Αχόρταγη σύζυγος

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Είμαι ο Κώστας, 37 ετών, σε καλή σωματική κατάσταση, με καλή σχετικά δουλειά και είμαι παντρεμένος εδώ κι 7 χρόνια με τη Μαρία. Η Μαρία είναι 35 ετών και πριν λίγο καιρό ανακάλυψα ότι τελικά δεν ήξερα τα πάντα για εκείνη.

 

Η ιστορία:

Μετά από μια αγχωτική και κουραστική εβδομάδα στη δουλειά, είχε έρθει επιτέλους η Παρασκευή. Τελείωνα με κάτι εκκρεμότητες και ήμουν έτοιμος να φύγω. Το ρολόι έδειχνε ήδη 18:30, όταν έμπαινα στο αμάξι για το σπίτι. Φτάνω εκεί και με υποδέχεται η γυναίκα μου, η Μαρία. Είναι ξανθιά, 35 ετών, κανονικού ύψους, με πολύ ωραίο σωματάκι, πανέμορφα μάτια και πολύ όμορφο στήθος. Είμαστε 7 χρόνια παντρεμένοι και η σεξουαλική μας ζωή ήταν σε καλό επίπεδο.

Η Μαρία μόλις που είχε μπει και δεν είχε προλάβει να μαγειρέψει κάτι και ούτε θα προλάβαινε, διότι όπως μου είπε έπρεπε να ετοιμαστεί για να βγει έξω.

-    Που θα πας Μαράκι μου;

-    Μωρό μου, δεν πρόλαβα να στο πω, το ξέχασα. Είπαμε με τους συναδέλφους μου από τη δουλειά να βγούμε για φαγητό μωρέ. Έχουμε να βρεθούμε εκτός δουλειάς κάνα χρόνο. Σε πειράζει;

-    Όχι, βγες Μαράκι. Καλά να περάσεις.

Στην πραγματικότητα ήξερε ότι θα με πειράξει, καθώς οι συνάδελφοί της είναι καμιά 10αριά, εκ των οποίων 6 γυναίκες και 4 άνδρες, που σίγουρα κάποιος από αυτούς θα ορέγεται τέτοια ωραία γυναίκα. Ήμουν όμως τόσο κουρασμένος που δεν ήθελα να το συνεχίσω. Αποφάσισα να παραγγείλω κάτι απ’ έξω, να δω καμιά ταινία και να την πέσω. Λίγο αργότερα η Μαρία ήταν έτοιμη, βαμμένη και ντυμένη. Ντυνόταν πάντα σέξι και καυλωτικά, αλλά όχι πρόστυχα. Φορούσε λοιπόν ένα μαύρο φόρεμα, σχετικά κοντό και με φοβερό ντεκολτέ και μπότες ψηλές. Εγώ έπαθα πλάκα, αλλά δεν πρόλαβα ούτε να την αγγίξω. Με φίλησε πεταχτά, μου είπε ότι θ' αργήσει κι έφυγε βιαστικά, αφήνοντας στο σαλόνι να αιωρείται η υπέροχη μυρωδιά της.

Μόλις που έκανα ένα μπάνιο κι ετοιμαζόμουν να χαλαρώσω λίγο, ώσπου χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν η Τζένη, μια από τις καλές της φίλες από τη δουλειά.

-    Έλα Κώστα, τι κάνεις; Μου δίνεις τη Μαρία;

-    Έχει φύγει. Δεν είστε μαζί για φαγητό με τους συναδέλφους σας;

-    Όχι, ποιο φαγητό; Δεν ξέρω κάτι. Σπίτι είμαι.

Ok, εκεί έπαθα το μεγαλύτερο σοκ του έγγαμου βίου μου. Εγώ ανακάλυψα ότι η Μαρία μου είπε ψέματα και η Τζένη ανακάλυψε ότι μάλλον έκαψε τη φίλη της. Την παρακάλεσα να μην πει τίποτα στη Μαρία, να μην την ενημερώσει και ότι δε θα την εκθέσω. Όπως φάνηκε εκ των υστέρων, η Τζένη δεν την ενημέρωσε σχετικά με τη συνομιλία μας, ώστε να προετοιμαστεί. Ωραία φίλη κι αυτή. Τέλος πάντων, κι εγώ όμως δεν την εξέθεσα, όπως της υποσχέθηκα. Προσπαθώ να ξεπεράσω το σοκ, βάζω ένα ποτό και σκέφτομαι. Χαμένος μέσα στις σκέψεις μου, τα νεύρα μου, τη ζήλια μου, το άγχος μου κλπ, αποφάσισα να κάνω το παλιό, καλό κόλπο. Της έστειλα μήνυμα στο κινητό της ότι το επόμενο πρωί, Σάββατο, θα πρέπει να φύγω νωρίς για τριήμερο επαγγελματικό ταξίδι που προέκυψε εκτάκτως. Θα γύρναγα ξαφνικά και πιθανώς να τους έπιανα στα πράσα, αν όντως είχε κάτι και τον έφερνε και στο σπίτι. Ξάπλωσα και την περίμενα (ούτε λόγος για ύπνο φυσικά). Μόλις γύρισε, έκανα τον κοιμισμένο. Προσπάθησα να το παίξω ήρεμος και ψύχραιμος, έκανα δήθεν ότι ξύπνησα, της είπα ένα ψέμα για την έκτακτη δουλειά που μου προέκυψε και πέσαμε για ύπνο. Μύριζε αλκοόλ, είχε λίγο πειραγμένο make up και θα ορκιζόμουν ότι γύρναγε από γαμήσι, αλλά έπρεπε πρώτα να το διασταυρώσω.

Το επόμενο πρωί έφυγα πολύ νωρίς. Εκείνη κοιμόταν, πήρα 2 πράγματα σε μια τσάντα κι εξαφανίστηκα. Λίγες ώρες αργότερα, επέστρεψα με το αυτοκίνητό μου σε μια αλάνα απέναντι από το σπίτι μας, όπου είχα καλή ορατότητα προς στην πολυκατοικία μας. Παρατηρούσα την είσοδο, έβλεπα γείτονες να μπαίνουν και να βγαίνουν όλο το απόγευμα. Τίποτα το ύποπτο όμως. Η Μαρία δε βγήκε καθόλου, κάτι που διασταύρωσα κι από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε. Είχε πάει 20.00, είχα αρχίσει να κουράζομαι και ταυτόχρονα να πιστεύω ότι το σχέδιό μου είχε αποτύχει και ότι ίσως να έκανα και λάθος για τη Μαρία. Γιατί όμως μου είπε ψέματα για το φαγητό; Πού πήγε και στολίστηκε κι άργησε τόσο πολύ χθες;

Ε, η απάντηση δεν άργησε να έρθει. Δύο τύποι, 30αρηδες περίπου, χτυπούσαν σε κάποιο κουδούνι της πολυκατοικίας μας. Ρε λες; Μήπως αυτοί πάνε στο σπίτι μου; Δεν ξέρω ποιο ζιζάνιο μου έβαλε αυτή τη σκέψη, αλλά έπρεπε να βεβαιωθώ. Τους ακολουθώ, μπαίνω με τα κλειδιά μου στην πολυκατοικία και πάω στο ασανσέρ, το οποίο μόλις είχαν χρησιμοποιήσει. Έμφραγμα! Σταμάτησε το ασανσέρ στον 4ο, στον όροφό μας. Αποφάσισα να περιμένω και να μπω στο σπίτι 30 λεπτά μετά. Πράγματι έτσι έκανα για να λάβω την τελική επιβεβαίωση.

Μπήκα σιγά, τα φώτα ήταν χαμηλωμένα κι από το σαλόνι ερχόντουσαν διάφοροι ήχοι. Πλέον το έβλεπα ολοκάθαρα. Η Μαρία μόνο με το στρινγκ, με τις βυζάρες της έξω να παίρνει πίπα στους 2 τύπους που κάθονταν στον καναπέ μου. Εκνευρίστηκα, θύμωσα αλλά και καύλωσα. Από τη μια ήθελα να πάρω ένα μαχαίρι και να τους σφάξω όλους, αλλά το φούσκωμα που δημιουργήθηκε αμέσως στο παντελόνι μου είχε άλλη άποψη. Δε με είχαν ακούσει κι έμεινα εκεί, πίσω από την πόρτα να κοιτάω. Τώρα την είχαν ξαπλώσει στον καναπέ και την έγλειφαν και οι 2. Έπαιζαν με το μουνάκι της, την κλειτορίδα, τη γαμούσαν με δάχτυλα και αυτή βογκούσε. Πρέπει να έχυνε και μούγκριζε. Τότε την πιάνει ο ένας, τη στήνει στα 4 κι αρχίζει να της γαμάει το μουνάκι. Ο άλλος της τον δίνει στο στόμα κι αρχίζουν αυτό το πράγμα εναλλάξ.

-    Σκίστε με την πουτάνα, χύνω συνέχεια, ξεσκίστε με.

-    Θα σε γαμήσουμε μωρή βρώμα, θα σε βρει λιπόθυμη όταν γυρίσει ο άνδρας σου. Δυο μέρες θα τρως πούτσο.

Εγώ είχα σοκαριστεί, αλλά το καυλί μου είχε αρχίσει να ξεροχύνει μπροστά σε αυτό το θέαμα. Η γυναίκα μου ήταν πουτάνα κι εγώ απολάμβανα το ξεφτιλίκι μου. Ανήκουστο. Το γαμήσι συνεχιζόταν, οι τύποι την είχαν αλώσει κυριολεκτικά. Την είχαν βάλει ανάμεσα, ο ένας είχε ξαπλώσει κι ο άλλος είχε έρθει πίσω της και την πηδούσαν από μουνί και κώλο ταυτόχρονα. Εκείνη σχεδόν ούρλιαζε κι έτρεμε από ηδονή. Της έγλειφαν την πλάτη, τα βυζιά, την πηδούσαν κι εκείνη χανόταν.

-    Θα σε χύσουμε πουτάνα...

-    Χύστε με αγόρια, χύστε με τη γυναίκα...

Και οι 2 επιβήτορες της γυναίκας μου άδειασαν τα χύσια τους μέσα της. Ο ένας μέσα στον κώλο της κι ο άλλος στη μουνάρα της. Ούτε που πρόσεξα αν φορούσαν προφυλακτικά, πιθανώς και όχι, αλλά ήταν το τελευταίο που με απασχολούσε. Το δικό μου καυλί είχε επίσης πρηστεί μπροστά στο θέαμα της ξεσκισμένης γυναίκας μου, αλλά αποφάσισα να μη χύσω. Καλά έκανα, διότι 10 λεπτά αργότερα οι τύποι είχαν ξανακαυλώσει. Την έβαλαν να τους παίξει τα πουλιά, τους έγλειψε και ήταν ξανά έτοιμοι. Αυτή τη φορά την πηδούσαν ένας-ένας, με σειρά. Κράτησε παραπάνω, η Μαρία έχυνε ποτάμια και οι οργασμοί της μου προκαλούσαν απίστευτες καύλες. Δεν άντεχα. Έβγαλα έξω το καυλί μου, παρέμεινα πίσω από την πόρτα κι άρχισα να τον παίζω, βλέποντας τη γυναίκα μου να ξεσκίζεται με 2 άγνωστους στο σαλόνι μου.

Τώρα είχε ανέβει πάνω στον πούτσο τους ενός και ο άλλος της έγλειφε την πλάτη. Η καύλα μου βάρεσε κόκκινο και το πηχτό μου σπέρμα πετάχτηκε σε έναν δυνατό οργασμό. Δε με είχαν πάρει χαμπάρι εκείνοι. Βγάζω ένα χαρτομάντιλο, σκουπίζω τον πούτσο, το χέρι μου και την πόρτα και είμαι έτοιμος να φύγω. Την ίδια στιγμή οι 2 τύποι έχυναν στα βυζιά της Μαρίας μου. Έφυγα πολύ προβληματισμένος και τσαντισμένος. Είχε πάει 23.00 και την παίρνω τηλέφωνο να της πω ότι τελειώσαμε πολύ νωρίτερα τη δουλειά και ήμουν στο δρόμο της επιστροφής με το αμάξι μου.

Έκανα άσκοπες βόλτες με το αμάξι μέχρι να πάει 00.30. Μπαίνω μέσα, η Μαρία έβλεπε τηλεόραση και το σπίτι ήταν μαζεμένο. Τίποτα δε μαρτυρούσε ότι πριν γινόντουσαν παρτούζες. Με το που την είδα, ήρθαν στο μυαλό μου οι εικόνες από πριν. Ήθελα να τη χτυπήσω, αλλά προτίμησα να τη γαμήσω. Τη σηκώνω από τον καναπέ, την πηγαίνω στο κρεβάτι μας, τη γδύνω εντελώς και αρχίζω να της γλείφω τη μουνάρα. Στην αρχή ήταν λίγο απρόθυμη, αλλά γρήγορα έγινε και πάλι υγρή. Ήθελε κι άλλο πούτσο η αχόρταγη. Την έστησα στα 4 και της τον κάρφωσα στον κώλο.

-    Αχ… πονάω, πονάω πολύ...

-    Βούλωσε το, θα σε πεθάνω τσούλα...

Την πηδούσα από τον κώλο για κάνα 10λεπτο. Εκείνη πλέον είχε συνηθίσει, το ευχαριστιόταν και άρχισε να γαμιέται λυσσαλέα και μαζί μου. Ήρθε από πάνω μου, τον έχωσα πολύ βαθιά μέσα της, της ρούφαγα τις βυζάρες κι εκείνη χοροπήδαγε κι έχυνε. Έχυσα εκεί, μέσα της.

Το άλλο πρωί, ήρεμος και νηφάλιος, δεν άντεξα. Της τα είπα όλα κι έγινε κουρέλι. Άρχισε να κλαίει, να μου εξηγεί ότι αυτό ήταν μια τρέλα, ότι τους γνώρισε μέσω μιας φίλης της και δε θα τους ξαναδεί, ότι δε θέλει να με χάσει και τέτοια. Δε γινόταν όμως να είμαστε πλέον μαζί και το ήξερε κατά βάθος κι εκείνη. Πριν 2 βδομάδες, και μιας και δεν έχει βγει ακόμη το διαζύγιο, κάποιοι κοινοί μας φίλοι (που φυσικά δε γνωρίζουν λεπτομέρειες για τα ξεφτιλίκια μας) ξεκίνησαν μια προσπάθεια να τα ξαναβρούμε. Η Μαρία φαίνεται ότι θέλει και κάνει προσπάθειες να επικοινωνήσουμε ξανά, αλλά εγώ νιώθω ακόμη άσχημα. Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω, αν πρέπει να τη συγχωρέσω ή όχι. Η λογική λέει όχι, η καρδιά και το κορμί λένε μάλλον ναι. Τι να πω, θα δείξει ο χρόνος.

(Copyright protected OW ref: 64619)