Θέλεις να ανέβω να σε δώ;

Δημοσιεύθηκε από sidk
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Και με το άλλο μου χέρι, άγγιξα το φύλο της. Πρώτα προσεκτικά, ίσα να το καταλάβει. Κι ύστερα με όλη μου τη δύναμη, κάνοντας το ύφασμα της φούστας της να τραβηχτεί προς τα πάνω, να χώσω τα δάχτυλά μου από κάτω, έτσι που και η ίδια τινάχτηκε προς τα πίσω αφήνοντας ένα αχ...

"Θέλεις να ανέβω να σε δω;"

Όταν διάβασα το μήνυμά της, η ανάσα μου κόπηκε. Θ' άφηνε την οικογένειά της, τα παιδιά της, για να έρθει στη Σαλονίκη, τρεις ώρες ταξίδι, μόνο και μόνο για να με παρηγορήσει; Ήταν τότε, που είχα μόλις χωρίσει με το βασανάκι, κι αποφάσισα να μείνω μόνος σε μια γκαρσονιέρα, παίζοντας με την ιδέα να κάνω ένα μεγάλο ταξίδι μήπως ξαναβρώ τις σταθερές μου. Τα έγραψα στη Ρίτα, που πότε-πότε λέγαμε τα νέα μας ηλεκτρονικά. Είχα να τη δω κοντά δύο χρόνια. Αν και φοιτητές τα λέγαμε κάθε μέρα σχεδόν, ήμασταν γειτονάκια και της άρεσε να μου μιλάει. Αλλά όχι, χωρίς τίποτα το πονηρό μεταξύ μας.

Η Ρίτα ήθελε κάποιον στη σχολή κι εγώ δεν ήξερα τι ήθελα, έτσι απλά. Μετά το πανεπιστήμιο έφυγε, παντρεύτηκε και πότε πότε μ' έπαιρνε στο τηλέφωνο να μου πει τα παράπονά της. Δεν είχαν αρκετά λεφτά, δεν είχε αρκετό χρόνο, τα παιδιά την πνίγανε και τους έβαζε τις φωνές, μετά την έπνιγαν οι ενοχές. Τη φανταζόμουνα σιγά-σιγά να γερνάει, το αδύνατο κορμάκι της να αφήνεται. Κι εκείνη να θυμώνει και να ξεθυμώνει συνέχεια διαγράφοντας κύκλους. Ήθελα να της πω να φύγει, αλλά δεν μου άρεσε να παίζω τον κακό. Την άκουγα. Νομίζω ότι της άρεσε να μου μιλάει επειδή ποτέ δεν της έλεγα τι πρέπει να κάνει.

"Καλύτερα να κατέβω εγώ. Θέλω να τα πούμε από κοντά"

Πήγα με το αυτοκίνητο μια Κυριακή. Άφησε τα παιδιά και τον σύζυγο στη μητέρα της. Πήγαμε σ' ένα καφέ κάπου κοντά. Φορούσε φόρμες κι ένα σκουφάκι. Έμοιαζε με έφηβη, δώδεκα χρονών. Βοηθούσε σ' αυτό το ασχημάτιστο στήθος της. Και τα μάτια της. Κοιτούσε με επιμονή, αλλά πιο μέσα ήταν αχνή σαν ομίχλη. Με ρώτησε για το χωρισμό μου και τι κάνω τώρα. Αλλά μετά από λίγο άρχισε να μου μιλάει για τα δικά της. Σταμάτησε να προσέχει το ντύσιμό της από τότε που της την έπεσε ένας μπαμπάς στη δουλειά. Τώρα κυκλοφορεί όσο γίνεται ατημέλητα. Και δεν κάνουν έρωτα. Εκείνος διαμαρτύρεται ότι του γκρινιάζει συνέχεια. Κι εκείνη δεν τον αντέχει άλλο, όλο του ζητά να χωρίσουν, αλλά δεν το εννοεί. Και τα χρόνια της έχουν περάσει. Σκοπεύει να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της έτσι.

- Είσαι ένα λουλούδι, της είπα. Είσαι όμορφη. Πώς μπορείς να λες ότι θα συνεχίσεις μ' αυτόν τον τρόπο, σαν να μη σε νοιάζει; Πώς γίνεται να ζεις χωρίς να σ' αγγίζει κανείς; Το κορμί σου είναι ένα δώρο.

- Μήπως τα παραλές;

- Άσε με να στα πω, μπας και ξυπνήσεις. Το κορμί σου έχει ανάγκη από έρωτα.

- Μήπως πρέπει να βρεις γυναίκα γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γίνεται; Μήπως μιλάς για σένα τώρα πιο πολύ, παρά για μένα;

Είχε δίκιο. Είχαμε μήνες να κάνουμε έρωτα με το βασανάκι, μέχρι που χωρίσαμε. Όταν έμεινα μόνος, σαν να λύθηκαν τα μάγια, είχα συνέχεια το μυαλό μου εκεί. Έβλεπα ερωτικές ταινίες στο ίντερνετ και διάβασα τον Μεγάλο Ανατολικό δυο φορές. Χάζευα τις γυναίκες στο δρόμο σαν να ήταν σιροπιαστά στη βιτρίνα μεγάλου ζαχαροπλαστείου. Βλέποντας την έκφρασή μου σηκώθηκε και με φίλησε στο μέτωπο.

- Είσαι ο κολλητός μου, μου ψιθύρισε. Δεν θέλω να σε χάσω. Βρες μια γυναίκα, γιατί όπως το βλέπω, σε λίγο θα μου τα ρίξεις κι εμένα.

Δεν το είχα σκεφτεί ότι μπορεί να πήγαινε το μυαλό της εκεί. Ανάμεσά μας, νόμιζα, υπήρχε ένας άγραφος νόμος ότι σαν κολλητοί ποτέ δεν λέμε υπονοούμενα για το μεταξύ μας. Το κάθε τι που λέμε αφορά άλλες γυναίκες κι άλλους άντρες. Αλλά όχι εμάς.

- Μπορεί και να στα ρίξω, της είπα. Αρκεί να γίνεις ξανά γυναίκα. Να θυμηθείς πώς είναι να είσαι γυναίκα. Τότε μπορεί και να στην κάνω τη χάρη.

Γέλασε και παρήγγειλε ένα ακόμα κρασί. Μιλήσαμε πολύ για τις σχέσεις μας. Για τον θυμό που δεν λύνεται και για τη σταθερότητα που ζητά θυσίες. Να μη βλέπεις. Να μην ακούς. Να μην αισθάνεσαι. Και για τον πόνο όταν φεύγεις.

- Γάμησε τα...

κατέληξα. Έγνεψε σαν να συμφωνούσε μαζί μου. Χωρίζοντας, με φίλησε σταυρωτά. Μετά έκανε να φύγει, αλλά ξαναγύρισε, σαν να είχε ξεχάσει κάτι. Στάθηκε για μια στιγμή παγωμένη και, πριν προφτάσω να καταλάβω, έφυγε. Επέστρεψε σε όσα δεν άντεχε άλλο. Γύρισα στο σπίτι και, λίγες μέρες μετά, της έστειλα κάτι στο mail. Μια φαντασίωση.

- Σε σκέφτομαι συνέχεια, να φοράς τη μαύρη φούστα που φτάνει μέχρι τα γόνατα, με το σκίσιμο. Κι από πάνω να φοράς μόνο ένα σουτιέν λευκό. Και τα μαλλιά σου σε κότσο. Όπως παλιά. Να φοράς ψηλοτάκουνα παπούτσια, χωρίς καλσόν. Να έχεις πιει και να μυρίζει η ανάσα σου λευκό κρασί. Να έχει ζέστη αλλά εσύ να κρυώνεις και να με περιμένεις να μ' αγκαλιάσεις, ν' ακουμπήσεις πάνω μου τα λεπτά σου χέρια. Κι εγώ να κάθομαι στον καναπέ και να χαζεύω το γυμνό σου λαιμό, και να μαντεύω τη ρώγα σου κάτω απ' τον στηθόδεσμο, όρθια κι αλμυρή. Να μυρίζω κάτι απ' το άσπρο σου δέρμα και να ζαλίζομαι. Να έρχεσαι κοντά μου με μικρά μικρά βήματα, κοιτάζοντας χαμηλά. Και να παρατηρώ τον τρόπο που τα πόδια σου πλησιάζουν, να μπορώ να μυρίσω σχεδόν, το σαπούνι στο δέρμα σου. Κ' ύστερα να γονατίζεις μπροστά μου και μ' επιδέξια χέρια να μου λύνεις τη ζώνη. Να με ξεκουμπώνεις και να με βοηθάς να κατεβάσω το παντελόνι, κοιτάζοντάς με συνέχεια στα μάτια, με τα χείλη σου να έχουν μια υποψία από υγρασία. Κι έπειτα να βάζεις το πέος μου στο στόμα σου. Με τα χέρια να με χαϊδεύουν παντού για να ζεσταθούν. Να βγάζεις τη γλώσσα και να την αφήνεις να γλιστρήσει παντού τριγύρω, ενώ με το χέρι θα ανεβοκατεβάζεις αργά και σταθερά το πετσάκι, κοιτάζοντάς με για να δεις πόσο μ' αρέσει. Κι εγώ να χαζεύω το στήθος σου και τους υπέροχους ώμους, και τον τρόπο που οι μηροί σου ξεπροβάλλουν, όπως στέκεσαι γονατισμένη. Να σε θέλω. Να μαντεύω τη γυμνή σου περιοχή ανάμεσα στα πόδια υγρή και ζεστή και να μην μπορώ να κρατηθώ, αλλά να περιμένω, επειδή δεν θα θέλω να σταματήσεις.

Δεν απάντησε. Πέρασαν μέρες. Σχεδόν το είχα ξεχάσει. Το Σάββατο το πρωί χτύπησε το θυροτηλέφωνο. Δεν περίμενα κανέναν. Δεν μπήκα στον κόπο ν' ανοίξω. Είχα μόλις γυρίσει απ' το γυμναστήριο κι ετοιμαζόμουν για να μπω στο μπάνιο. Λίγο πιο μετά χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η Ρίτα. Μου ζήτησε ν' ανοίξω την πόρτα.

- Μόλις έφτασα, μου είπε. Όταν διάβασα εκείνο που μου έστειλες, νόμιζα ότι μου κάνεις πλάκα. Μετά θύμωσα μαζί σου. Θύμωσα πολύ. Δυο μέρες μετά, το ξαναδιάβασα. Δεν ξέρω πώς να το πω. Πήρα το τρένο και στη διαδρομή ψιθύριζα όσα μου έγραφες, σαν προσευχή.

Στεκόμασταν αντίκρυ ο ένας στον άλλον, όρθιοι. Δεν είχε βγάλει καν το παλτό της. Δεν με κοίταζε όσο μιλούσε. Μου άφηνε το περιθώριο να την παρατηρήσω. Να προσέξω πόσο είχε αλλάξει. Είχε περιποιηθεί το πρόσωπό της. Τα μαλλιά της έπεφταν λυτά στους ώμους. Φορούσε μια μαύρη φούστα, από εκείνες που αγαπάω. Είχε βάλει το άρωμα με το οποίο την είχα συνηθίσει απ' το πανεπιστήμιο. Την πλησίασα κι ακούμπησα με το χέρι το μάγουλό της. Έκαιγε. Τη φίλησα. Πρώτα στο λαιμό και ανηφορίζοντας, κοντά στο αυτί, στην άκρη των χειλιών, στο στόμα. Έτρεμε καθώς τα χέρια μου την άγγιζαν πάνω απ' τα ρούχα. Πήρα το χέρι της και το ακούμπησα πάνω από τη φόρμα μου, πάνω από το πέος μου. Και με το άλλο μου χέρι, άγγιξα το φύλο της. Πρώτα προσεκτικά, ίσα να το καταλάβει. Κι ύστερα με όλη μου τη δύναμη, κάνοντας το ύφασμα της φούστας της να τραβηχτεί προς τα πάνω, να χώσω τα δάχτυλά μου από κάτω, έτσι που και η ίδια τινάχτηκε προς τα πίσω αφήνοντας ένα αχ. Ακολουθώντας την κίνησή της, την έσπρωξα προς τα πίσω δυο βήματα, μέχρι που βρέθηκε με την πλάτη στον τοίχο.

Με κοίταζε, σαν να μην καταλάβαινε τι συμβαίνει. Την έπιασα με δύναμη απ' τα μαλλιά με το ένα χέρι, έτσι που να μην μπορεί να κινηθεί, και με το άλλο της σήκωσα τη φούστα ψηλά, και της έβαλα χέρι, ξέπνοος και καυλωμένος. Είχα πάνω από εξάμηνο να ακουμπήσω γυναίκα. Κόλλησα το στόμα πάνω στο λαιμό της, με τη γλώσσα μου να μαζεύει τον ιδρώτα της. Εκείνη βογκούσε. Λαχάνιαζε και βογκούσε. Της πήρε μονάχα δυο στιγμές μέχρι που άρχισε να κουνά τη λεκάνη της ρυθμικά στο άγγιγμά μου κι ολοένα επιτάχυνε. Το χέρι της ακούμπησε πάνω στην κοιλιά μου, και χαϊδεύοντας με άγγιξε κάτω από το εσώρουχο. Με έκλεισε μέσα στη γροθιά της και μ' έσφιξε δυνατά. Δυο ανάσες μετά το χέρι μου μούσκεψε απ' τους χυμούς της. Μ' αγκάλιασε κι έκλαιγε.

Την πήρα απ' το χέρι και την έφερα στο μπάνιο. Την έγδυσα και κοίταξα το γυμνό της κορμί με θαυμασμό. Ήταν αδύνατη και καλοσχηματισμένη. Κοίταζε χαμηλά και στο πλάι και είχε τυλίξει το στήθος με τα χέρια της με συστολή. Μου ζήτησε να μείνει για λίγο μόνη. Πήγα και γδύθηκα στο δωμάτιό μου και πήρα ένα προφυλακτικό. Άνοιξα τη θέρμανση στο τέρμα. Έκλεισα τα τηλέφωνα και κλείδωσα την εξώπορτα. Όταν ξαναμπήκα στο μπάνιο, εκείνη ήταν ήδη κάτω απ' το ντους. Την άκουγα να σιγομουρμουρίζει ένα τραγούδι. Έκλεισε το νερό, τράβηξε λίγο την κουρτίνα και με κοίταξε από πάνω ως κάτω. Τα μάτια της στάθηκαν για λίγο στο όρθιο πέος μου και ύστερα μου είπε...

- Θα έρθεις;

Το κορμί μου σαν να πήρε φωτιά ξαφνικά. Τράβηξα την κουρτίνα, και μπήκα κάτω απ' τη ντουζιέρα. Μου έδωσε το σφουγγάρι.

- Θα μου τρίψεις την πλάτη;

και γύρισε, αφήνοντας εκτεθειμένα τα νώτα της στο βλέμμα μου. Την έπιασα απ' τις λαγόνες και πριν καλά καλά το σφουγγάρι πέσει στο πάτωμα, χώθηκα μέσα της με δύναμη. Εκείνη πρόφτασε μόνο να ακουμπήσει τα χέρια στον τοίχο. Κι άρχισε να επαναλαμβάνει ρυθμικά, μαζί με κάθε χτύπημα, ένα κοφτό α..., που γινόταν πιο δυνατό και φορές-φορές έπαυε, για να καταπιεί το σάλιο της. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτό. Είχαμε ιδρώσει και οι μύες μου πονούσαν. Άνοιξα να τρέξει ζεστό νερό και μετά ξανάρχισα, ακόμα πιο γρήγορα.

- Σε παρακαλώ, μου είπε. Μη χύσεις μέσα μου.

Έπιασα το προφυλακτικό και της ζήτησα να γυρίσει και να μου το φορέσει. Γονάτισε μπροστά μου χαμογελώντας και, λίγο διστακτικά, έβαλε το πέος μου στο στόμα της. Με κοίταζε πότε-πότε. Δεν ήθελα να χύσω ακόμα. Την τράβηξα απ' τα μαλλιά και της είπα να μου βάλει το προφυλακτικό. Ύστερα της ζήτησα να σκύψει ξανά μπροστά μου. Αυτή τη φορά έσκυψε όσο καλύτερα μπορούσε. Άγγιξα με την παλάμη τη σχισμή του πισινού της. Κ' ύστερα ξαναμπήκα μέσα της με όλη μου τη δύναμη. Έχοντας στο μυαλό μου την εικόνα, ότι μέχρι το μεσημέρι αργά θα κάνουμε έρωτα συνέχεια, σ' όλα τα δωμάτια του σπιτιού. Ότι θα χύσω, όχι για να τελειώσω, αλλά για να συνεχίσω να της κάνω έρωτα παντού και πάντα. Έτσι αφέθηκα. Όταν βγήκαμε απ' το ντους, τυλιχτήκαμε στις πετσέτες μας και την πήρα στην αγκαλιά μου.

- Μ' αρέσεις, της είπα. Μ' αρέσεις πολύ.

Κι εκείνη μου χαμογέλασε. Πόσο καιρό είχα να τη δω να χαμογελά έτσι; Και μου είπε...

- είχα κλειστεί. Βαθιά μέσα μου είχα κλειστεί και νόμιζα ότι τίποτα δεν μπορεί να ξεγίνει. Εσύ με άνοιξες.

 

(Copyright protected OW ref: 68505)