γυρνάω και την κολλάω με την πλάτη στον τοίχο, ενώ με κοιτάζει παραπονεμένα.

-    Θέλω να μου πεις όταν θα χύσεις, της λέω. Θέλω να μου πεις ότι χύνεις για μένα…

και της βάζω (στην αρχή δύο και μετά) τρία δάχτυλα στη μούνα της, γαμώντας την σ’ ένα ξέφρενο ρυθμό και χώνοντάς τα μέσα με τόση ορμή, σαν να ‘θελα να της τρυπήσω τη μήτρα. Σε μια στιγμή, με πιάνει απότομα απ’ τους ώμους, τα μάτια της γουρλώνουν και οι κόρες τους αρχίσουν να ανεβαίνουν προς τα πάνω σαν να λιποθυμάει.

-    Χύνω… Χύνω για πάρτη σας, κύριε Ν…

μου λέει μέσα στη σύγχυσή της, ενώ τα νύχια της χώνονται στην πλάτη μου. Μετά από αρκετές συσπάσεις και μπόλικο σκούξιμο, δεν μπορεί να κρατηθεί άλλο όρθια και πέφτει στα γόνατα λαχανιασμένη και αποκαμωμένη, προσπαθώντας να συνέλθει από το δεύτερο μαραθώνιο χύσιμό της. Κουλουριάζεται στη γωνία και κρατάει με τα χέρια το κεφάλι της, σκουπίζοντας παράλληλα τον ιδρώτα που τρέχει στο πρόσωπό της.

-    Αχ, τι έκανα, παντρεμένη γυναίκα;

μονολογεί, βλέποντας απ’ τη μία τον εαυτό της στον καθρέφτη κι απ’ την άλλη τη φωτογραφία του γάμου της.

-    Μην ανησυχείτε, κυρία Κ…

της λέω, κρατώντας όμως την ψωλή μου μπροστά στη μούρη της.

-    Για τον κύριο Αριστείδη θα είστε πάντα η πιστή του γυναικούλα. Αυτό (εννοώντας αυτό που γινόταν), θα το ξέρουμε μόνο εγώ κι εσείς,

προσθέτω χαμογελώντας με νόημα, αλλά με το χέρι μου μαλακίζω το εργαλείο μου, που βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από το στόμα της, ενώ, στην άκρη απ’ το χοντρό κεφάλι του, έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους τα πρώτα προσπερματικά υγρά, ανακατεμένα με τα χύσια απ’ το ολόμουσκιο μουνάκι της. Την χαϊδεύω απαλά στο πρόσωπο, σπρώχνοντας το κεφάλι της προς τα πάνω και απολαμβάνω το θέαμα. Εγώ, ο πούτσος μου κι από κάτω αυτή να κοιτάει πότε το παλαμάρι μου και πότε εμένα. Με τον αντίχειρα πιέζω ελαφρά το σαγόνι ανοίγοντας το στόμα της και της τον καρφώνω με δύναμη. Σε δευτερόλεπτα της έχουν φύγει όλες οι αναστολές κι αρχίζει ένα ρούφηγμα σα να ήθελε να τον καταπιεί ολόκληρο. Και τότε κάνει το κορυφαίο: Χωρίς να σταματήσει, βλέπω το δεξί της χέρι να τυλίγεται γύρω απ’ τη γεμάτη σάλια ψωλή μου και νιώθω τη χοντρή της βέρα να ακουμπάει πάνω στις φλέβες του καβλιού μου, που είναι έτοιμες να της δώσουν μια γερή δόση σπέρματος.

Βγαίνω απότομα για να μη χύσω, της τον ξανασπρώχνω μέχρι το λαρύγγι με δύναμη και πνίγεται. Συνεχίζω και κρατάω το κεφάλι της τέρμα πάνω στην πούτσα μου να μην μπορεί να αναπνεύσει και να το αισθάνεται στο λαιμό της. Έχει δακρύσει και η μάσκαρα τρέχει στα μάγουλά της, ενώ προσπαθεί να τραβηχτεί. Δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο Την αφήνω να πάρει αέρα, πιάνω το χέρι της βίαια, το βάζω πάνω στο πρόσωπό της ώστε το δαχτυλίδι να είναι ακριβώς μπροστά στο στόμα της και της λέω.

-    Τώρα θα σας δώσω το δικό μου το δώρο μου για την επέτειό σας,

αλλά προς έκπληξή μου, αυτή τη φορά όχι μόνο δεν έστρεψε αλλού τη ματιά της (είχε πλέον καταλάβει τι θα επακολουθούσε), αλλά δεν σταμάτησε να με κοιτάζει κατάματα ούτε στιγμή. Πρώτη φορά έβλεπα τόσο πουτανίστικο το βλέμμα της κυρίας Κ…, που μάλιστα περίμενε με ανυπομονησία να τη χύσω. Σε λίγο, οι φλέβες απ’ την πούτσα μου τεντώνονταν και πίδακες παχύρευστου σπέρματος άρχισαν να εκτινάσσονται προς το μέρος της. Σε δευτερόλεπτα είχα αδειάσει όλο το περιεχόμενο των αρχιδιών μου στη μάπα της. Τα πρώτα έσκασαν στο πρόσωπο και τα μαλλιά της, αλλά τα υπόλοιπα, τα πιο πηχτά, προσγειώθηκαν πάνω στη βέρα και το δαχτυλίδι των αρραβώνων της, που είχαν κυριολεκτικά πλημμυρίσει από την παχύρρευστη υγρή μάζα, ενώ κάποια απ’ αυτά κύλησαν στο στόμα της. Με καθάρισε σαν καλή πουτανίτσα και την έβαλα να «γυαλίσει» και τη βέρα της, ρουφώντας λαίμαργα τα χύσια μου από το χρυσό χαλκά της. Έγλειψε καλά τα δάχτυλά της σαν να ήθελε να εξαφανίσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον άντρα της, κοιτώντας με μ’ ένα μειδίαμα ανακούφισης αλλά και συνάμα ικανοποίησης για το κατόρθωμά της. Την αποχαιρέτησα φιλώντας τη στο στόμα με πάθος και λέγοντάς της ότι αν ήθελε, θα μπορούσαμε να το επαναλάβουμε.

Μετά από τρεις μέρες, θα λάμβανα τηλεφώνημά της.

 

(Copyright protected OW ref: 69262)