Νιόπαντρη ερωτομανής (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
-    «Χτύπα με πιο δυνατά! Κάνε την κωλάρα μου να πονέσει!», ούρλιαξε η Άντα Σποκ.

Ήταν στημένη ολόγυμνη πάνω στη σανίδα καταδύσεων στην ιδιωτική πισίνα της που ήταν στην αυλή, πίσω απ’ το σπίτι της. Οι βυζάρες της τρεμόπαιζαν καθώς το κορμί της τρανταζόταν απ’ τα δυνατά χτυπήματα που της έδινε ο Γιάννης στα κωλομάγουλα της με μια ρακέτα πινγκ πονγκ.

Τα κωλοβάρδουλα της είχαν κατακοκκινίσει ενώ ταυτόχρονα τα μουνόχειλα της έσταζαν τα ζουμιά της καύλας της και μούσκευαν τα βελούδινα μπούτια της. Κάθε χτύπημα ήταν κι ένα ακόμη έναυσμα στον σεξουαλικό της πόθο που φούντωνε όλο και πιο πολύ. Το μουνί της έκαιγε σαν καμίνι και ποθούσε να νιώσει μέσα του μια βαρβάτη καυλάρα.

Ο Γιάννης ήταν κι αυτός ολόγυμνος σαν τη γυναίκα του, στεκόταν δίπλα της και τη χτυπούσε ασταμάτητα με τη ρακέτα του πινγκ πονγκ στον κώλο. Η πουτσάρα του είχε ήδη γίνει ένα χοντρό ματσούκι, ενώ απ’ την πουτσότρυπα του είχαν ξεγλιστρήσει τα πρώτα του χύσια. Το ξύλο αυτό δεν καύλωνε μόνο τη Άντα, αλλά κι αυτόν τον ίδιο.

-    «Το γουστάρεις το ξύλο μωρή καριόλα, έ;» της έλεγε φωναχτά αλλά η φωνή του ήταν πνιγμένη απ’ την καύλα και τον πόθο. «Θα σου δείξω εγώ μωρή ξεκωλιάρα! Πάρε κι αυτή, πάρε κι ετούτη!»

-    «Χτύπα με πουτσαρά μου! Μαύρισε μου τα κωλοβάρδουλα!», του έλεγε παθιασμένα η Άντα για να τον ενθαρρύνει να συνεχίσει.

Στο μεταξύ όσο πιο δυνατά τη χτυπούσε, εκείνη τόσο πιο πολύ την έβρισκε και τα μουνόχειλα της ποθούσαν άγριο ξέσκισμα.. Ήταν ήδη απόγευμα κι ο ήλιος σχημάτιζε στον τοίχο της αυλής σκιές απ’ τα λάγνα κορμιά τους. Ήταν καλοκαίρι κι έκανε αρκετή ζέστη. Κι όμως, το ξετρελαμένο απ’ την καύλα ζευγάρι συνέχιζε να χτυπιέται κάτω απ’ τον ζεστό ήλιο.

-    «Την είδες μήπως;», ρώτησε με πνιχτή φωνή η Άντα ενώ ταυτόχρονα κουνούσε τον κώλο της προκλητικά για να του δείξει ότι γούσταρε πολύ αυτό το ξύλο.

Ο Γιάννης άρπαξε τη γυναίκα του απ’ τα μαλλιά που τώρα είχαν μουσκέψει απ’ τον ιδρώτα και της τα τράβηξε Πίσω σαν γκέμια αλόγου. Η Άντα πόνεσε, ξαφνιάστηκε, αλλά κατάλαβε αμέσως γιατί της το έκανε αυτό ο Γιάννης.

-    «Σκάσε μωρή ξεπατωμένη! Η γκόμενα μας Παίρνει μάτι απ’ τον μαντρότοιχο!» της είπε ο Γιάννης συγκρατώντας τη φωνή του.

Η Άντα γύρισε με τρόπο προς τον μαντρότοιχο που χώριζε τη αυλή του απ’ την αυλή του διπλανού σπιτιού και είδε το πρόσωπο της γειτόνισσας τους.

-    «Δεν αντέχω άλλο!», είπε βογκώντας η Άντα. «Ανυπομονώ να χώσω τη γλώσσα μου μέσα στο μουνί της!»

Στο μεταξύ ο Γιάννης συνέχισε να την ξυλοκοπάει με όλη του τη δύναμη. Τα μουνόζουμα της έσταζαν ποτάμια πάνω στα μπούτια της ενώ η κλειτορίδα της είχε πρηστεί και κόντευε να εκραγεί απ’ την καύλα.

Ο Γιάννης γύρισε και κοίταξε με τρόπο την κατάξανθη γειτόνισσα τους που στεκόταν στον μαντρότοιχο και τους κρυφοκοίταζε. Ο Γιάννης κι η γυναίκα του ήξεραν πλέον ότι η Ζίνα Ιωάννου, έτσι έλεγαν την γειτόνισσα τους, έβγαινε σχεδόν κάθε απόγευμα στην αυλή της και περιποιούταν τα λουλούδια της μέχρι να γυρίσει ο Μιχάλης, έτσι έλεγαν τον άντρα της, απ’ τη δουλειά του.

Η γειτονιά τους ήταν αρκετά καλή, ήσυχη, απομονωμένη, και βρισκόταν στο βορειοδυτικό τμήμα της πόλης. Το σπίτι του Γιάννη και της Άντας Σποκ ήταν το μόνο αρχοντικό της περιοχής. Μπορεί όλα τα άλλα σπίτια της περιοχής να ήταν καλύτερα απ’ αυτό στο οποίο έμενε η Ζίνα με τον Μιχάλη, αλλά δεν τους ένοιαζε. Άλλωστε ήταν νιόπαντροι και αυτό είχαν καταφέρει να βρουν για να μείνουν από τότε που παντρεύτηκαν.

Επειδή δεν είχαν πολλά λεφτά, μόλις παντρεύτηκαν ήρθαν κι εγκαταστάθηκαν σ αυτό το σπίτι, χωρίς να πάνε ούτε για το μήνα του μέλιτος. Αυτό όμως δεν την στενοχωρούσε τη Ζίνα καθόλου. Το μήνα του μέλιτος όταν υπάρχει διάθεση, τον κάνεις και μέσα στο σπίτι σου. Πολλοί ήταν εκείνοι που είχαν σχολιάσει δυσμενώς τον γάμο τους επειδή και οι δυο ήταν αρκετά νέοι, αλλά αυτούς δεν τους ένοιαζε η γνώμη των άλλων.

Η Ζίνα έκοβε με την ψαλίδα κάτι αγριόχορτα κοντά στο μαντρότοιχο, όταν έτυχε να φτάσουν μέχρι τ’ αυτιά της βογκητά και μουγκρητά. Στη αρχή νόμισε ότι θα είχε ξεχάσει την τηλεόραση ή το ραδιόφωνό της ανοιχτό κι ακούγονταν από κει αυτοί οι ήχοι. Όταν όμως άκουσε και κάτι ήχους σαν παλαμάκια ή χαστούκια, κατάλαβε ότι έρχονταν από αλλού. Σηκώθηκε όρθια, τεντώθηκε, αλλά επειδή ήταν κοντή δεν κατάφερε να δει τίποτα.

Τα βογκητά που άκουγε ήταν σίγουρη ότι ήταν γυναικεία. Αμέσως το μυαλό της πήγε στη γειτόνισσα της, την Άντα. Υπέθεσε ότι θα είχε χτυπήσει στην αυλή και θα βογκούσε από τον πόνο. Μα, αυτά που άκουγε δεν ήταν βογκητά πόνου, αλλά προέρχονταν από ηδονή. Η Ζίνα σκέφτηκε να αφήσει το πράγμα να περάσει έτσι για να μη γίνει κιόλας και αδιάκριτη. Μετά όμως σκέφτηκε ότι δεν ήταν σωστό ν’ αφήσει τη γειτόνισσα της αβοήθητη αν είχε όντως χτυπήσει κι ήταν μόνη.

Πλησίασε τον μαντρότοιχο κι είδε ότι σ’ ένα σημείο του έλειπαν δυο τσιμεντόλιθοι. Πλησίασε το πρόσωπο της εκεί και προσπάθησε να δει μέσα στην αυλή του Γιάννη και της Άντας. Μόλις είδε τι ακριβώς συνέβαινε, κόντεψε να πάθει συγκοπή. Ποτέ δεν περίμενε να δει ένα τέτοιο θέαμα σ’ ένα ανοιχτό χώρο. Η Ζίνα είδε την ελκυστικότατη γειτόνισσα της ολόγυμνη και τουρλωμένη πάνω στη σανίδα καταδύσεων της πισίνας της κι από πίσω της τον Γιάννη, ολόγυμνο κι αυτόν με μια ρακέτα στο χέρι να χτυπάει τα κωλομάγουλα της γυναίκας του τα οποία απ’ το ξύλο είχαν ήδη γίνει κατακόκκινα.

Ο τρόπος με τον οποίο χτυπούσε ο Γιάννης την Άντα, την σοκάρισε. Γιατί άραγε τη χτυπούσε; Τι του είχα Κάνει; Δεν την λυπόταν να τη βασανίζει κατ’ αυτό τον τρόπο; Η Ζίνα σκέφτηκε να κάνει κάτι για να σταματήσει αυτό το μαρτύριο. Πριν όμως προλάβει να αντιδράσει, άκουσε τα λόγια της Άντας και την έλουσε αμέσως κρύος ιδρώτας.

-    «Χτύπα με! Πιο δυνατά! Μαύρισε μου τα κωλομέρια!», ούρλιαξε επίμονα η Άντα.

Η Ζίνα δεν ήξερε αν θα έπρεπε να πιστέψει τ’ αυτιά της ή όχι. Ήταν δυνατόν να θέλει μόνη της η Άντα το κακό της; Γιατί του ζητούσε να τη χτυπήσει; Κι ενώ η Ζίνα παρακολουθούσε έντρομη, ο Γιάννης τράβηξε τα μαλλιά της Άντας και της έφερε το κεφάλι της κοντά του. Μετά έσκυψε λίγο και κάτι της είπε στ’ αυτί ψιθυριστά.

Η Ζίνα ήθελε να φύγει για να μη βλέπει αυτή την αηδιαστική σκηνή, αλλά όσο κι αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να ξεκολλήσει απ’ τη θέση της. Αηδίαζε που τα έβλεπε. Ταυτόχρονα όμως άρχισε να νιώθει και μια παράξενη περιέργεια, κάτι που την έκανε να θέλει να μείνει να δει τι θα γινόταν στη συνέχεια. Τα κωλομάγουλα της Άντας είχαν γίνε κατακόκκινα απ’ το πολύ ξύλο. Ο Γιάννης όμως συνέχισε απτόητος τη δουλειά του και τα ζουμιά της μούνας της γυναίκας του συνέχισαν κι αυτά να κατηφορίζουν και να μουσκεύουν την μεταξωτή επιδερμίδα των μπουτιών της.

-    «Ξέσκισε μου τα κωλοβάρδουλα αγάπη μου! Μη με λυπάσαι! Χτύπα με δυνατά! Κάνε με να πονέσω πιο πολύ! Καύλωσε με καλά - καλά και μετά χώσε μου και τη ψωλάρα σου μέσα στη μούνα μου!», έλεγε η Άντα βογκώντας.

Τα λόγια της αυτά έκαναν τη Ζίνα να στρέψει την προσοχή της προς τον Γιάννη που κι αυτός ήταν ολόγυμνος. Είδε την χοντρή ψωλάρα του που ήταν στημένη σαν κολώνα κι από κάτω δυο βαριά τριχωτά αρχίδια που έμοιαζαν με πεπόνια. Παρόλο που βρισκόταν σε κάμποση απόσταση, η Ζίνα μπόρεσε να συγκρίνει αυτή την ψωλή με την ψωλή του Μιχάλη και έβγαλε το συμπέρασμα ότι αυτή ήταν αρκετά πιο μεγάλη και πιο χοντρή. Το πουτσοκέφαλο του Γιάννη έμοιαζε με αβγό και καθώς κουνιόταν εκείνος, ταρακουνιόταν Κι εκείνο στον αέρα.

-    «Πω πω πω! Τι καύλα είναι αυτή! Χτύπα με κι άλλο μέχρι να χύσω άγρια!», έλεγε με κομμένη την ανάσα η Άντα ενώ τα μουνόχειλα της έσταζαν τους χυμούς της καύλας της.

Ο Γιάννης έριξε μια κλεφτή πλάγια ματιά για να δει αν η μικρή και νιόπαντρη γειτόνισσα τους τους έπαιρνε ακόμη μάτι. Όταν την είδε εκεί, χαμογέλασε κάπως συγκρατημένα. Ο Γιάννης βεβαιώθηκε πλέον ότι είχε κάνει πολύ σωστή εκλογή και της νοίκιασε το διπλανό σπίτι. Κάποια στιγμή ένιωσε την ψωλή του να σκληραίνει ακόμη πιο πολύ και να γίνεται σωστό παλούκι. Επειδή ήξερε ότι η νεαρή γειτόνισσα του τον έπαιρνε μάτι, αποφάσισε να της δείξει τι μπορούσε να κάνει μ’ αυτό το μαρκούτσι σε κάτι μουνάκια σαν το δικό της.

Αμέσως πέταξε τη ρακέτα στην πισίνα και πλησίασε πίσω απ’ τον στημένο κώλο της γυναίκας του. Με το ένα του χέρι άρχισε να χτυπάει τα ξαναμμένα της κωλομάγουλα και με τ’ άλλο ακούμπησε το πουτσοκέφαλο του πάνω στα μουσκεμένα της μουνόχειλα. Μετά άρχισε να χουφτώνει άγρια τα κωλομάγουλα και τα μπούτια της Άντας και σε κάποια ανύποπτή στιγμή της κάρφωσε μονοκόμματα την πουτσάρα του μέσα στη μούνα.

Η Ζίνα τα είχε τελείως χαμένα. Ο Γιάννης είχε σταματήσει να τη χτυπάει με τη ρακέτα αλλά τώρα συνέχιζε να τη χτυπάει με τις παλάμες του. Μετά, μόλις είδε να της καρφώνει βάρβαρα την πουτσάρα του μέσα στο μουνί, της κόπηκε η ανάσα. Τα μάτια της Ζίνας γούρλωσαν και κοιτούσαν όλο απορία το χοντρό σαλάμι του να μπαινοβγαίνει μέχρι τον πάτο του μουνιού της γειτόνισσας της.

Η Ζίνα νόμιζε ότι η πούτσα αυτή μπαινόβγαινε μέσα στο δικό της μουνί κι άρχισε να νιώθει στα μουνόχειλα της μια παράξενη φαγούρα. Μ’ ένα τέτοιο παλαμάρι μέσα στο μουνί θα ένιωθε περίφημα. Ταυτόχρονα έφτανε στα αφτιά της ο ήχος που έκαναν τα μπούτια του καθώς χτυπούσαν πάνω στα ιδρωμένα και βελούδινα μπούτια και κωλομέρια της Άντας..

Κάποια στιγμή η Ζίνα έφερε την παλάμη της πάνω στο μουνί της, έξω απ’ το εφαρμοστό παντελόνι που φορούσε, λες κι ήθελε να το προστατέψει απ’ το άγριο καυλί του Γιάννη. Λίγο αργότερα, ένιωσε ότι το τζιν της ήταν μουσκεμένο σ’ εκείνο το σημείο. Τα ζουμιά του μουνιού της είχαν αρχίσει να ποτίζουν το ύφασμα κι η Ζίνα άρχισε να χαϊδεύει το υγρό εκείνο σημείο με τα δάχτυλά της. Κάθε φορά που έβλεπε τον Γιάννη να βυθίζεται μέσα στη γυναίκα του, ένιωθε την κλειτορίδα της να σφίγγεται και να πονάει.

-    «Πω πω πω! Τι σκληρό είναι το καυλί σου αγάπη μου! Με ξεσκίζει!» έλεγε βογκώντας η Άντα.

Ο Γιάννης τράβηξε την πουτσάρα του έξω απ’ το μουνί της κι άφησε μέσα της μόνο το ψωλοκέφαλο του. Μετά, αφού έπιασε γερά τα κωλομέρια της, την τράβηξε απότομα προς τα πίσω και της τον κάρφωσε βαθιά μέσα στη μήτρα. Το σκληρό του πουτσοκέφαλο φυτεύτηκε στον πάτο του μουνιού της σαν να ήταν βελόνα.

-    «Έτσι μπράβο! Γάμα με άγρια αγόρι μου! Γουστάρω τρελά και άγρια γαμήσια», ούρλιαξε από ηδονή η Άντα.

Η Ζίνα σοκαρίστηκε όταν άκουσε τα πρόστυχα λόγια της γειτόνισσας της, αλλά παρόλα αυτά συνέχισε να σφίγγει και να τρίβει το μουνί της. Κοιτούσε την ψωλή τον Γιάννη που μπαινόβγαινε μέσα στο ξένο μουνί και νόμιζε ότι έμπαινε στο δικό της. Το μουνί της ήταν μουσκεμένο και την έτρωγε. Από κάποια στιγμή και μετά είχε φουντώσει τόσο πολύ που ήθελε να βγει απ’ το παντελόνι της να πάρει λίγο αέρα.

Χωρίς κι αυτή να το καταλάβει, άνοιξε το πάνω - πάνω κουμπί. Μετά, με μια απότομη κίνηση κατέβασε. το φερμουάρ κι έχωσε την παλάμη της μέσα.. Τα δάχτυλά της άρχισαν να στριφογυρίζουν μέσα κι έξω απ’ τα μουσκεμένα της μουνόχειλα. Κάποια στιγμή ακούμπησε την κλειτορίδα κι ένιωσε τον πόθο της να φτάνει στο κατακόρυφο. Στο μεταξύ, τα μάτια της δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν απ’ το γαμήσι που έβλεπαν.

Ο Γιάννης είχε σκύψει και κοιτούσε με καμάρι την πούτσα του που πότε χανόταν και πότε εμφανιζόταν καθώς φυτευόταν μέσα στο μουνί της γυναίκας του. Τα μουνόχειλα της Άντας είχαν αρχίσει να σφίγγουν με αποτέλεσμα να τον κάνουν να καυλώνει περισσότερο. Ο Γιάννης γύρισε προς τον μαντρότοιχο να δει τη γειτόνισσα του. Η Ζίνα έμενε στη θέση της κι έπαιρνε άγριο μάτι. Απ’ το ύφος που είχε πάρει καταλάβαινε ότι της άρεσε ιδιαίτερα το θέαμα που έβλεπε. Ο Γιάννης κατάλαβε ότι η νεαρή γκόμενα που τη έλεγαν Ζίνα, είχε τσιμπήσει άγρια το δόλωμα που της είχαν ρίξει.

Ο Γιάννης έγειρε ολόκληρος πάνω στην Άντα και της φύτεψε πιο βαθιά την καυλάρα του. Μετά της τον ξανάβγαλε αφήνοντας μέσα στο μουνί μόνο το πουτσοκέφαλο του. Στο μεταξύ η Άντα άρχισε να του τον σφίγγει γερά με τα μουνόχειλα της, λες και ήθελε να του το κόψει.

-    «Μη σταματάς αγάπη μου! Μη μ’ αφήνεις αγάμητη! Θέλω δράση. Γουστάρω να με ξεσκίζεις και να πονάω!», άρχισε να διαμαρτύρεται η Άντα καθώς ο Γιάννης είχε αδρανήσει κάπως.

Στο μεταξύ η Ζίνα είχε πάθει την πλάκα της μ’ αυτά που έβλεπε. Ο Γιάννης την κοιτούσε με το πλάι του ματιού του και έκανε ότι καλύτερο μπορούσε για να την ξετρελάνει. Το μουνί της Άντας είχε πάρει φωτιά απ’ το άγριο γαμήσι που της έκανε και δεν σταματούσε να φωνάζει ούτε στιγμή

-    «Γάμησέ με πιο άγρια. Γουστάρω πιο βαρβάτα γαμήσια! Αυτό είναι! Χώστον μου μέχρι τον πάτο!»

Και ενώ έλεγε αυτά, ολόκληρο το κορμί της σπάραζε απ’ την καύλα. Κάποια στιγμή ο Γιάννης έβγαλε τελείως το καυλί του απ’ το μουνί της γυναίκας του και την πίεσε να χαμηλώσει πιο πολύ. Τώρα το πουτσοκέφαλο του βρισκόταν στην ίδια ευθεία με την κωλοτρυπίδα της που στεκόταν πεταχτή προς τα έξω σαν χείλια πεισματάρικου παιδιού. Ο Γιάννης ακούμπησε το πουτσοκέφαλο του πάνω στην βελούδινη κωλοτρυπίδα της και αφού τη μούσκεψε με τα ζουμιά του μουνιού της, της κάρφωσε το μισό παλούκι του μέσα στην σκατότρυπα της.

-    «Αααχ! Τι παλούκα είναι αυτή;», βόγκηξε η Άντα καθώς ένιωσε το χοντρό του παλαμάρι να της ζορίζει τη σφιχτή της κωλοτρυπίδα.

-    «Πάρε την ψωλάρα μου μωρή καριόλα και μη μιλάς! Αφού ξέρω πόσο γουστάρεις το γαμήσι απ’ τον κώλο! « της είπε ο Γιάννης και της τον φύτεψε πιο βαθιά.

Τα βογκητά της Άντας γίνονταν όλο και πιο συχνά, όλο και πιο δυνατά. Η Ζίνα στο μεταξύ κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια το τεράστιο καυλί του Γιάννη να φυτεύεται αλύπητα μέσα στη σκατότρυπα της γυναίκας του.

Μόλις είδε ότι της τον έχωσε όλο, άρχισε να ανοιγοκλείνει τα μάτια της για να σιγουρευτεί ότι δεν ήταν φαντασία της. Αμέσως μετά το χέρι της κόλλησε πάνα στα μουνόχειλα της και δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Τι άλλο της χέρι κατέβασε το τζιν που φορούσε μέχρι το γόνατα. Αμέσως μετά έχωσε ένα δάχτυλο μέσα στο μουνί της κι όταν είδε ότι της άρεσε, έχωσε κι ένα άλλο. Ένα άλλο της δάχτυλο άρχισε να πιέζει δυνατή την ερεθισμένη της κλειτορίδα. Το μουνί της φούντωσε από καύλα κι άρχισε να μουσκεύει άγρια.

Η Άντα στο μεταξύ συνέχισε να βογκάει και να ουρλιάζει και να παρακαλάει τον Γιάννη να τη γαμήσει πιο άγρια και με μεγαλύτερη ταχύτητα. Ο Γιάννης άλλα που δεν ήθελε. Άρχισε να επιταχύνει το ρυθμό του και ο πούτσος του μπαινόβγαινε μέσα στην κωλοτρυπίδα της σαν πιστόνι.

-    «Ξέσκισε μου την κωλοτρυπίδα! Κάνε με αγόρι μου να πονέσω! Έλα πουτσαρά μου πιο βαθιά!» ούρλιαξε η Άντα.

Ο Γιάννης άρχισε να επιταχύνει ακόμη περισσότερο το ρυθμό του. Τα βαριά αρχίδια του χτυπούσαν ρυθμικά και με δύναμη πάνω στα μουνόχειλα της που είχαν μουσκέψει κι έκαιγαν απ’ την καύλα. Δευτερόλεπτα αργότερα η πουτσάρα του άρχισε να ποτίζει με καυτά χύσια την κωλοτρυπίδα της.

-    «Χύσε αγόρι μου! Πνίξε με, με τα χύσια σου! Γουστάρω! Χύσε κι άλλο! Κοντεύω να χύσω κι εγώ μαζί σου!» έλεγε με κομμένη την ανάσα η Άντα.

Η Ζίνα είχε φουντώσει κι αυτή τόσο πολύ που ήθελε να βάλει κι αυτή τις φωνές. Δεν το τολμούσε όμως γιατί ντρεπόταν και φοβόταν μήπως γίνει ρεζίλη. Αυτά που έβλεπε δεν μπορούσε να τα πιστέψει. Δεν μπορούσε να φανταστεί ποτέ ότι μια τόσο χοντρή και μακριά ψωλή θα μπορούσε να χωρέσει σε μια τόσο στενή και σφιχτή κωλοτρυπίδα. Κι όμως, είχε μπει. Κι όχι μόνο αυτό, είχε καταφέρει να χύσει κιόλας και να κάνει και την γκόμενα που τον έπαιρνε να χύσει κι αυτή ταυτόχρονα.

Η Ζίνα άρχισε να βάζει και να βγάζει τα δάχτυλά της με δύναμη μέσα στο πυρακτωμένο της μουνί το οποίο έσταζε συνεχώς τους χυμούς της καύλας της. Η κλειτορίδα της είχε φουσκώσει κι είχε μετατραπεί σ’ ένα κεράσι απ’ την καύλα. Κι ενώ το ζευγάρι που έπαιρνε μάτι ξάπλωσε εξαντλημένο απ’ το γαμήσι πάνω στη σανίδα καταδύσεων της πισίνας, η Ζίνα έπεσε γονατιστή πίσω ακριβώς απ’ τον μαντρότοιχο. Η κωλάρα της στήθηκε στον αέρα, ενώ ταυτόχρονα και τα δυο της χέρια έτριβαν δυνατά τα μουνόχειλα της και πίεζαν την κλειτορίδα της.

Από κάποια στιγμή και μετά άρχισε να τρίβει τα κωλομάγουλα της πάνω στην άγρια επιφάνεια του μαντρότοιχου και ταυτόχρονα φύτευε το ένα μετά το άλλο τα δάχτυλά της μέσα στο πυρακτωμένο απ’ την καύλα και τον πόθο μουνί της. Ακόμη κι η παρθενική της κωλοτρυπίδα άρχισε να τη γαργαλάει και να ανοιγοκλείνει σαν λάστιχο.

Το μουνί της είχε πάρει φωτιά. Τα ζουμιά του είχαν μουσκέψει τα βελούδινα νεανικά της μπούτια κι είχαν καταβρέξει το τζιν. Μετά άρχισε να τρίβει την κωλοτρυπίδα της με τα μουσκεμένα της δάχτυλα και να την νιώθει να σφίγγει και να γίνεται σκληρή σαν κουκούτσι. Καθώς τα δάχτυλά της φυτεύονταν μέσα στη σφιχτή και γερή κωλοτρυπίδα της, τα μάτια της γούρλωναν και κόντευαν να πεταχτούν έξω απ’ τις κόγχες τους.

Λίγο αργότερα άρχισε να νιώθει μια φούντωση και ολόκληρο το σώμα της. Η Ζίνα δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά μια τόσο έντονη καύλα. Μετά από λίγο άρχισε να δαγκώνεται για να μην την ξεφύγει κανένα βογκητό καύλας και την ακούσουν οι γείτονές της που βρίσκονταν στην αυλή Τους. Κάποια στιγμή, ενώ συνέχιζε να γαργαλιέται και να τρίβεται μόνη της στο μουνί και την κωλοτρυπίδα, έγινε η μεγάλη έκρηξη. Τα μουνόχειλα της άρχισαν να ανοιγοκλείνουν ρυθμικά και Ταυτόχρονα να χύνουν τα μουνοζούμια τους με τους κουβάδες.

Όταν μετά από λίγο σταμάτησε να χύνει, ένιωσε τελείως καταβεβλημένη. Δεν μπορούσε να κάνει βήμα. Σιγά - σιγά το θολωμένο μυαλό της άρχισε να συνέρχεται και τότε συνειδητοποίησε τι την είχε καυλώσει και τι είχε κάνει. Παρόλα αυτά, δεν ήθελε να το πιστέψει. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι έχυσε παίρνοντας μάτι ένα άγριο γαμήσι.

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")