Νιόπαντρη ερωτομανής (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ο Μιχάλης Ιωάννου κοίταξε τη γραμματέα του διευθυντή του η οποία συνέχιζε να περνάει κάποιες εγγραφές στα λογιστικά βιβλία, αμέριμνη σαν να μην τον είχε αντιληφθεί. Η Αυγή Ιωάννου ήταν γειτόνισσα και συνάδελφος του Μιχάλη. Ο Μιχάλης όμως ποτέ δεν είχε καταφέρει να τη δει τόσο ερευνητικά και ιδίως το μπροστινό μέρος του φορέματός της. Έτσι όμως ήταν σκυμμένη, το ντεκολτέ της ήταν ανοιχτό κι άφηνε τις μεγάλες, στρογγυλές και στητές βυζάρες της να φαίνονται. Εκείνο που καράφλιασε κυριολεκτικά τον Μιχάλη ήταν ότι η συνάδελφός του δεν φορούσε σουτιέν κι ότι οι ρώγες της ήταν μεγάλες, χοντρές κι εκείνη τη στιγμή καυλωμένες. Η πούτσα του Μιχάλη έγινε στη στιγμή παλούκι για χατίρι αυτής της γκόμενας που ήταν δέκα περίπου χρόνια μεγαλύτερή του.

Η Αυγή ανασήκωσε τα πυρόξανθα μαλλιά της που έπεφταν στο μέτωπό της και τα έριξε στους ώμους της. Ήταν μια γυναίκα με πολλά σωματικά προσόντα. Ψηλή, σαν τον Μιχάλη, γεμάτη πλούσιες και καλλίγραμμες καμπύλες, και με δυο βυζάρες που θα έκαναν κάθε νεαρό να πάθει ρεύση μόλις θα τις έβλεπε γυμνές. Πριν λίγο την είχε δει που περπατούσε στο διάδρομο κι έπαθε την πλάκα του απ’ τον τρόπο που κουνιούνταν τα ολοστρόγγυλα ! της μέσα στην εφαρμοστή της φούστα. Με τα μάτια καρφωμένα πάνω της άρχισε να τη γδύνει νοερά. Κάποια στιγμή η Αυγή σήκωσε το κεφάλι της απ’ τα χαρτιά και τον είδε που την κοιτούσε. Ο Μιχάλης πρόσεξε τα στρογγυλά γαλανά μάτια της που όποιος και να τα κοιτούσε θα τον μάγευαν.

-    «Α! Εδώ είσαι Μιχάλη;», του είπε σαν να μην είχε καταλάβει που βρισκόταν εδώ και κάμποσα λεπτά απέναντί της.

Ταυτόχρονα του χαμογέλασε κι ο Μιχάλης είδε ότι πίσω απ’ τα ροδοκόκκινα και σαρκώδη χείλη της κρύβονταν δυο σειρές κατάλευκα δόντια που έμοιαζαν σαν πλήκτρα πιάνου.

-    «Αν δεν κάνω λάθος μου είπες ότι ο διευθυντής ήθελε να με δει στις τέσσερις», της είπε και έσφιξε τον κόμπο της γραβάτας του.

Η Αυγή τον κοίταξε κάπως ερευνητικά την ώρα που φτιαχνόταν για να πάει στο γραφείο του διευθυντή. Πω πω πω! Αυτοί οι παντρεμένοι βρε παιδί μου... σκέφτηκε. Κάθε μέρα γίνονται όλο και πιο νέοι αντί να γερνάνε. Τα μάτια της κατηφόρισαν προς το στήθος του και λίγο πιο κάτω. Την ώρα που κοιτούσε το σφριγηλό νεανικό κορμί του, τα μουνόχειλα της άρχισαν να την γαργαλάνε και να υγραίνονται.

Ο Μιχάλης ήταν 1.80, δηλαδή γύρω στους πέντε πόντους πιο ψηλός από ‘κείνην. Τα μαλλιά του ήταν κάπως μακριά και για να μην πέφτουν στα μάτια του, τα χτένιζε προς τα πίσω. Το πρόσωπό του ήταν ιδιαίτερα συμπαθητικό, ενώ το κορμί του θύμιζε αθλητή. Μετά από μια γρήγορη επιθεώρηση του κορμιού του, το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω στο σήκωμα του φερμουάρ του παντελονιού του. Μόλις το είδε, της ήρθε τρέλα. Η πούτσα του συναδέλφου της ήταν σηκωμένη σαν παλούκι. Είδες τι κάνουν οι βυζάρες μου; σκέφτηκε. Το μόνο που έβλεπε τώρα ήταν ένα σήκωμα μέσα στο παντελόνι του. Εκείνο όμως που κατά βάθος την ενδιέφερε ήταν να τον δει γυμνό για να πάρει μάτι τις πραγματικές διαστάσεις αυτής της ψωλής.

Ο Μιχάλης ετοιμάστηκε για να πάει στον διευθυντή του. Όταν γύρισε και της έριξε μια τελευταία ματιά, έμεινε άφωνος καθώς την είδε να κοιτάζει ερευνητικά την πούτσα του. Προς στιγμήν έχασε την ψυχραιμία του αλλά σύντομα συνήλθε με το να υποθέσει ότι δεν θα καταλάβαινε η Αυγή αν του ήταν σηκωμένη ή όχι. Η Αυγή, ήταν εκείνη που τον είχε βοηθήσει να βρει αυτή τη δουλειά και δεν ήθελε να την προσβάλλει γι’ αυτό που έκανε τώρα. Μετά σκέφτηκε ότι δεν έφταιγε εκείνος που είχε καυλώσει, αλλά εκείνη που είχε αφήσει να φανούν οι βυζάρες της. Ο Μιχάλης προσπάθησε να πείσει τον πούτσο του να κατέβει, αλλά μάταια. Εκείνος συνέχισε να στέκεται όρθιος σαν κοντάρι σημαίας.

Η Αυγή χαμογέλασε και σηκώθηκε απ’ το γραφείο της. Ο Μιχάλης ένιωσε μια κάποια ανακούφιση που το βλέμμα της ξεκόλλησε από πάνω του. Μετά, την ακολούθησε καθώς εκείνη πήγαινε ν’ ανοίξει την πόρτα του διευθυντή.

-    «Μπες μέσα και κάθισε. Ο κύριος Γεωργιάδης λείπει, αλλά μπορείς να τον περιμένεις μέχρι να έρθει..», του είπε ανοίγοντας του την πόρτα.

Η Αυγή μπήκε πρώτη κι άναψε το φως. Ο Μιχάλης είδε το μεγάλο μαονένιο γραφείο του διευθυντή και το κοίταζε με έκπληξη. Η Αυγή πήγε στη γωνία κι άναψε κι ένα άλλο φως. Ο Μιχάλης κάθισε σε μια μεγάλη αναπαυτική πολυθρόνα που βρισκόταν μπροστά από το γραφείο. Η Αυγή πήγε προς την πόρτα κι ο Μιχάλη άκουσε ένα κλικ που έκανε η κλειδαριά. Η Αυγή είχε βγει έξω. Ο Μιχάλης άρχισε να νευριάζει που ο κύριος Γεωργιάδης αργούσε. Δευτερόλεπτα αργότερα όμως, η Αυγή ξαναμπήκε στο γραφείο και αυτή τη φορά κάθισε στην άκρη του με το πρόσωπό της προς τον Μιχάλη..

Η απόσταση που τους χώριζε ήταν πολύ μικρή. Ο Μιχάλης πρόσεξε τα μπούτια της που φάνηκαν καθώς η φούστα της ανασηκώθηκε προς τα πάνω. Κάποια στιγμή που τα άνοιξε περισσότερο, το βλέμμα του Μιχάλη έφτασε μέχρι μέσα κι είδε κάτι που του έκοψε την ανάσα. Η Αυγή δεν φορούσε κιλοτάκι! Στο βάθος φαίνονταν οι πυρόξανθες κατσαρές μουνότριχες της που στόλιζαν τα μουσκεμένα της μουνόχειλα. Ο Μιχάλης ήταν σίγουρος ότι αυτό που έβλεπε ήταν μουνί. Ο Μιχάλης σκέφτηκε να τραβήξει το βλέμμα του κάπου αλλού μην τυχόν και η Αυγή γυρνούσε προς το μέρος του κι έβλεπε ότι έπαιρνε μάτι το μουνί της.

Η Αυγή του χαμογέλασε και κούνησε προκλητικά τον κώλο της πάνω στο γραφείς. Κάτι τέτοια κόλπα τα ήξερα να τα κάνει με τον καλύτερο τρόπο, αφού είχε πολύ μεγάλη πείρα. Με το κούνημα αυτό τραβήχτηκε ακόμη πιο πάνω η άκρη της φούστας της. Παρόλο που ήξερε ότι ο Μιχάλης έπαιρνε ήδη μάτι το μουνί της, έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για να του το δείξει πιο καθαρά. Μόλις τον είδε που προσπαθούσε να αποφύγει αυτό το καυλωτικό θέαμα, χαμογέλασε.

-    «Ο κύριος διευθυντής θα έρθει τελικά;» τη ρώτησε τραυλίζοντας.

Στο μεταξύ το μέτωπό του είχε μούσκεψε απ’ τον ιδρώτα και η γραβάτα του έσφιγγε το λαιμό σαν να ήταν θηλιά.

-    «Μήπως ξέρεις τι με ήθελε;»

-    «Καλά, δεν το κατάλαβες ακόμη;», του είπε η Αυγή χαμογελώντας. «Ο κύρος διευθυντής λείπει σήμερα. Δεν σε ήθελε εκείνος, αλλά εγώ. Και μάλιστα με κλειστή την πόρτα για να έχουμε λίγη ησυχία για να μιλήσουμε. Υπόψη ότι δεν πρόκειται να μας ακούσει κανείς συνάδελφος, γιατί όλοι βρίσκονται στην αίθουσα, στην άλλη άκρη του διαδρόμου».

-    «Τι εννοείς; Τι σκοπεύεις να μου πεις πού δεν πρέπει ν’ ακούσουν οι άλλοι;», της είπε τραυλίζοντας.

Στο μεταξύ το βλέμμα του γλίστρησε και πάλι στο τριχωτό μουνί της που στεκόταν καμαρωτά απέναντί του.

-    «Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να σου ζητήσω μια χάρη. Πάψε να τραυλίζεις! Μπορείς αν θέλεις να πάρεις μάτι το μουνί μου όση ώρα σου γουστάρει. Όταν όμως θα σε ρωτάω κάτι, θέλω να μου απαντάς αμέσως γιατί αλλιώς θα σου μαδήσω τον πούτσο!»

-    «Σύμφωνοι! Εντάξει!», της απάντησε χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια του απ’ το μουνί της.

Απ’ τη θέση που καθόταν έβλεπε τα χοντρά μουνόχειλα της που είχαν ήδη υγρανθεί.

-    «Θα θυμάσαι, φαντάζομαι, ότι εγώ σε βοήθησα να βρεις αυτή τη δουλειά Αν δεν ήμουν εγώ στη μέση, ούτε που θα δέχονταν να σε δουν!»

-    «Τι εννοείς;», της είπε και σήκωσε το βλέμμα του να την κοιτάξει. «Ξέρω ότι μίλησες στον διευθυντή, αλλά δεν νομίζω ότι έκανες τίποτε παραπάνω».

Η Αυγή άρχισε να χαχανίζει και ταυτόχρονα σήκωσε τα μπούτια της και μαζί μ’ αυτά τη φούστα της. Μετά τα άνοιξε και φάνηκε ακόμη πιο ξεκάθαρα η μουνότρυπα της. Τώρα πλέον ο Μιχάλης, και να ήθελε, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τη μούνα της.

-    «Τον χαζό μου παριστάνεις; Δεν σκίστηκα για να σε πάρουν στη δουλειά; Και ξέρεις γιατί σε πήραν; Γιατί ο διευθυντής με γαμάει όποτε θέλει, μου δίνει τσιμπούκια κι εγώ σκίστηκα για να τον πείσω να σε πάρει».

-    «Μα καλά...»

-    «Καλάθια!», του είπε εκνευρισμένη η Αυγή.

Ο θυμός της είχε ήδη αρχίσει να φουντώνει.

-    «Ακόμη δεν αποφοίτησες απ’ το σχολείο και κατάφερες να βρεις μια δουλειά που να κερδίζεις πολλά χρήματα για να μπορείς να πληρώνεις το ενοίκιο του Γιάννη Σποκ. Πώς νομίζεις ότι βρέθηκες εδώ μέσα τη στιγμή που δεν είχες ιδέα γύρω απ’ τη δουλειά;»

-    «Μπορεί να μην ήξερα, αλλά μέρα με τη μέρα μαθαίνω».

-    «Αρχίδια μαθαίνεις! Ποιος σου είπε ότι σε πήραν εδώ πέρα για να σ’ εκπαιδεύσουν; Σε πήραν γιατί έχεις ωραία γυναίκα και διότι σαν νέος που είσαι μπορείς να γαμήσεις και να κάνεις γλειφομούνι. Τι άλλο μπορείς να κάνεις; Αφού σε βοήθησα, θα πρέπει κι εσύ και η γυναίκα σου να κάνετε κάτι για να μου το ξεπληρώσετε».

-    «Καλά, τι σχέση έχει η γυναίκα μου;»

-    «Έχει και παραέχει. Με τα λεφτά που παίρνεις απ’ αυτή τη δουλειά την ταΐζεις, τη ντύνεις, και της αγοράζεις μουνόπανα για το μουνί της. Λοιπόν, σκάσε! Μην ξανανοίξεις το στόμα σου παρά μόνο για να βγάλεις έξω τη γλώσσα σου να μου κάνεις γλειφομούνι. Ετοιμάσου! Θέλω να μου γλείψεις τη μούνα εδώ και τώρα!»

Η Αυγή έγειρε πίσω, στηρίχτηκε στον αγκώνα ι και με το άλλο της χέρι ανασήκωσε μέχρι τη μέση της τη φούστα. Μετά του έδειξε με το δάχτυλο της το μουνί της που είχε αρχίσει να μουσκεύει. Έτσι όπως είχε γείρει, τα μουνόχειλα της είχαν ανοίξει και το μουνί της έμοιαζε με τριαντάφυλλο της άνοιξης. Τα μουνόχειλα της ήταν βελούδινα, ροδαλά και μουσκεμένα Κι όπως είχαν ανοίξει, άφηναν να φαίνεται κι η χοντρή κα πεταχτή κλειτορίδα της.

-    «Μην κάθεσαι να με κοιτάς σαν χάνος! Έλα κοντά κι άρχισε να γλείφεις!», του είπε επιτακτικά. «Ή δέχεσαι να μου κάνεις γλειφομούνι εδώ και τώρα ή από αύριο το πρωί να αρχίσεις να ψάχνεις για καμιά άλλη δουλειά».

Το μυαλό του Μιχάλη κόντευε να στρίψει. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα απατούσε τη γυναίκα του νιόπαντρος άνθρωπος και μάλιστα παρά τη θέλησή. του. Ήξερε ότι αυτό που τον ανάγκαζαν να κάνει τώρα δεν ήταν σωστό. Μόλις πριν από τρεις βδομάδες είχε παντρευτεί. Η Αυγή όμως τον απειλούσε ότι αν δεν της έγλειφε το μουνί, θα έχανε τη δουλειά του. Αν έμενε χωρίς δουλειά, ο Γιάννης Σποκ θα τον έδιωχνε από το σπίτι αφού δεν θα μπορούσε να πληρώσει το νοίκι. Αν τους έδιωχναν, θα έπρεπε να πάνε να μείνουν στα πεθερικά του, πράγμα που δεν το ήθελε ούτε να το σκέφτεται, γιατί δεν τον ήθελαν για γαμπρό τους.

Όμως, υπήρχε κι ένας άλλος, πιο σοβαρός ίσως λόγος που τον υποχρέωνε να υποκύψει. Ήταν η πούτσα του που είχε γίνει παλούκι με το μάτι που είχε πάρει στο μουνί της. Όσο έβλεπε τη μούνα της, τόσο περισσότερο καύλωνε κι απειλούσε να σκίσει το παντελόνι. Στο μεταξύ τα χύσια που είχαν μαζευτεί στ’ αρχίδια του έβραζαν απ’ την καύλα και φοβόταν ότι θα πάθαινε ρεύση. Χωρίς λοιπόν να το ξανασκεφτεί, πλησίασε το στόμα του κοντά στο μουνί της κι άρχισε να της γλείφει τα μουνόχειλα.

Μόλις η γλώσσα του ακούμπησε τα μουνόχειλα της, η Αυγή άρχισε να βογκάει από ηδονή και καύλα. Αμέσως μετά έλυσε τη ζώνη της φούστας της, την τύλιξε γύρω απ’ το λαιμό του, και άρχισε να του τραβάει το κεφάλι πιο κοντά στη μήτρα της. Τα χείλια του κόλλησαν πάνω στην τρύπα της ηδονής της κι η μύτη του χώθηκε μέσα σ’ ένα πυκνό δασάκι από μουνότριχες. Η Αυγή άρχισε να γελάει με το κατόρθωμά της. Ο Μιχάλης δεν ήταν ο πρώτος άντρας που την πάθαινε. Πριν απ’ αυτόν την είχαν πατήσει πολλοί άλλοι που κατάφερε να τους μπλέξει στα δίχτυα της. Σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα τα μουνόχειλα της άρχισαν να στάζουν τους χυμούς τους και το πρόσωπο του Μιχάλη να μουσκεύει.

-    «Γλείψε με καλά ρε μαλάκα! Τι κάθεσαι και κωλοβαράς;», του είπε θυμωμένη. «Αν δεν μου το γλείψεις όπως πρέπει, τη γάμησες!»

Ο Μιχάλης άρχισε να γλείφει πιο γρήγορα για να την ευχαριστήσει. Δεν πίστευε στ’ αφτιά του. Μέχρι τότε είχε κάνει γλειφομούνι σε δυο μόνο γυναίκες, και η μία απ’ αυτές ήταν η γυναίκα του. Της Αυγής όμως η μούνα ήταν πιο γλυκιά και πιο ζουμερή απ’ ότι της νεαρής Ζίνα. Το πρώτο γλειφομούνι της ζωής του το είχε κάνει μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο σε μια καριόλα συμμαθήτριά του, αλλά τότε ήταν βιαστικός γιατί ήθελε να της χώσει στο μουνί τον πούτσο του αντί τη γλώσσα του. Το γλειφομούνι που έκανε στη Ζίνα, δεν το είχε ευχαριστηθεί καθόλου γιατί σαν άπειρη που ήταν δεν είχε φροντίσει να χύσει για να τον διευκολύνει. Αλλά κι εκείνος δεν είχε πείρα και το μόνο που τη έκανε ήταν να της τρίψει λίγο την κλειτορίδα με τη άκρη της γλώσσας του.

Τώρα όμως, αυτό το μουνί που έγλειφε πάνω στο γραφείο του διευθυντή του, ήταν ζεστό, γλυκό, μυρωδάτο και πάνω απ’ όλα όμορφο και καυλιάρικο. Μόλις τα πρώτα του ζουμιά έσταξαν μέσα στο στόμα του, άρχισε να τα ρουφάει και να τα καταπίνει λαίμαργα. Κάθε φορά όμως που σταματούσε για λίγο, η Αυγή έσπρωχνε το κορμί της μπροστά και του έχωνε τα μουνόχειλα της μέσα στο στόμα. Η Αυγή την είχε βρει άγρια. Με ένα έξυπνο κόλπο τον είχε κάνει να πέσει γονατιστός ανάμεσα στα μπούτια της και να της γλείψει το μουνί. Της άρεσε να επιβάλλεται στους άντρες και μάλιστα σε κάτι φοβητσιάρηδες και μαλάκες σαν τον Μιχάλη.

-    «Άντε ρε μαλάκα! Γλείψε μου σωστά το μουνί μου! Χώσε μέσα τη γλώσσα. Γιατί κωλοβαράς; Δεν βλέπεις πόσο με φούντωσες;»

Ο Μιχάλης συνέχισε να γλείφει πιο δυνατά και πιο γρήγορα. Κάποια στιγμή η μύτη του χώθηκε μέσα στα μουνόχειλα της και πήρε μια γεύση από μουνοζούμια. Μετά την έβγαλε κι άρχισε να την τρίβει πάνω στην ξαναμμένη της κλειτορίδα. Λίγο αργότερα έσφιξε καλά την γλώσσα του κι άρχισε να της τη βάζει και να τη βγάζει σαν τρυποκάρυδος. Η Αυγή άρχισε να βογκάει και να σκούζει απ’ την καύλα. Η γλώσσα του μούσκευε μέσα στα ζουμιά μουνιού της και ο Μιχάλης τα έγλειφε. Όταν την άκουγε να βογκάει άρχισε να της την χώνει όσο πιο βαθιά μπορούσε.

-    «Πιο βαθιά! Χώσε μου τη γλώσσα σου μέχρι τον πάτο. Κάνε με να καυλώσω άγρια και να χύσω».

Ο Μιχάλης άρχισε να βάζει και να βγάζει τη γλώσσα του με μεγάλη ταχύτητα σαν να ήταν πιστόνι. Από κάποια στιγμή και μετά τα ζουμιά της μούνας της έτρεχαν ποτάμι μέσα στο στόμα του κι εκείνος τα ρουφούσε λαίμαργα και τα κατάπινε.

-    «Κάνε τώρα δουλειά στην κλειτορίδα μου. Γλείφτη δυνατά και ρούφηξέ τη! Κάνε με να καυλώσω και να χύσω στη μάπα σου!»

Ο Μιχάλης πήρε την κλειτορίδα της στο στόμα του κι άρχισε να τη ρουφάει δυνατά. Από μέσα, η γλώσσα του άρχισε να παιχνιδίζει και να την ερεθίζει ακόμα περισσότερο. Μετά από λίγο την ένιωσε να τεντώνεται και να γίνεται σαν δάχτυλο. Αυτό τον φούντωσε περισσότερο κι άρχισε να τη ρουφάει με ακόμη μεγαλύτερη δύναμη.

Τη στιγμή που η Αυγή άρχισε να χύνει, τα βογκητά της ήταν δυνατά που έτριζαν τα τζάμια. Το στόμα του Μιχάλη γέμισε με χύσια γυναικεία κι εκείνος τα ρουφούσε, τα έγλειφε κι ύστερα τα κατάπινε. Το κολάρο του πουκαμίσου του είχε μουσκέψει απ’ τα μουνοζούμια της που έτρεχαν λες και ήταν ποτάμι. Το πρόσωπό του είχε μουσκέψει κι αυτό και η μύτη του είχε γεμίσει μ’ ένα υπέροχο γυναικείο άρωμα. Σε λίγο, όταν πλέον οι σπασμοί του μουνιού της υποχώρησαν η Αυγή του άφησε ελεύθερο το λαιμό που τόση ώρα του έσφιγγε με τη ζώνη της.

-    «Μπράβο! Βλέπω ότι άρχισες να καταλαβαίνεις!», του είπε χαμογελώντας. «Και τώρα, σήκω όρθιος και βγάλε τα ρούχα σου. Θέλω να σου ξεπληρώσω το ωραίο γλειφομούνι που μου έκανες».

-    «Αν έρθουν και μας πιάσουν στα πράσα, τι θα κάνουμε;», ρώτησε έντρομος ο Μιχάλης, επειδή φοβόταν μην τον απολύσουν.

-    «Αν είσαι τυχερός κι έρθει καμιά γκόμενα, τότε θα της κάνεις κι εκείνης γλειφομούνι!», του είπε και γέλασε σαρκαστικά.

Ο Μιχάλης ξεροκατάπιε και μετά σηκώθηκε όρθιος. Χωρίς να το καταλάβει είχε βρεθεί σε ένα μεγάλο αδιέξοδο. Η γυναίκα του τον περίμενε να πάει στο σπίτι κι αυτός έκανε γλειφομούνια και ξεβρακωνόταν στο γραφείο του διευθυντή του. Όμως ήξερε πολύ καλά ότι η Αυγή δεν αστειευόταν κι έτσι και δεν της έκανε τα χατίρια, θα έχανε τη δουλειά του. Χωρίς καμιά απολύτως καθυστέρηση έβγαλε τη γραβάτα του και ξεκούμπωσε το πουκάμισό του. Μετά έλυσε τη ζώνη του και κατέβασε το παντελόνι του. Μόλις κατέβασε και το σλιπάκι του, η πούτσα του τεντώθηκε σαν κοντάρι σημαίας κατευθείαν μπροστά.

-    «Για να δούμε τι λέει αυτός ο ωραίος πούτσος που μας παριστάνει τον μάγκα…», είπε χαχανίζοντας η Αυγή.

Αμέσως μετά σηκώθηκε και η φούστα της έπεσε κάτω και σκέπασε το μουσκεμένο της μουνί. Στη συνέχεια έδεσε τον πούτσο και τ’ αρχίδια του με τη ζώνη της και την τράβηξε μέχρι να σφιχτεί.

-    «Μη σφίγγεις! Πονάω!», της είπε.

Η Αυγή του είπε να καθίσει στην άκρη του γραφείου με τα πόδια ανοιχτά.

-    «Λοιπόν, άκου τώρα τι θα γίνει…», του είπε. «Αύριο το βράδυ θα έρθεις στο σπίτι μου στις εφτά. Φρόντισε να φέρεις μαζί και τη γυναίκα σου. Αν αργήσεις έστω κι ένα λεπτό, τη Δευτέρα θ’ αρχίσεις να ψάχνεις για άλλη δουλειά. Συνεννοηθήκαμε;»

-    «Γιατί επιμένεις; Τι έχεις στο μυαλό σου;», ρώτησε ο Μιχάλης ενώ ένιωθε τη ζώνη να του σφίγγει δυνατά τ’ αρχίδια και να πονάνε. «Για ποιο λόγο να φέρω μαζί και τη γυναίκα μου;»

-    «Πολύ βιάζεσαι! Θα έρθει η ώρα που θα το μάθεις. Αν δεν θέλεις να χάσεις τη δουλίτσα σου, να κάνεις ότι σου λέω. Κι όχι μόνο θα σε διώξουν από ‘δω, αλλά θα μιλήσω στον Γιάννη Σποκ και θα σε πετάξει με τις κλωτσιές απ’ το σπίτι του».

Ο Μιχάλης το πήρε απόφαση. Έπρεπε να κάνει ότι του έλεγε γιατί αλλιώς θα είχε ένα σωρό προβλήματα να λύσει. Αν τους έδιωχναν απ’ το σπίτι, η Ζίνα θα μαράζωνε γιατί της άρεσε πολύ. Χωρίς να το περιμένει, η Αυγή γονάτισε ανάμεσα στα σκέλια του και με μια επιδέξια κίνηση πήρε τον πούτσο του στο στόμα της. Με την πρώτη κιόλας το πουτσοκέφαλο του βρήκε το λαρύγγι της. Τα πρώτα χύσια του Μιχάλη έσταξαν μέσα στο στόμα της και η Αυγή τα έγλειψε, τα γεύτηκε και μετά τα κατάπιε ευχαριστημένη.

Μετά έσφιξε τα χείλια της γύρω απ’ το κρεάτινο παλούκι του κι άρχισε να κουνάει το κεφάλι της πίσω μπρος. Η Αυγή ήξερε πολύ καλά ότι τα χείλια της ήταν το ίδιο δυνατά με τα μουνόχειλα της κι αν συνέχιζε μ’ αυτό το ρυθμό για λίγο ακόμη, θα τον έκανε να χύσει στη μάπα της. Με το ένα της χέρι του χούφτωσε γερά την αρχιδοσακούλα του κι άρχισε να του σφίγγει τα δυο αρχίδια του που είχαν γίνει σαν αβγά. Σε λίγο, η πούτσα του τεντώθηκε ακόμη πιο πολύ και το πουτσοκέφαλο του έγινε κι αυτό χοντρό σαν αβγό. Μετά από ένα δυο γρήγορα κουνήματα της γλώσσας της και ρουφήγματα απ’ τα χείλια της, η αρχιδοσακούλα του άρχισε να αδειάζει τα χύσια του σαν πυροσβεστική αντλία.

-    «Πάρτα! Πάρτα όλα! Χύνω!» βόγκηξε ο Μιχάλης καθώς η πούτσα του άρχισε να της ποτίζει με καυτά χύσια το στόμα.

Για κάμποσα λεπτά η πούτσα του συνέχιζε ν’ αδειάζει πράγμα μέσα στο στόμα της κι κείνη τα κατάπινε λαίμαργα. Ο Μιχάλης είχε καυλώσει τόσο και την είχε βρει απ’ το τσιμπούκι αυτό, που δεν νοιαζόταν σε ποια γκόμενα το έδινε.

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")