O τσοπάνος και οι φυσιολάτρες (3ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από antony_teach
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Πέρασε ενάμισι μήνας από την ερωτική μας νύχτα με τον προικισμένο τσοπάνη...

Η ιστορία:

Είχαμε πήξει στο διάβασμα και τα εργαστήρια. Ένα απογευματάκι Παρασκευής ενώ πίναμε το φραπεδάκι μας στη φοιτητική μας βεράντα μου λέει η Σίσσυ...

-    Αχ επιθύμησα ένα καλό περίπατο στο βουνό, να πάμε και να βρούμε και το φίλο μας τον τσοπάνη. Έχω καυλίτσες, σε πειράζει;

-    Όχι, της απάντησα, γιατί να με πειράξει. Αφού έτσι κι αλλιώς είδα τι πουτανάκι είσαι και ακόμη μαζί είμαστε.

Μου έριξε ένα βλέμμα μάλλον όχι πολύ φιλικό, αλλά η δεύτερη φύση της κυριάρχησε και μου έβαλε το λευκό χεράκι της πάνω στο πέος μου.

-    Μη γίνεσαι κακός. Αφού πήρες μάτι να με ξεσκίζει ο βλάχος και δεν είπες τίποτε πονηρούλη, σου άρεσε.

Ήταν αλήθεια. Γούσταρα τρελά να δω εκείνο το τεράστιο παλούκι να χάνεται στα βάθη του νεανικού της κόλπου και να την πλημμυρίζει καυτό βουνίσιο σπέρμα. Ετοιμάσαμε τα σακίδια μας και πρωί, πρωί ξεκινήσαμε για τα βουνά . Φτάσαμε μετά από 45 λεπτά , παρκάραμε και άρχισε η πεζοπορία της μιας ώρας, κατευθείαν για τη στάνη. Ελπίζαμε να τον βρούμε στο δρόμο. Πεινάσαμε όμως, δεν είχαμε κάνει καλό πρωινό και πήγαμε στο γνώριμο ποταμάκι για στάση, κολατσιό και κανένα τσιγαράκι. Μετά από καμιά ωρίτσα συνεχίσαμε πάλι την ανηφόρα. Φτάσαμε κατά τις 12 το μεσημεράκι στην περιοχή της στάνης, και ακούσαμε και τα προβατάκια να βόσκουν εκεί γύρω. Όμως άνθρωπος κανένας.

Πλησιάσαμε το σπιτάκι του τσοπάνη, η πόρτα κλειστή, και κάναμε να χτυπήσουμε ή να φωνάξουμε. Ακούσαμε όμως από μέσα σαν κάτι τριξίματα , βογγητά και χτυπήματα σε τοίχο. Έκανα νόημα στη Σίσσυ και πήγαμε το γύρω από την άλλη μεριά που είχε το σαραβαλιασμένο παράθυρο με τις ξεχαρβαλωμένες σανίδες. Ήταν μισοκλεισμένο σε γωνία ίσα να περνάει το φως της μέρας με το μάνταλο από μέσα πιασμένο. Πλησίασα, και από μέσα ακούγονταν ξεκάθαρα γυναικεία βογγητά ανείπωτης ηδονής και ρυθμικός χτύπος σάρκας με σάρκα. "Αχ… τι μου κάνεις Παντελή μου αχ…" σχεδόν έβαλα τα γέλια. Ο βλάχος γαμούσε.

-    Σίσσυ ήσυχα, είπα, πέφτει πούτσα μέσα.

-    Άσε με να δω , έλα, κάνε άκρη

είπε η μικρή, κι σπρώχνοντας με έχωσε τη μουρίτσα της στη γωνία του πατζουριού με φοβερή περιέργεια.

-    Πω, πω… χαμός είπε, τι γαμήσια. Έχει μια στα τέσσερα και της το κάνει πισωκολλητά, μου είπε.

Σε λίγο τα βογγητά εντάθηκαν και από τις δυο πλευρές. "Μ… γάμα μου το μουνί μου, κριάρι μου γάμα το…" ακούστηκε η βλάχα. "Θα στα χύσω ούλα…" ακούστηκε ο τσομπάνος. Σε κάνα πεντάλεπτο μετά ακούσαμε…

-    χύνω…

-    μη όχι μέσα μου…

-    παρ’ τα μωρή χαμούρα, θα σε γκαστρώσω εγώ αφού δε μπορεί ο μαλακοκάβλης ο άντρας σου…

-    ω… καίγομαι, καίει το χύσι σου…

ένας απίστευτος διάλογος και μετά αγκομαχητά και λαχάνιασμα. Περιμέναμε λίγο και μετά από κάνα πεντάλεπτο, πήγαμε σιγά-σιγά και χτυπήσαμε την πόρτα. Ακούστηκε μια τρομαγμένη φωνή

-    ο άνδρας μου, Παναγιά μου

-    σκάσε μωρή ποιός άνδρας σου, αφού πήγε στην πόλη. Θέλει 2 ώρες ακόμη να γυρίσει στο χωριό.

Ακούστηκαν βήματα και η πόρτα άνοιξε προβάλλοντας ο όμορφος άνδρας, που μόλις μας είδε έσκασε στα γέλια.

-    Βρε καλώς τα παιδιά μου, τα καλά, πω, πω… βίζιτες έχω πολλές σήμερα.

-    Έλα Μαριώ μη φοβάσαι κάτι φιλαράκι μου είναι από την Κ.......

-    Είμαι γυμνή μη μπουν μέσα.

-    Καλά σε περιμένουμε…

είπε αυτός και βγήκε έξω.

-    Καλώς μου τα καλώς μου τα, είπε ο τσομπάνος.

-    Άμα έχεις παρέα να φεύγουμε, μη σε βάλουμε σε δύσκολη θέση,

Απάντησα εγώ, ενώ η Σίσσυ είχε ένα ψιλο - κακιωμένο ύφος.

-    Βρε όχι να καθίσετε να περάσουμε όμορφα, μπας κι ακούσατε τίποτα από έξω;

Ρώτησε.

-    Όχι μόνο εμείς όλο το Βουνό, του είπα εγώ.

-    Και γι’ αυτό είναι όλο ζήλεια το μουτράκι της μικρούλας μου;… είπε ο βλάχος.

Τώρα την κοίταξα καλά. Το ήξερα αυτό το ύφος, όταν κοίταζα καμιά φίλη της καβλίτσα, (έχει κάμποσες), πως με κοίταζε μετά.

-    Εγώ να ζηλέψω; Ποτέ. Άλλωστε βόλτα κάναμε και είπαμε να περάσουμε.

Ο τσομπάνος πήγε κοντά της και τη σήκωσε ψηλά με τις χερούκλες του.

-    Σώπα, σώπα ομορφιά μου. Μη ζηλεύεις, θα σε κάνω εγώ να ξετρελαθείς

της είπε στο αυτάκι και της τη φίλησε, χουφτώνοντας της το κωλαράκι πάνω από το τζην. Λοιπόν θα ορκιζόμουνα ότι η μικρή μου είχε ανατριχιάσει, τουλάχιστον γιατί δεν είπε τίποτε και του έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο.

-    Είσαι πολύ πονηρός, παλιοτσοπάναρε" είπε.

-    Μαριώ έλα έξω μη ντρέπεσαι άιντε.

Η Μαριώ πρόβαλλε στο κατώφλι. Ήταν μια γυναίκα γύρω στα 35 σχετικά ψηλή, με μαντήλι στα καστανά μαλλιά της, όμορφο πρόσωπο, μεγάλα καστανά μάτια, λεπτή μέση, και για το σωματότυπο της πολύ μεγάλες βυζάρες. Φόραγε ένα τζιν και μια κολλητή μπλούζα με κουμπιά ως τη μέση.

-    Έλα Μαριώ, από εδώ τα παιδιά ο Νίκος με τη Σίσσυ

είπε ο τσομπάνος.

-    Μη ντρέπεσαι, έχουμε κάνει σεξ και οι τρεις μας. Είναι άνετα παιδιά…

και συνέχισε…

-    Η Μαριώ μικροπαντρεύτηκε με προξενιό γιατί ήταν ορφανή έναν άνδρα 25 χρόνια μεγαλύτερο, για τα λεφτά.

-    Σταμάτα Παντελή , ρεζίλι με έκανες…

είπε αυτή και κοκκίνισε.

-    Μπα, σώπα. Δε μπορεί να τη γαμήσει τέτοια γυναικάρα, ούτε παιδί δεν της κάνει ο άχρηστος, πες τα μωρή.

-    Δεν πειράζει μη την στεναχωρείς, είπα εγώ.

-    Αφού είναι ανίκανος και πούστης, δε του σηκώνεται με γυναίκα με τίποτα

είπε αυτός.

-    Εγώ τη ξεπαρθένεψα, συνέχισε… και ήτανε πολύ στενή, φανταστείτε τι ψωλή της έριξα, την έχω ανοίξει καλά.

-    Μια βδομάδα παντρεμένη τότε, με γυμνό άνδρα στο κρεβάτι, τι καύλες είχε που δε τη γαμούσε και ήθελε να του βάζει κωλοδάκτυλο και να του τραβάει μαλακία.

-    Με έκανες ρεζίλι μπουρτζόβλαχε, είπε η Μαριώ.

-    Σταμάτα μωρή, ούτε παιδί όμως από μένα θέλει, δυο φορές τη γκάστρωσα και το έριξε, συνέχισε αυτός.

-    Πω… παιδιά μη τον παρεξηγείτε, πίνει…

-    ξεκαρδίστηκε ο βλάχος. Πίνω για να ξεχνώ το μούνο σου που με τρελαίνει και ανεβαίνεις να στον σκίζω γιατί σε γαργαλάει.

-    Φτου σου κακορίζικε, με ξευτίλισες , ούτε του παπά δε τα έχω πει αυτά.

-    Παιδιά καθίστε να φάμε, θα βάλω σουβλί για πάρτη σας κι εσυ Μαριώ, άσε το μαλάκα να σε ψάχνει πες ότι πήγες για χόρτα. Έχω μάσει εγώ μια σακούλα, θα σου τη δώσω να την πας το απόγευμα.

-    Όχι, άμα σας χαλάμε την παρέα, να πηγαίνουμε…

είπαμε εμείς. Εγώ δηλαδή, γιατί η Σίσσυ χάζευε το βλάχο σα μαλακισμένο στο στόμα, την έβλεπα , ήταν καυλωμένη για τρελό γαμήσι. Τέλος πάντων καθίσαμε, ο βλάχος έβαλε φωτιά και που πήγε πίσω στη στάνη, έφερε ένα κατσικάκι ούτε δέκα κιλά. Το πέρασε σε ένα ξύλινο σουβλί λέγοντας…

-    έσφαξα το πρωί αχάραγο. Θα το πούλαγα στο χωριό αλλά χαλάλι σας.

Δεν είμαστε χορτοφάγοι και σαν ελληνόπουλα θυμηθήκαμε το Πάσχα, εγώ σκεφτόμουνα όμως το σουβλί του Βλάχου και τη μικρή μου καρφωμένη πάνω του. Της το είπα στο αυτί αλλά δεν γέλασε. "Βλακείες" μου είπε.

-    Πως γνωρίσατε τον Παντελή μου,

ρώτησε η χωριάτα αιφνιδιάζοντας με, γιατί χάζευα τις βυζάρες της με τις μεγάλες ορθωμένες ρώγες που τρύπαγαν το ύφασμα, από τον δροσερό αέρα του βουνού.

-    Μια φορά κάναμε πεζοπορία, τον συναντήσαμε στο δρόμο και μας φιλοξένησε εδώ" είπα.

-    Και γαμηθήκαμε σαν τα κουνέλια όλη νύχτα,

φώναξε από δίπλα αυτός. Η Σίσσυ παντζάρι μπροστά στην άλλη γυναίκα.

-    Α, έτσι ε..., έκανε η Μαριώ. Έφαγες μεζέ από μικρούλα παλιόβλαχε;

-    Τι μεζέ, Μαριώ μου, όλη νύχτα το κάρφωνα και δε με χόρταινε η Σισούλα μου. Κοίτα το πως με κοιτάει στα σκέλια.

-    Ουφ...

έκανε η Σίσσυ, δεν είναι κι έτσι.

-    Έτσι και χειρότερα είπα εγώ, παίρνοντας την εκδίκηση μου. Αχόρταγη είναι με το παλούκι του Βλάχου.

-    Ε… κάτι ξέρει κι Μαριώ από αυτό,

είπε αυτός. Και οι δυο γυναίκες κατακόκκινες. Εγώ γούσταρα τρελά τη φάση. Με τέτοιες κουβέντες-πειράγματα, υπονοούμενα και φανερά λόγια, πέρασε η ώρα, και το κατσικάκι μοσχοβολούσε, ενώ ο ακούραστος τσομπάνος το γύριζε στο σουβλί.

-    Σε είκοσι λεφτά τρώμε. Μαριώ σύρε να φέρεις στρωσίδια, ψωμί , και μαχαίρι να φάμε εδώ. Μη ξεχάσεις κι το κρασάκι…

διέταξε σχεδόν την ερωμένη του.

-    Πάω κι εγώ να βοηθήσω έκανε η μικρή μου

κι απόρησα. Μείναμε μόνοι με τον Παντελή.

-    Τις είδες, με ρώτησε. Γυρεύουνε αρσενικό και κοιτάν σα χαζά. Εσένα σε γουστάρει πολύ η Μαριώ, την είδα σε χαζεύει. Θα σε βάλω να τη γαμήσεις άμα θες.

-    Παντελή σε γουστάρω είσαι ξηγημένος τύπος, του είπα και η Σίσσυ σε πάει τρελά. Καν’ της ότι θες πάλι.

-    Μη σε νοιάζει, θα περάσουμε τέλεια…

είπε σηκώνοντας το κατσικάκι από τη φωτιά. Τα κορίτσια μας ήρθαν έξω φορτωμένα, στρώσανε ένα κιλίμι, κάτω από ένα πεύκο κόψανε ψωμί, τυρί, βάλανε κρασάκι στις κούπες, έκοψε σε μεγάλα κομμάτια το ψητό πάνω σε μια μεγάλη ξύλινη πιατέλα-σκάφη ο βλάχος και τρώγαμε όλοι με όρεξη πίνοντας στην υγειά μας. Που και που ο βλάχος χούφτωνε το κωλαράκι της κοπέλας μου από πίσω ή φίλαγε τη Μαριώ ξεδιάντροπα στο στόμα χωρίς οι γυναίκες να αντιδρούν καθόλου. Τις είχε υποτάξει στον έρωτα του, ήταν οι δούλες του χαρεμιού του, όπως οι προβατίνες στο κριάρι τους. Εγώ έπινα κι έτρωγα με όρεξη, ο πεύκος μοσχοβολούσε. Τέλος άνοιξης γαρ και μπορώ να πω ότι ήμουν σκληρός και καυλωμένος με το θέαμα. Πρέπει η Σίσσυ να ήταν μούσκεμα παπί στο μουνάκι. Την έβλεπα πως κούναγε τη μεσούλα όταν τη χούφτωνε ο τσομπάνος. Είχαμε αποφάει και ήμασταν μισό ξαπλωμένοι στο μαλακό στρώμα από πευκοβελόνες και το χαρέμι από επάνω του. Ο τσομπάνος είχε πάρει αγκαλίτσα τη μικρή μου και είχε προφανώς κολλήσει την στύση του στην πλάτη της ενώ τη χάιδευε στην κοιλίτσα και τα μπουτάκια. Η Μαριώ είχε μισό-γείρει και με κοίταζε με ενδιαφέρον στο παντελόνι όπου το πέος μου είχε θεριέψει.

-    Μαριώ μ, πέτα την μπλούζα σου, να δει το παιδί την ομορφιά που 'χουν οι βυζάρες σου είπε ο βλάχος.

Η Μαριώ είχε χαλαρώσει από την καβλοκουβέντα και το κρασάκι, ανασηκώθηκε μειδιώντας και κοιτάζοντας με μέσα στα μάτια, ξεκούμπωσε αργά τη μπλούζα της, από όπου ξεπρόβαλλε το πλουσιότερο, στήθος που έχω δει. Στητό , τεράστιο με μεγάλες θηλές σχετικά ανοιχτόχρωμες καφέ και δυο τέλειες ρώγες. Δεν έβγαλε την μπλούζα της αλλά με πλησίασε και έβαλε το ένα μου χέρι πάνω στο στήθος της.

-    Χάιδεψε με μορφονιέ μου…

Δεν ήθελα άλλο, την αγκάλιασα, χούφτωσα γερά το βύζο της και άρχισα να ρουφάω τον άλλον καυλώνοντας της τη ρόγα που την έφτανα μέχρι λαρύγγι. Ρούφαγα σα μανιακός πότε το ένα βυζί και πότε το άλλο ενώ αυτή βόγκαγε σαν τρελή. Εν τω μεταξύ, ο βλάχος είχε ακουμπήσει στον κορμό του πεύκου, δίπλα μου, η μικρή είχε έρθει ανάμεσα στα ανοιχτά του σκέλια , του πέταξε έξω τον όφη και τον ρούφαγε και τον έπαιζε τρελά.

-    Με πιθύμησες πουτανάκι μου ε; Έλα φα’ τον.

Εγώ είχα χώσει το χέρι μου ενώ έτρωγα τις βυζάρες της Μαριώς, μέσα στο τζην της που ήτανε μισοξεκούμπωτο και εξερευνούσα το εφηβαίο και το μουνί της που είχε ένα πυκνό, αλλά μεταξένιο τρίχωμα. Τα μαλακά και αφράτα της γυναικεία χείλη ήταν μούσκεμα από τα πρωινά της γαμήσια, αλλά και έσταζε η είσοδος νέα μέλια από την καύλα. Η Μαριώ με μια κίνηση με έγειρε πίσω να ξαπλώσω, μου άνοιξε το παντελόνι, χούφτωσε τη στύση μου κι άρχισε να με ρουφάει μέχρι λαρύγγι με μανία, πότε-πότε αφήνοντας το πέος μου στα δυνατά της χέρια και γλείφοντας τους όρχεις μου που πονούσαν από κάβλα, πρησμένοι. Ήταν τέλεια, η φύση, το θέαμα, το άρωμα του πεύκου.

Η Σίσσυ εντωμεταξύ είχε ξεφορτωθεί τα ρουχαλάκια της είχε μείνει μόνο με το στρινγκάκι και συνέχιζε το έργο της πάνω στο θεϊκό παλούκι του τσοπάνη. Ο τσομπάνης όμως είδε τα βυζάκια της και θυμήθηκε το αγαπημένο του σπορ. Της τα χούφτωσε, τα τράβαγε κάτω με φοβερή δύναμη, και της έστυβε τις ρόγες. Οι φωνές της πρέπει να ακούστηκαν κάνα χιλιόμετρο.

-    Αχ μη πονάω, α.. μη σταμάτα… πονάει, μη…

-    Σταμάτα μωρέ, του είπα. Πονάει δε βλέπεις;

Ξαφνικά η Σίσσυ άρχισε να βογκάει από ηδονή.

-    Το μουνάκι μου λειώνει, συνέχισε βάρβαρε άντρα... ω… με κάνεις και χύνω, οι ρόγες μου καίνε αλλά μου αρέσει.

Την είχε κατακτήσει ολοκληρωτικά.

-    Μαριώ έλα να δεις το μουνάκι της κοπέλας τι γλυκό και υγρό, έκανε ο βλάχος. Δεν έχεις δει ξανά τόσο μικρούλας.

Η Μαριώ με άφησε με τον πούτσο να κοιτάζει τον ουρανό, πήγε πίσω από τη μικρή μου και την άρπαξε από τα κωλομέρια χωρίζοντας τα κι άλλο. Της κατέβασε το στρινγκάκι ως τα γόνατα και έβαλε το πρόσωπο της μέσα στην κωλοχαράδρα της κοπέλας μου.

-    Μ… Παντελή μου είναι μουσκίδι και μοσχοβολάει. Είναι ξυρισμένη εντελώς.

Η Μαριώ χούφτωσε τη βυζάρα της ώστε να πεταχτεί η ρώγα μπροστά και το έχωσε στη χαράδρα της κοπέλας μου κι άρχισε να τρίβει τη ρώγα της πάνω κάτω πινέλο στο μουνάκι της Σίσσυ. Η Σίσσυ μπουκωμένη από το καβλί του βλάχου και τρελαμένη από το άρμεγμα, ήταν σε αφασία. Νομίζω με το ζόρι στεκόταν στα πόδια της, μουρμούριζε ακατάληπτες φράσεις. Εγώ είχα μείνει κάγκελο και με το πούτσο σίδερο.

-    Χωσ’ της τα δάχτυλα σου σε όλες τς τρύπες της Μαριώ. Θα δεις τι πουτανάκι είναι αυτή η τρούπρα…

Διέταξε, αλλά η Μαριώ που είχε υγράνει τις ρώγες της στο μουνάκι της νεαρής κοπέλας ήδη είχε πλησιάσει το πρόσωπο της και έγλειφε και φίλαγε τα κωλομαγουλάκια της Σίσσυ, προσχωρώντας στο μουνάκι της. Η καύλα μου κόντευε να γίνει αφόρητη.

-    Α… Μαριώ το ήξερα ότι είσαι μεγάλη πουτάνα…

είπε ο Βλάχος. Η Μαριώ ρούφαγε κι έγλειφε τα σφικτά χειλάκια του αιδοίου της μικρής μου, χώνοντας και τη γλώσσα της μέσα που και που. Ο βλάχος συνέχιζε το άρμεγμα κανονικά. Η Σίσσυ πρέπει να ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει, δεν ήταν στη γη πλέον. Η Μαριώ ήταν στα 4 πλέον κι έγλειφε με όλο της το είναι το νεανικό μουνάκι και την σφικτή κωλότρυπα της Σισσούλας μου.

-    Έλα μικρέ, δε βλέπεις τη Μαριώ που σου τουρλοκωλιάστηκε; Ξέσκισε την…

με παρότρυνε ο τσομπάνος. Πήγα πίσω από την τροφαντή αλλά όχι χοντρή κωλάρα της Μαριώς, που είχε στηθεί και είδα τον υπέροχο θάμνο της, να ξεπροβάλλει φουντωτός και στο βάθος δυο υγρά χείλη να γυαλίζουν. Της άνοιξα τα κωλομέρια και μπήκα με τη μια μέσα της, ενώ την γράπωσα γερά από τη μέση. Μούγκρισε από την καύλα. Της χαστούκισα τα κωλομάγουλα κι άρχισα να τη γαμάω με δύναμη. Εκείνη συνέχισε το γλείψιμο της μικρούλας με ορμή τώρα. Ο βλάχος είχε άλλα σχέδια όμως. Τράβηξε με δύναμη πάνω του τη μικρή μου Σίσσυ, την άρπαξε από τη μέση και τη σήκωσε στον αέρα σαν πούπουλο. Η μικρή μισολιπόθυμη από πόνο και κάβλα, ούτε που αναστέναξε και την κατέβασε σιγά-σιγά πάνω στον πελώριο κατακόκκινο από το γλείψιμο και κάβλα, όρθιο φαλλό του μέχρι τη ρίζα. Ακούστηκε μια ξεψυχισμένη κραυγή από την Σίσσυ, η οποία δεν είχε δύναμη ούτε να φωνάξει πια.

Ο βλάχος την ανεβοκατέβαζε ως τα μισά του πούτσου του πολύ γλυκά. Η Μαριώ έφυγε από τον εναγκαλισμό μου, αφήνοντας το μουσκεμένο μου πέος να κρεμαστεί στον αέρα, παραπονεμένο. Πλησίασε τη μικρή μου από πίσω την αγκάλιασε και της χούφτωσε ξεδιάντροπα τα βυζάκια.

-    Τώρα θα δεις πως αρμέγουμε εμείς οι Βλάχες…

της είπε και άρχισε να τη στύβει με τρυφερότητα και κάνοντας επιδέξιες κυκλικές κινήσεις ενώ κόλλησε την κοιλιά και το τριχωτό μουνί της στο κωλαράκι της κοπέλας μου.

-    Αυτό είναι θέαμα…

είπε ο βλάχος κι έγειρε πίσω. Εγώ πλησίασα, ανάμεσα στα ορθάνοιχτα πόδια του βλάχου και ξαναφόρεσα την ψωλή μου στο μούνο της Μαριώς ως τη ρίζα, που έσκυψε λίγο μπροστά για να με διευκολύνει. Η μικρή έγειρε μπρος στην αγκαλιά του μισογερμένου τσοπάνη κι όλοι μαζί ήμασταν ένα απίστευτο κουαρτέτο. Η Σίσσυ καβαλούσε κάνοντας μικρές κινήσεις μπρος-πίσω το παλούκι του τσοπάνη που την φιλούσε ρουφώντας όλο το στόμα της μέσα στο δικό του, η Μαριώ γερμένη πάνω της την άρμεγε με δεξιοτεχνία, κι εγώ κοπάναγα με αργές αλλά βαθιές και δυνατές ψωλιές στην κωλάρα της σφίγγοντας της τις βυζάρες, μπήγοντας τον σιδερένιο πούτσο μου βαθιά στα υγρά και καυτά της έγκατα. Την ένιωθα να με σφίγγει και να χαλαρώνει ρυθμικά τους μύες του κόλπου της κάνοντας μασάζ στο πέος μου που το ένιωθα όλο και πιο καυτό. Αρχίσαμε και οι τρεις να κινούμαστε μπρος πίσω με πιο απότομες ρυθμικές κινήσεις.

-    Τώρα θα χύσω τώρα… χύνω, χύνω…

Ακούστηκε ο τσομπάνος και τέντωσε το κορμί του, καρφώνοντας το μεγαλοπρεπές του όργανο ως τον πάτο της Σίσσυς που κρατώντας της σφικτά καθηλωμένη ως τη ρίζα του θάμνου του η οποία ακούστηκε να λέει ότι πονάει, αλλά σύντομα σώπασε νοιώθοντας τους σπασμούς του να την πλημμυρίζουν με καυτό ανδρικό σπέρμα ως εκεί που μπορεί μια γυναίκα να νοιώσει. Ένοιωθε τώρα σίγουρα, το καυτό του σπέρμα να της περιλούζει τη μήτρα και να κατεβαίνει προς τα κάτω στο εσωτερικό του κόλπου της. Η Σίσσυ (όπως μου τα διηγήθηκε αργότερα σπίτι) έσφιξε όσο μπορούσε το μουνάκι της χαμηλά να κρατήσει τις κρέμες του μέσα της. Δεν ήθελε να τελειώσει αυτή η αίσθηση.

Εγώ άρχισα γρήγορα να καρφώνω με τη ψωλή μου τη Μαριώ που με παρότρυνε και με χούφτωνε με το χέρι της στα αρχίδια με δύναμη, μέχρι που ανήμπορος να κρατηθώ άλλο, της τα έχυσα όλα μέσα βαθιά στη τριχωτή της μούνα , κι έπεσα πάνω στην πλάτη της να πάρω ανάσα. Ο τσομπάνος είχε πάνω στο στήθος του το κεφαλάκι της κοπέλας μου που τον είχε σφιχταγκαλιάσει και μισολιπόθυμη ίσα που ανάσαινε καρφωμένη ακόμη στην πουτσάρα του. Η Μαριώ πρώτη κουνήθηκε και έκανε στο πλάι, παρασέρνοντας με να ξαπλώσουμε στο κιλίμι δίπλα-δίπλα. Είχε ανοίξει τις μπουτάρες της και χούφτωνε τη μουνάρα της βάζοντας δάχτυλα μέσα. Ήθελε προφανώς να νοιώσει τα χύσια μου.

Ανασηκώθηκα λίγο και την είδα να έχει ανοίξει τις μουνοχειλάρες της διάπλατα και να χαϊδεύει το φουντωτό της μούνο με κυκλικές κινήσεις ενώ το σπέρμα μου έτρεχε από την τρύπα της, κρεμώδες κι ανακατεμένο με τα δικά της γυναικεία υγρά. Η Σίσσυ σήκωσε το κωλαράκι της, και πλοπ, ξεπετάχτηκε το θηρίο του βλάχου μισόσκληρο τινάζοντας σταγόνες σπέρματος παντού, ενώ μια μεγάλη ποσότητα από χύσι έτρεξε αμέσως πάνω στις αρχιδάρες του Βλάχου.

-    Αχ… με λέρωσες κουκλί μου,

έκανε αυτός ενώ η Σίσσυ τέντωνε το κορμάκι της και ξάπλωνε πάνω στο κορμί του τώρα.

-    Έχω μια καλή ιδέα, είπε ο Βλάχος. Το ‘χω δει σε ταινία τσόντα στον κινηματόγραφο όταν ήμουν φαντάρος στη Θεσσαλονίκη.

Σήκωσε τη Σίσσυ που τον κοίταξε απορημένη, τη γύρισε προς τα πόδια του και την έβαλε να ξαπλώσει πάνω στη Μαριώ με το κωλαράκι της, πάνω ακριβώς από τη μούρη της επίσης απορημένης Μαριώς. Εκείνη τη στιγμή, διάφανα πλέον χύσια άρχισαν να τρέχουν πάλι από το μουνάκι της Σίσσυς και έκαναν λούτσα τη μούρη της Μαριώς.

-    Έλα Μαριώ πιες το χύσι μου…

έκανε ο Βλάχος.

-    Σισσούλα μου, γλείψε τις κρέμες του αγοριού σου από τη Μαριώ.

Οι δυο κοπέλες άρχισαν ένα τρελό γλειφομούνι εξηνταεννέα. Εμείς κοιτάγαμε με τις ψωλές μας να είναι γερμένες στο πλάι, αλλά άρχισαν να σαλεύουνε μόλις το θέαμα άρχισε να προχωράει, ενώ οι κοπέλες άρχισαν να χρησιμοποιούν και τα δάχτυλα τους η μια στην άλλη ρουφώντας ότι έτρεχε έξω από τα φρεσκογαμημένα τους μουνιά. Η όλη φάση ήταν πολύ καυλωτική, ακούγονταν γλώσσες να κάνουν πολύ υγρούς ήχους πάνω στα χείλη των μουνιών τους και τις κλειτορίδες, συνοδευόμενες από κοφτά γυναικεία βογγητά. Ομολογώ ότι ήταν πολύ ερεθιστικό θέαμα και με τον τσομπάνη ο ένας να κοιτάει με ενδιαφέρον τη στύση του άλλου, εγώ από θαυμασμό για το μέγεθος του κι αυτός για το νεανικό μου φρεσκοξυρισμένο καυλί.

Ο τσομπάνης, που πρέπει να είχε ερωτευθεί την κοπέλα μου, πήγε στα γόνατα πάνω από το ξαπλωμένο κεφάλι της Μαριώς με τις αρχιδάρες του να κρέμονται πάνω από τη μούρη της και ξανάχωσε με μια κίνηση όλο το καυλί του μέσα στο μουνάκι της Σίσσυ που τινάχτηκε με απορία, αρπάζοντας την από τη δαχτυλιδένια μέση με τις χερούκλες του μη δίνοντας της καμία δυνατότητα να αντιδράσει.

-    Δε σε χορταίνω, δε σε χορταίνω αρνάδα μου, παρ’ το όλο, παρ’ το…

της έλεγε και τη γαμούσε πάλι δυνατά. Τώρα από το μουνάκι της στάζανε σαν μέλι ότι είχε και δεν είχε απομείνει από το χύσιμο του βλάχου μέσα. Η Μαριώ από κάτω της ρουφούσε με μανία την κλειτορίδα και με τη μαεστρική της γλώσσα και τα χείλη περιποιόνταν και τα αρχίδια του βλάχου. Καύλωσα πολύ κι ήθελα να χύσω πάλι, πήγα ανάμεσα στα ορθάνοιχτα μπούτια της Μαριώς μπροστά στο κεφαλάκι της Σίσσυς και της τον έδωσα πίπα. Άρχισε να με ρουφάει πολύ γλυκά ενώ βογκούσε από τα μαρτύρια που της έκαναν οι άλλοι δυο από πίσω. Χώνοντας τρία και τέσσερα δάχτυλα τώρα στο μούνο της βλάχας, έβγαλα το πέος μου σκληρό πάλι από το γλυκό γνώριμο στοματάκι της μικρής μου και σηκώνοντας τα πόδια της Μαριώς στον αέρα της τον έμπηξα ως τη ρίζα.

Ο βλάχος είχε χάσει τον έλεγχο, σαν θηρίο τώρα, γαμούσε με απίστευτα δυνατές και γρήγορες κινήσεις τη Σίσσυ μου που πόναγε. Έβλεπα το προσωπάκι της, αλλά και απίστευτα καυλωμένη δάγκωνε τα χείλη της για να μη φωνάξει. Απλά βογκούσε και κατέβαζε το κεφαλάκι στην κοιλιά της βλάχας κάθε φορά που ο βάρβαρος την παλούκωνε με το λοστάρι του. Εγώ γαμούσα όσο δεν είχα γαμήσει ποτέ, ένα μούναρο, υγρό, νοιώθοντας το απαλό τρίχωμα της να με χαϊδεύει κάθε φορά που τερμάτιζα τη διαδρομή μου. Δεν κράτησα πολύ και έχυσα πάλι στον καυτό βλάχικο κόλπο νοιώθοντας τον προστάτη μου να με καίει απίστευτα από μέσα. Πέθαινα μέσα της.

Έγειρα εξουθενωμένος και καταϊδρωμένος, αρπάζοντας μια πετσέτα υφαντή, και άρχισα να σκουπίζω όσο μπορούσα τον ιδρώτα μου. Δεν ήταν μισό λεπτό και πάλι ο Βλάχος καρφώνοντας τέρμα το μωρό μου που πετάχτηκε από πόνο, έχυνε πάλι. Την έκανε ολοκληρωτικά δικιά του, σεξουαλική του σκλάβα και υποχείριο των διαθέσεων του. Η σκηνή απίστευτη. Είχε σηκωθεί στον αέρα αυτός, γερμένος λίγο πίσω, τα χέρια του λίγο πιο πάνω από τη μέση της, σαν κούκλα στον αέρα με την ψωλάρα του καρφωμένη μέσα της ολόκληρη να χύνει, κι αυτή στον αέρα εντελώς σε γωνία, τα πόδια της τεντωμένα προς τα πίσω, το κεφαλάκι γερμένο μπροστά και τα χέρια της να πασχίζουν να στηριχθούν κάπου, καθώς ο Βλάχος την κάρφωνε κάνοντας μικρές κινήσεις δεξιά-αριστερά καθώς την έχυνε μέσα της.

Όταν επιτέλους στράγγιξαν τα τεράστια αρχίδια του την σήκωσε πιο ψηλά στην αγκαλιά του γυρίζοντας την πάνω του, ενώ αυτή τον αγκάλιασε με τα λεπτά της χεράκια και τα πόδια της έκαναν ένα δαχτυλίδι γύρω από τη μέση του. Η ψωλάρα του τώρα κρεμόταν χαλαρή ανάμεσα στα πόδια του ενώ το ορθάνοιχτο μουνάκι της στράγγιζε πάνω στην κοιλιά και τα γεννητικά του όργανα. Ένα ρυάκι σπερματικών υγρών είχε σχηματιστεί στο υπογάστριο του και διέτρεχε το μήκος του πέους του προς τα κάτω, καταλήγοντας στο κάλυμμα της βαλάνου του κι από εκεί στάζοντας στο κιλίμι. Δεν την ένοιαζε καθόλου για εμάς. Ήταν δική του.

Εμείς (εγώ και η Μαριώ) ξαπλωμένοι κάτω χαζεύαμε το θέαμα μη λέγοντας λέξη. Οι δυο τους βαριανάσαιναν αγκαλιασμένοι, ενώ ο βλάχος είχε ακουμπήσει την πλάτη του στον κορμό του πεύκου. Δεν ήθελαν να περάσει αυτή η στιγμή. Η Μαριώ χαζοχαϊδευε το τρίχωμα του μουνιού της με το αριστερό, ενώ είχε πιάσει με το δεξί και πολύ τρυφερά μου χάιδευε ψωλή και αρχίδια.

-    Είσαι πολύ γλυκό αγόρι, μου είπε στο αυτί.

-    Κι εσύ Μαριώ μου είσαι γυναικάρας, της ανταπόδωσα. Έχεις φανταστικό μούνο.

-    Δες, δες, αγαπιούνται...

είπε η Μαριώ πάλι, δείχνοντας με το κεφάλι το σφιχταγκαλιασμένο όρθιο ζευγαράκι που φιλιόνταν με πάθος στο στόμα.

-    Ελάτε, ελάτε, είπα εγώ. Ξαπλώστε και λίγο, πάρτε μια ανάσα.

Με κοίταξαν και οι δυο τους κι έβαλαν τα γέλια.

-    Μικρέ μου ελπίζω να μη σε πειράζει που σου αγάπησα το κορίτσι σου και που της πέταξα τα μάτια στον πούτσο ε;

έκανε πρόστυχα ο τσομπάνος.

-    Τα ήθελε ο κωλαράκος της κι άλλωστε δεν είναι και γυναίκα μου, είπα εγώ.

-    Επίσης σου γάμησα κι εγώ τη γκόμενα και πατσίσαμε, συμπλήρωσα.

-    Σωστά, σωστά.

-    Ε… έκανε η Μαριώ, σταματήστε αμέσως τις προστυχοκουβέντες.

-    Έχεις δίκιο Μαριώ μου συγνώμη…

είπε ο τσομπάνος , αποδεικνύοντας ότι τελικά ήταν πολύ καλό παιδί. Ξαπλώσαμε όλοι μισογελώντας και χαζοκουβεντιάζοντας στο κιλίμι.

-    Σαν να έβαλε ψύχρα,

είπε ο τσομπάνος, και ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι ο ήλιος είχε χαμηλώσει πάρα πολύ. Πρέπει να κάναμε έρωτα πάνω από τρεις ώρες μετά το φαγητό και στα βουνά το απόγευμα δροσίζει νωρίς. Ντυθήκαμε όλοι, την Σίσσυ την βοηθήσαμε να ντυθεί, δεν έπαιρνε τα πόδια της και με το δίκιο της βέβαια.

-    Πρέπει, να φύγω, έκανε η Μαριώ. Ο άντρας μου θα έχει γυρίσει από ώρα.

-    Γάμησε τον ρε Μαριώ, απάντησε ο τσομπάνος. Μείνε απόψε εδώ να κοιμηθούμε όλοι μαζί. Και τα παιδιά θα μείνουν, έτσι δεν είναι παιδιά;…

είπε σχεδόν παρακαλεστά ο τσοπάνης.

-    Αχ… Παντελή μου δεν ξέρω... θα με ψάχνει, τι θα πω;

-    Πες του μαλάκα, ότι είσαι εδώ μαζί μου και θα σε φιλοξενήσω εγώ.

-    Μα δεν πήρα του κινητό μαζί μου επίτηδες να μη μπορεί να μου τηλεφωνήσει.

-    Χα… πάρε απ’ το δικό μου

έκανε ο Βλάχος.

-    Όχι μετά θα σε σκοτίζει στο τηλέφωνο.

-    Μπορεί να πάρει από της Σίσσυ, πετάχτηκα εγώ μη ξέροντας γιατί.

-    Ωραία ιδέα, είπε ο τσοπάνης. Πάμε στο καλύβι να πάρεις και να ανάψουμε φωτιά.

Πήγαμε όλοι. Τη Σίσσυ τη στήριζα εγώ να περπατήσει. Εμ βέβαια άμα σου χώσουνε ένα παλούκι από κάτω πως να πάρεις βήμα μετά. Την είχε ξεπατώσει ο πούστης και πόναγε η μήτρα και οι σάλπιγγες της από τα ανελέητα χτυπήματα του απίστευτου πούτσου του στον πάτο της. Την έβαλα και ξάπλωσε στο πρόχειρο κρεβάτι του βλάχου, που το ήξερε από τη προηγούμενη φορά και έδωσα από το σακίδιο της το κινητό της στην Μαριώ. Αυτή κάλεσε ένα νούμερο και σε έντονο ύφος εξήγησε στον... κερατά ότι δε θα πάει σπίτι το βράδυ. Πρέπει να είχε γίνει ξανά γιατί ακούσαμε να λέει…

-    Τι πάλι; Όποτε θέλω εγώ θα έρχομαι σπίτι. Εσύ έτσι κι αλλιώς δε μπορείς να με κάνεις να νοιώσω γυναίκα. Ο παντελής με ψοφάει στο γαμήσι ανίκανε μαλάκα.

και του έκλεισε το τηλέφωνο.

-    Την άλλη φορά έφυγα τρεις μέρες. Μου πήρε αυτοκίνητο για να πάω πίσω.

Μπήκε ο Βλάχος μέσα, και δίνοντας μια γερή χαστουκιά στα κωλομέρια της Μαριώς είπε…

-    Έλα Μαριώ μου πάμε να ταγίσουμε, να ποτίσουμε και να αρμέξουμε τα πρόβατα, όλη μέρα δε βγήκαν.

-    Πάμε Παντελή μου, να σε βοηθήσω κι εγώ. Κακορίζικε κι εσύ εδώ χάμω να παλεύεις μονάχος, να ξεκουραστούνε και τα παιδιά μέχρι το βράδυ.

Πράγματι, αν και νωρίς απογευματάκι, έναν υπνάκο τον έριχνα κι έτσι έγινε. Ξάπλωσα πλάι στη μικρή μου που ήδη ταξίδευε στην αγκαλιά του Μορφέα σκεπασμένη με κουβερτούλα από αργαλειό. Πρέπει να κοιμηθήκαμε τουλάχιστον δυο ώρες, ακούγοντας στο βάθος του ύπνου μας, τα κουδουνάκια και τα βελάσματα από το κοπάδι που δέχονταν τις περιποιήσεις του βλάχου και της βλάχας.

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 62627)