Νιόπαντρη ερωτομανής (6ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Η Ζίνα γύρισε πλευρό στο κρεβάτι της και άπλωσε το χέρι της να πιάσει τον Μιχάλη. Ο Μιχάλης όμως δεν ήταν δίπλα της. Μόλις άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε ολόγυρά της, είδε ότι ήταν τελείως μόνη μέσα στο δωμάτιο. Μόλις ανασηκώθηκε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, ήρθαν στο μυαλό της αυτά που είχαν συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Εκείνη την εφιαλτική νύχτα που είχαν περάσει στο σπίτι του Τάσου και της Αυγής Ιωάννου. Γι αυτά τα δυο άτομα πλέον, η Ζίνα είχε βγάλει το εξής συμπέρασμα: Ήταν και οι δυο τους διεστραμμένοι. Το σεξ γι’ αυτούς σήμαινε πόνο, βία κι όχι απόλαυση και αγάπη.

Μετά θυμήθηκε ότι ο Τάσος της είχε χώσει την καυλάρα του όχι μόνο το μουνί αλλά και στο στόμα, και την έπιασε σύγκρυο. Μετά θυμήθηκε και τον Μιχάλη που έγλειφε συνέχεια το μουνί της Αυγής και ήταν μουσκεμένος από πάνω μέχρι κάτω με τα μουνοζούμια της γειτόνισσας της. Θυμήθηκε επίσης ότι ο Τάσος δε την άφησε ελεύθερη παρά μόνο όταν της τράβηξε κι ένα δεύτερο βαρβάτο γαμήσι απ’ το μουνί. Τη δεύτερη φορά που της κάρφωσε τον πούτσο του στο μουνί, της έχυσε μέσα και της το πλημμύρισε. Την προηγούμενη φορά είχε τραβηχτεί έγκαιρα έξω και της τα πέταξε στη μάπα για να της κάνει μάσκα ομορφιάς.

Λίγο αργότερα θυμήθηκε ότι αυτά τα όργια της τα είχε κάνει μπροστά στα μάτια του Μιχάλη που καθόταν σαν μαλάκας, την κοιτούσε αλλά δεν τολμούσε να κάνει κάτι και να τη βοηθήσει από κείνον τον βάρβαρο πουτσαρά που τον έλεγαν Τάσου Ιωάννου. Όταν τελικά τους άφησαν να φύγουν, ήταν άγρια μεσάνυχτα και επέστρεψαν στο σπίτι τους μισόγυμνοι. Στο λαιμό της κρεμόταν ακόμη εκείνο το δερμάτινο περιλαίμιο με τον μεταλλικό κρίκο απ’ τον οποίο την είχε δέσει. Μόλις την έβγαλε έξω απ’ την πόρτα, την έσπρωξε κι έπεσε σαν σακί με άμμο στο γρασίδι του κήπου.

Απ’ το σπίτι του Ιωάννου η Ζίνα είχε φύγει μόνη της. Πού ήταν άραγε και τι είχε απογίνει ο Μιχάλης; Τώρα πλέον το συνειδητοποιούσε ότι είχε επιστρέψει μόνη της στο σπίτι τους. Μετά κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και διαπίστωσε ότι δεν φορούσε εκείνο το δερμάτινο περιλαίμιο.»Πώς έγινε αυτό;», αναρωτήθηκε. Σε λίγο η Ζίνα πήγε κι έκανε ένα χλιαρό ντους και ξεβρώμισε. Μετά γύρισε στο υπνοδωμάτιό τους και αφού σκουπίστηκε, άρχισε να ντύνεται. Τώρα σκεφτόταν να πάει να βρει τον Μιχάλη, να πάνε στην αστυνομία και να καταγγείλουν τα όσα τους έκαναν οι βάρβαροι γείτονές τους.

Και ενώ σκεφτόταν πόσο θα χαιρόταν αν έβλεπε τους δυο διεστραμμένους εραστές στη φυλακή, άνοιξε την ντουλάπα της για να πάρει καθαρά ρούχα και έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Η ντουλάπα της ήταν τελείως άδεια. Αμέσως υπέθεσε ότι τη νύχτα που κοιμόταν είχε μπει Κάποιος στο σπίτι τους και τους είχε ληστέψει. Τώρα δεν είχε να φορέσει τίποτα. Ήταν τελείως γυμνή. Χωρίς κι η ίδια να το καταλάβει, προσπάθησε να σκεπάσει τη γύμνια της λες και φοβόταν μήπως και την έβλεπε κάποιος γυμνή. Μετά πήγε στα συρτάρια της, τα άνοιξε όλα, αλλά ούτε εκεί βρήκε κάτι να φορέσει. Κάποιος είχε φροντίσει να της πάρει ότι είχε και δεν είχε. Μετά πήγε κι έψαξε τη ντουλάπα του Μιχάλη και διαπίστωσε ότι κι αυτή ήταν τελείως άδεια.

Και τώρα τι κάνουμε; σκέφτηκε. Στο μεταξύ έλειπε και το αυτοκίνητό τους. Δεν ήθελε να κάνει το παραμικρό βήμα στο δρόμο, μέρα μεσημέρι , ολόγυμνη γιατί θα την περνούσαν για τρελή και θα γινόταν ρεζίλι σ’ ολόκληρη τη γειτονιά. Το κακό ήταν ότι δεν τους είχαν ακόμη συνδέσει το τηλέφωνο κι έτσι δεν μπορούσε ούτε να τηλεφωνήσει. Η Ζίνα άρχισε να τρομοκρατείται. Κάποια στιγμή, κι ενώ ακόμη σκεφτόταν όλα αυτά τα ανεξήγητα γεγονότα, άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα και αμέσως νόμισε ότι θα ήταν ο Μιχάλης. Πήγε τρέχοντας μέχρι την πόρτα με Την ελπίδα ότι θα τον είχε τώρα για στήριγμα σ αυτές τις δύσκολες στιγμές που περνούσε.

Με το που άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα ο Γιάννης Σποκ. Τον άνθρωπο τον είχε δει μόνο δυο φορές. Την πρώτη φορά ήταν τότε που πήγαν να νοικιάσουν το σπίτι και τη δεύτερη προχθές τ’ απόγευμα που γαμούσε τη Άντα στον κήπο τους. Ο Γιάννης ήταν ντυμένος μ ένα καλό κουστούμι και φαινόταν πολύ κύριος. Χωρίς να της δώσει καμιά απολύτως εξήγηση, της πέρασε στο λαιμό ένα περιλαίμιο σαν κι αυτό που της είχε βάλει χτες βράδυ ο Τάσος. Η Ζίνα κατάλαβε ότι είχε βρει τον μπελά της. Στο μεταξύ απ’ το φόβο της οι ρώγες της είχαν σφιχτεί κι είχαν καυλώσει και στόλιζαν υπέροχα τις δυο σφιχτές, στητές κι ολοστρόγγυλες βυζάρες της. Η Ζίνα καταντράπηκε που στεκόταν μπροστά του ολόγυμνη. Αμέσως μετά προσπάθησε να κρύψει τη γύμνια της με τα δυο της χέρια. Ο Γιάννης άπλωσε το χέρι του και την έπιασε απ' την αριστερή της ρώγα και την έσφιξε δυνατά.

-    «Μα τι σ’ έπιασε; Τρελάθηκες; Πονάω!», του είπε.

Μόλις ο Γιάννης της άφησε τη ρώγα, η Ζίνα έφερε στο στήθος της και τα δυο χέρια για να προστατέψει τα βυζιά της. Αμέσως μετά κάθισε κάτω στην προσπάθειά της να κρύψει το μουνί της με τα μπούτια της.

-    «Πέρασα από ‘δω να σε δω και να σου πω να πάμε μια βόλτα...», της είπε χαμογελώντας, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.

Η Ζίνα τρελάθηκε. Της είχε κάνει αυτή την απρόσμενη επίσκεψη, τη βρήκε ολόγυμνη, της πέρασε αυτό το περιλαίμιο και τώρα της ζητούσε σαν καλός φίλος και γείτονας να την πάει βόλτα!

-    «Δεν γίνεται! Κάποιος μου έκλεψε όλα τα ρούχα!», του είπε και ξέσπασε σε λυγμούς.

-    «Μην ανησυχείς! Εμένα δεν μ’ ενοχλεί καθόλου να σε συνοδεύσω γυμνή».

-    «Δεν μπορώ να βγω έξω γυμνή. Θα γελάσει και το παρδαλό κατσίκι σε βάρος μου».

-    «Και τι έγινε; Ανάγκη τους έχεις; Μετά, δεν ξέρεις ότι η γειτονιά μας είναι γεμάτη τρελούς;»

Ο Γιάννης την τράβηξε δυνατά απ’ την αλυσίδα που είχε το περιλαίμιο και την έβγαλε σέρνοντας στο σκαλοπάτι της εισόδου. Οι γυμνές βυζάρες της τρίφτηκαν και γδάρθηκαν πάνω στο τσιμεντένιο σκαλοπάτι. Ο Γιάννης όμως συνέχισε να τη σέρνει πίσω του απτόητος, σαν να μη συνέβαινε τίποτε.

-    «Μη! Είσαι τρελός;», του είπε κλαίγοντας.

Εκείνος άρχισε να χαχανίζει. Το ευγενικό του βλέμμα κι η γλυκιά καλοσυνάτη φωνή του, είχαν πάει περίπατο. Η Ζίνα κοίταξε την αγριεμένη έκφραση του προσώπου του και τρομοκρατήθηκε.

-    «Δεν θέλεις να μάθεις πού βρίσκεται ο πιστός αντρούλης σου;», της είπε ειρωνικά. Δεν σε νοιάζει να μάθεις τι του συνέβη;»

-    «Ο Μιχάλης; Ξέρεις πού βρίσκεται ο Μιχάλης; Πες μου! Μη με κρατάς σε αγωνία».

-    «Είναι στο σπίτι μου. Υποθέτω ότι αυτή την ώρα θα διασκεδάζει με τη γυναίκα μου, τη Άντα. Φαντάζομαι ότι θα θέλεις να πάμε μέχρι εκεί να τον δεις».

Η Ζίνα προσπάθησε να σηκωθεί αλλά ο Γιάννης την έσερνε απ’ την αλυσίδα σαν σκυλί.

-    «Μείνε έτσι όπως είσαι! θέλω να δείξω στους γειτόνους μου ότι βγάζω τη σκύλα μου βόλτα για κατούρημα. Μπουσουλώντας θα μ’ ακολουθήσεις μέχρι το σπίτι!»

Η Ζίνα σκέφτηκε ότι έπρεπε να του κάνει τα χατίρια αν ήθελε να ξαναδεί τον Μιχάλη. Μια δυο φορές που επιχείρησε να σηκωθεί όρθια, ο Γιάννης της τσίμπησε τις βυζόρωγες και την έκανε να σέρνεται απ’ τον πόνο στο έδαφος. Όταν τελικά έφτασαν στο σπίτι του Γιάννη κι είδε τον Μιχάλη, κατάλαβε ότι έπρεπε να πάψει να ελπίζει σε κάτι καλύτερο. Έτσι όπως ήταν δεμένος, δεν μπορούσε, ακόμη κι αν το ήθελε, να τη βοηθήσει. Ο Γιάννης την κατέβασε σ’ ένα κατασκότεινο υπόγειο που στο πάτωμά του ήταν στρωμένο ένα παχύ χαλί. Ο χώρος της θύμιζε γυμναστήριο. Κοίταξε ολόγυρά της, είδε ένα σωρό μαραφέτια, αλλά Τίποτε απ’ αυτά δεν μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει. Το μόνο πράγμα που είδε και γνώρισε αμέσως ήταν ο Μιχάλης τον οποίο είχαν αλυσοδέσει με χοντρές αλυσίδες. Η Ζίνα τον είδε που χτυπιόταν απεγνωσμένα να ελευθερωθεί και τρόμαξε.

Στους καρπούς των χεριών του Μιχάλη είχαν προσαρμοσθεί δυο χοντροί μεταλλικοί κρίκοι οι οποίοι ήταν δεμένοι με αλυσίδες που κρέμονταν από γάντζους στο ταβάνι του υπογείου. δυο άλλοι μεταλλικοί κρίκοι ήταν σφιγμένοι γύρω απ' τους αστραγάλους του. Τα σκέλια του ήταν ανοιχτά, Περίπου στη διάσταση. Γύρω απ’ τη βάση του πούτσου του ήταν δεμένα ένα χοντρό σχοινί που κι αυτό κρεμόταν απ’ το ταβάνι μ ένα άλλο χοντρό μεταλλικό γάντζο. Μόλις ο Μιχάλης προσπαθούσε να χαμηλώσει και να πατήσει τις πατούσες του στο δάπεδο, το σχοινί τεντωνόταν και του τραβούσε δυνατά προς τα πάνω τον πούτσο και την αρχιδοσακούλα του. Ο Γιάννης έσπρωξε τη Ζίνα δίπλα στον Μιχάλη και της έδεσε τους καρπούς των χεριών της σε κάτι κρίκους, παρόμοιους με κείνους που ήταν δεμένοι στα χέρια του Μιχάλη. Μετά με τη βοήθεια μιας αλυσίδας και μιας τροχαλίας την σήκωσε γύρω στους δέκα πόντους απ’ το δάπεδο. Μόλις την κρέμασε κι αυτήν, ο Γιάννης έφυγε και τους άφησε μόνους.

-    «Μιχάλη! Αγάπη μου, τι θα μας κάνουν;»

-    «Δεν λες που είσαι τυχερή που είμαστε μαζί...», της είπε κα τράβηξε τα μπράτσα του προς τα πάνω γιατί το σχοινί κόνευε να του κόψει τον πούτσο και τ’ αρχίδια. «Κρίμα! Κι εγώ νόμιζα ότι θα μπορούσες να με βοηθήσεις».

-    «Εγώ; Εσύ έπρεπε να με βοηθήσεις. Τι θα κάνουμε;»

-    «Ούτε κι εγώ ξέρω. Μου είπαν ότι αν δεν δεχθείς να κάνεις ότι σου πουν, θα με αφήσουν να κουραστώ και να μου κόψει το σχοινί τον πούτσο. Ζίνα μου, κοίταξε να μην τους φέρεις αντίρρηση, αν δεν θέλεις να μείνω χωρίς πούτσο. Δώσε τους ότι σου ζητήσουν!»

-    «Καλά, δεν έφτασαν αυτά που μου έκαναν χθες βράδυ; Τι χειρότερο πρέπει να μου κάνουν;»

-    «Μην τους πας κόντρα Ζίνα μου! Μην γίνεις η αιτία για να μείνω άψωλος!»

Η Ζίνα άρχισε ν’ αναστενάζει και να ξεφυσάει απεγνωσμένα. Πριν όμως προλάβει να σκεφτεί οτιδήποτε, ακούστηκαν κάτι πατημασιές στη σκάλα του υπογείου. Σε λίγο εμφανίστηκαν μπροστά τους ο Γιάννης με τη Άντα κι οι δυο τους μισόγυμνοι. Ο Γιάννης ήταν ψηλός, γεροδεμένος και αθλητικός τύπος, ίσως πιο γερός και δυνατός απ’ ότι ο Τάσος. Ο Γιάννης φορούσε μια ρόμπα και μέσα απ’ το μισάνοιχτο κούμπωμα, ξεπρόβαλλε η χοντρή του πούτσα. Η Άντα ήταν μια καστανόξανθη μουνάρα, λίγο πιο ψηλή και δέκα περίπου χρόνια μεγαλύτερη απ’ τη Ζίνα. Αυτή φορούσε λιγότερα ρούχα απ’ τον Γιάννη.

Φορούσε ένα αραχνοΰφαντο σουτιέν που σκέπαζε ίσα ίσα τις τεράστιες βυζόρωγες της που είχαν καυλώσει κι απειλούσαν να σκίσουν το λεπτό ύφασμά του. Οι βυζάρες της τεράστιες, ολοστρόγγυλες και πεταχτές σαν τορπίλες. Αντί για κιλοτάκι φορούσε μια δερμάτινη λουρίδα που την είχε τυλίξει περίτεχνα γύρω απ' το μουνί, τα κωλομάγουλα της και τα μπούτια της. Η λουρίδα αυτή ήταν τόσο στενή που μόλις και μετά βίας κάλυπτε τα μουνόχειλα της και τη χαραμάδα του κώλου της. Αριστερά και δεξιά ξεπετάγονταν άπειρες κατσαρές τρίχες, οι τρίχες του μουνιού της. Ο Γιάννης στάθηκε μπροστά στην κρεμασμένη Ζίνα και κοιτούσε λαίμαργα τις βυζάρες της και τα μουνόχειλα της.

-     «Κάθε μέρα που περνάει», είπε ο Γιάννης στην Άντα, «αυτά τα μουνάκια γίνονται όλο και πιο νέα. Αυτή εδώ συγκεκριμένα, έχει τόσο λίγες μουνότριχες που δεν φτάνουν ούτε για μουστάκι».

Ο Γιάννης πλησίασε τη Ζίνα, της χούφτωσε γερά τις μουνότριχες, κι άρχισε να τις τραβάει με λύσσα, παρασύροντας μαζί και τη ίδια που κρεμόταν απ’ τις αλυσίδες.

-    «Μη! Πονάω! Δεν με λυπάστε;», φώναζε και ούρλιαζε η Ζίνα.

Το σημείο στο οποίο της τραβήχτηκαν οι μουνότριχες, την πονούσε και την έτσουζε σαν να της καρφώθηκαν χιλιάδες μυτερές βελόνες. Ξαφνικά ο Γιάννης της τις άφησε και η Ζίνα άρχισε να παλαντζάρει μπρος πίσω σαν εκκρεμές. Αμέσως μετά γύρισε, κι άρχισε να μιλάει στη γυναίκα του.

-    «Της υποσχέθηκα ότι αν ήταν καλή, θα της έδινα ένα μεγάλο κοκό. Δεν νομίζω όμως ότι με άκουσε όσο θα έπρεπε. Καταρχήν, στο δρόμο που ερχόμασταν ήθελε να σηκωθεί και να περπατήσει αντί να πάει μπουσουλώντας. Μου έπρηξε τ’ αρχίδια μέχρι να τη φέρω εδώ».

-    «Αν σε ταλαιπώρησε αγάπη μου της χρειάζεται μια καλή τιμωρία...», είπε κοροϊδευτικά η Άντα.

-    «Σωστά. Πήγαινε τότε και φέρε το μαστίγιο».

-    «Σοβαρά; θα με μαστιγώσετε; Τι σας έκανα;», ρώτησε έξαλλη η Ζίνα.

Ο Γιάννης άρχισε να χαχανίζει. «Δεν χρειάζεται να ρωτάς. «Άλλωστε, έτσι δεμένη που σ’ έχουμε, δεν μπορείς να κάνεις τίποτε. Το πολύ - πολύ θα μας κλάσεις τ’ αρχίδια». μετά γυρνώντας προς το μέρος του Μιχάλη, συνέχισε: «Αν δεν θέλεις κούκλα μου να βάλεις μυαλό, τότε μπορούμε να βάλουμε στον άντρα σου. Δεν μου κάνει κόπο να μικρύνω κι άλλο το σχοινί με το οποίο του έχουμε δέσει την πούτσα.

-    «Θα αστειεύεσαι βέβαια!», είπε έκπληκτος ο Μιχάλης. «Αν μου κοντύνετε κι άλλο το σχοινί θα μου κοπεί ο πούτσος».

-    «Μόνο ο πούτσος;», του είπε ο Γιάννης. «Τα αρχίδια σου τα ξέχασες;»

-    «Ζίνα, αγάπη μου, μην τους αφήσεις να μου το κάνουν αυτό...», άρχισε να παρακαλεί τη γυναίκα του.

-    «Από σένα εξαρτάται κούκλα μου...», της είπε ο Γιάννης. «Αφού δεν άκουσες αυτά που σου είπα, πρέπει να τιμωρηθείς. Αλλιώς; πες αντίο στον πούτσο και τ’ αρχίδια του αγαπημένου σου αντρούλη. Λοιπόν, θα δεχθείς να σε τιμωρήσουμε όπως σου ταιριάζει ή μήπως προτιμάς άψωλο τον Μιχάλη σου;»

Η Ζίνα άρχισε να τρέμει ολόκληρη απ’ το φόβο της. Δεν ήθελε ούτε να μαστιγωθεί, ούτε να μείνει άψωλος ο άντρας της. Στην κατάσταση όμως που ήταν, δεν μπορούσε να επιλέξει τι απ' τα δυο προτιμούσε περισσότερο. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να πάρει μια τέτοια απόφαση. Έτσι, όταν ο Γιάννης την ξαναρώτησε, η Ζίνα προτίμησε να υποστεί εκείνη την τιμωρία για να γλιτώσει τον Μιχάλη. Σε λίγο εμφανίστηκε και πάλι στο προσκήνιο η Άντα, κι ο Γιάννης αποσύρθηκε. Η Άντα της έδειξε το μαστίγιο που κρατούσε Και μάλιστα της το ‘τριψε στη μούρη. Μετά απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της και πήρε τη θέση που ήθελε. Η Άντα σήκωσε το μαστίγιο ψηλά και μετά το κατέβασε με δύναμή πάνω στα πεταχτά και τρυφερά κωλομάγουλα της Ζίνας. Εκείνη άρχισε να τσιρίζει απ’ τον πόνο. Ποτέ άλλοτε δεν είχε πονέσει τόσο πολύ. Κάτι τέτοιο δεν το είχε φανταστεί ούτε στα πιο εφιαλτικά της όνειρα.

-    «Μη! Όχι άλλο! Τι σας έφταιξα;», έλεγε με παρακλητικό τόνο η Ζίνα.

Η πρώτη βουρδουλιά άφησε στα κωλομέρια της μια βαθειά κόκκινη χαρακιά. Στη συνέχεια η Άντα άρχισε να χτυπάει ασταμάτητα και το κορμί της σε λίγο έγινε κατακόκκινο κα γεμάτο χαρακιές απ' το μαστίγιο. Κάποια στιγμή που η Άντα σταμάτησε, η Ζίνα νόμισε ότι το μαρτύριό της τελείωσε εκεί. Έπεσε όμως εκατό τα εκατό έξω στις προβλέψεις της. Κι ενώ νόμιζε ότι όλα θα πήγαιναν καλά, η Άντα ήρθε και στάθηκε μπροστά της και της έδωσε μια δυνατή βουρδουλιά πάνω στις φουσκωτές βυζάρες. Η Ζίνα άρχισε και πάλι να τσιρίζει και να βογκάει απ’ τον πόνο. Η δεύτερη βουρδουλιά πάνω στα βυζιά της την πέτυχε στις δυο της ρώγες που είχαν σηκωθεί σαν δάχτυλα απ’ τον πόνο. Μόλις οι βουρδουλιές άρχισαν να πέφτουν βροχή, η Ζίνα ένιωσε τις βυζάρες της να φουντώνουν σαν να είχαν πάρει φωτιά. Πριν προλάβει να πάρει μιαν ανάσα και να πει ότι αυτό ήταν όλο κι όλο το μαρτύριό της, ερχόταν η επόμενη βουρδουλιά που την έκανε να σπαρταράει απ’ τον πόνο. Το μυαλό της στριφογύριζε απ’ τον πόνο και κόντευε να τιναχτεί στον αέρα. Μετά από κάμποσο ξύλο, η Άντα κατέβασε το μαστίγιο και η Ζίνα κατάλαβε ότι η τιμωρία της είχε πλέον τελειώσει.

-    «Άντα, σταμάτα το μαστίγωμα και περιποιήσου αυτόν εκεί τον μαλάκα που κοντεύει το σχοινί να του κόψει τον πούτσο!», είπε ξαφνικά ο Γιάννης. «Βλέπεις, ο μαλάκας καύλωσε μόλις είδε να μαστιγώνεις τη γυναίκα του».

Η Ζίνα γύρισε στα πλάγια κι είδε τον Μιχάλη. Αυτό που είδε την έκανε να μείνει άφωνη. Ενώ εκείνη είχε φάει το ξύλο της χρονιάς της και πονούσε σ’ ολόκληρο το κορμί της, η πούτσα του άντρα της είχε γίνει σωστός λοστός απ’ την καύλα. Το βλέμμα του έδειχνε ότι είχε καυλώσει άγρια απ’ το θέαμα που είχε δει. Η Άντα πέταξε παράμερα το μαστίγιο που κρατούσε και πλησίασε τον Μιχάλη. Το βλέμμα της καρφώθηκε λαίμαργα πάνω στο παλαμάρι που στεκόταν όλο δόξα κι όλο χάρη ανάμεσα στα σκέλια του.

-    «Άντα αγάπη μου...», της είπε χαχανίζοντας ο Γιάννης. «Η πούτσα που βλέπεις δεν είναι η μόνη που έχει καυλώσει τόσο άτσαλα. Κι η δική μου έχει αγριέψει απ’ την καύλα και θέλει να ξεσκίσει κάποιο μουνάκι. Άντα, γιατί δεν παίρνεις μια τσιμπουκοπιπίλα στο φίλο μας από ‘δω όση ώρα θα ξεσκίζω εγώ αυτό το στενό μουνάκι;»

Η Άντα γονάτισε μπροστά στον Μιχάλη, ενώ ταυτόχρονα ο Γιάννης χούφτωσε δυνατά τα τρυφερά κι ολοστρόγγυλα κωλομάγουλα της Ζίνας. Η Ζίνα άρχισε να τρέμει. Άργησε να καταλάβει ότι το μαστίγωμα ήταν το ζέσταμα για να συνεχίσει το μαρτύριό της με ένα σωρό άγρια γαμήσια.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")