Η γειτόνισσα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Παρατηρήσεις αποστολέα: Όση ώρα σας γράφω την ιστορία, έχω σταματήσει δυο φορές και τον έχω παίξει απ’ την καύλα μου.

Η ιστορία:

Καλησπέρα σε όλους. Είμαι ο Νίκος, 41 χρονών, παντρεμένος εδω και 10 χρόνια. Στην αρχή του φετινού καλοκαιριού, καθώς καθόμασταν στο μπαλκόνι του σπιτιού μας μαζί με τη γυναίκα μου, είδα την καινούργια μας γειτόνισσα από το απέναντι μπαλκόνι, που δεν απείχε παραπάνω από 8 μέτρα. Ήταν η απόλυτη καύλα. Γύρω στα 50, νταρντάνα, με μεγάλες βυζάρες και γενικά αυτό που λέμε κρεβατο-γυναίκα.

Η γυναίκα μου ήταν απορροφημένη με το βιβλίο της κι εγώ άκουγα μουσική στο mp3 πίνοντας το ποτό μου. Την έβλεπα και καύλωνα τρελά. Μιλούσε συνέχεια στο τηλέφωνο και όλο γελούσε, ρίχνοντας κλέφτες ματιές προς το μέρος μας. Σε κάποια δόση το βλέμμα μου ήταν αδύνατον να ξεκολλήσει από πάνω της. Φορούσε ένα κοντό νυχτικό με ραντάκια, που άφηνε ακάλυπτες τις βυζάρες της, ίσα να μην φαίνονται οι ρόγες και κουνούσε πέρα δώθε τα πόδια της μέχρι που μπορούσα να διακρίνω το μαύρο κιλοτάκι της.

Είχε αρχίσει να σουρουπώνει, άπλωσα το χέρι μου και άρχισα να χαϊδεύω τα μπούτια της γυναικάς μου και όλο ανέβαινα πιο πάνω. Είχα φτάσει στο μουνί της. Άνοιξε τα πόδια της και μου γέλασε πονηρά κλείνοντας μου το μάτι. Έπαιζα με τη μουνάρα της γυναίκας μου, αλλά το μυαλό μου ήταν αλλού. Κοιτάζοντας την από απέναντι, μου ήρθε στο μυαλό μια ιδέα. Τράβηξα τη γυναίκα μου απ’ το χέρι και πήγαμε στην κρεβατοκάμαρα, που και αυτή είχε μπαλκονόπορτα. Άνοιξα το συρόμενο πατζούρι, τράβηξα και την κουρτίνα με πρόφαση ότι έκανε πολύ ζέστη και άναψα τα δυο πορτατίφ. Τώρα ήμουν σίγουρος ότι με το σκοτάδι που είχε έξω και το φως μέσα, η τύπισσα από απέναντι θα τα έβλεπε όλα.

Η γυναίκα μου έκατσε στο κρεβάτι, κατέβασα το παντελόνι και ενώ ήμουν όρθιος της μπούκωσα το στόμα με τον καυλωμένο πούτσο μου.

-    Ρούφα τον μωρή καργιόλα…

της έλεγα κι αυτή μούγκριζε από καύλα. Της γαμούσα το στόμα όλο και πιο βαθιά, μέχρι που ένοιωθα το πουτσοκέφαλο να μπαίνει στο λαρύγγι της, ενώ εκείνη έτριβε τη μουνάρα της. Την τσιμπούκωνα τουλάχιστον για 15 λεπτά, ενώ αυτή με παρακαλούσε να την γαμήσω. Ξάπλωσα στο κρεβάτι ανάσκελα φέρνοντας τη μουνάρα της στο πρόσωπο μου κάνοντας ένα υπέροχο 69.

Ήμουν σίγουρος ότι τα έβλεπε όλα και τη γλώσσα μου να μπαινοβγαίνει στο μουνί της και το ρούφηγμα στα μουνόχειλα και το γλείψιμο της κωλοτρυπίδας της και αυτό με έκανε να καυλώνω τρελά. Γυρίσαμε. Τώρα την είχα βάλει να με καβαλήσει. Έγλειφα της ρώγες της και εκείνη χοροπήδαγε πάνω στο καυλί μου. Της άνοιγα τα κωλομέρια να φαίνεται καθαρά η ψωλάρα μου που την ξέσκιζε. Άρχισε να ουρλιάζει «χύνω, χύνω», όμως εγώ δεν είχα τελειώσει. Τη γύρισα στα 4 για πισωκολλητό. Γυρνώντας και οι δυο στο πλάι, τη γαμούσα δυνατά βλέποντας τα κωλομέρια της να κάνουν κυματάκια. Μου φώναζε…

-    χύσε με καύλα μου…

Δεν άντεξα άλλο και βγήκα από μέσα της.

-    Στο στόμα… στο στόμα…

μου λέει. Ίσα που πρόλαβα να της τα δώσω. Νόμιζα ότι έχυνα για μια ώρα. Κοίταξα τη γυναίκα μου. Της είχα πασαλείψει όλη τη μούρη.

-    Είχες καιρό να βγάλεις τόσα χύσια…

μου λέει. Αφού της έδωσα ένα γλωσσόφιλο, είπα ότι πάω στην τουαλέτα αλλά πήγα στην μπαλκονόπορτα του σαλονιού που είχε σκοτάδι. Κρύφτηκα πίσω απ’ την κουρτίνα και είδα απέναντι. Η πουτάνα είχε σκύψει και κοιτούσε ακόμα, κουνώντας το κεφάλι της πέρα δώθε.

Έκανα ένα ντους και πήγα στη γυναίκα μου.

-    Μωρό μου τι γαμήσι ήταν αυτό. Είσαι θεός…

μου είπε. Την άλλη μέρα το απόγευμα, χρειαστήκαμε κάποια πράγματα κι έτσι πήγα στο σουπερ μάρκετ. Και ποια βλέπω; Την τύπισσα από απέναντι να ψωνίζει. Με κοίταξε και μου χαμογέλαγε σαν να περίμενε να της μιλήσω. Δεν έχασα ευκαιρία, την πλησιάζω και αφού την καλησπέρισα, της συστήθηκα.

-    Με λένε Νίκο. Αν δεν κάνω λάθος, είμαστε γείτονες.

-    Ναι, μου λέει. Είμαι η Σοφία.

Με κοιτούσε στα μάτια και μου χαμογέλαγε. «Να τα πούμε κάποια στιγμή, να γνωριστούμε καλύτερα» και όλες αυτές της μαλακιες που λένε οι άνθρωποι όταν κολλάνε να πουν αυτό που νιώθουν, αλλά φεύγοντας μου το πέταξε.

-    Τυχερή η γυναίκα σου…

μου είπε. Από εκείνη τη στιγμή, ήξερα πως ήταν θέμα χρόνου να συμβεί. Οι μέρες πέρασαν και η γυναίκα μου έφυγε για το εξοχικό μας στον Ωροπό που είναι διπλά στο σπίτι των πεθερικών μου, να τους δει κιόλας. Εγώ ανεβοκατέβαινα Αθήνα ανά δυο η τρεις μέρες.

Ένα απόγευμα, ενώ γυρνούσα στο σπίτι, την είδα στο δρόμο να κοιτάζει σα χαζή το σκασμένο λάστιχο του αυτοκινήτου της. Παρκάρω και πλησιάζω.

-    Καλησπέρα τι έγινε, της λέω.

-    Δεν βλέπεις βρε Νίκο μου ζημιά που έπαθα;

Την καθησύχασα λέγοντας της πως δεν είναι τίποτα. Μου πήρε γύρω στα 20 λεπτά να αλλάξω το σκασμένο λάστιχο.

-    Γιατί αγχώνεσαι; Δεν ήταν τίποτα.

-    Σε καθυστέρησα. Σε ευχαριστώ και συγγνώμη, μου λέει.

-    Μπα, για μαγείρεμα πήγαινα, της απάντησα. Είμαι μόνος στο σπίτι. Η γυναίκα μου είναι διακοπές.

-    Μόνος; Τότε αφού είδα εγώ την τέχνη σου στα αυτοκίνητα, θα έρθεις πάνω να δεις κι εσύ την δική μου στη μαγειρική.

-    Γιατί όχι…

της απάντησα και ανεβήκαμε στο διαμέρισμα της. «Σε 5 λεπτά τρως» μου είπε και μπήκε στην κουζίνα. Εγώ βγήκα στο μπαλκόνι της και βλέποντας τη θέα ήμουν σίγουρος ότι εκείνο το βράδυ είχε καυλώσει για τα καλά. Μέχρι να κάνω ένα τσιγάρο, με φώναξε να πάω μέσα και τότε κόλλησα άσχημα.

Είχε αλλάξει και φόραγε το ίδιο νυχτικό με εκείνο το βράδυ. Οι βυζάρες της ήταν τρέλα. Μου μίλαγε κι εγώ τα είχα χαμένα. Ήταν αδύνατον να φάω. Ο πούτσος μου είχε γίνει πέτρα. Μου έλεγε για τον άντρα της που είναι αντιπρόσωπος σε μια μεγάλη εταιρεία, ότι λείπει συνέχεια και ότι έχουν μια πολύ ανοιχτή σχέση. Πίναμε κρασί και μιλάγαμε. Η ξεκωλιάρα το είχε καταλάβει πως με είχε καυλώσει πολύ. Δεν γαμιέται, σκέφτηκα, ότι είναι να γίνει θα γίνει και χωρίς δεύτερη σκέψη της λέω…

-    Οι βυζάρες σου μωρό μου με έχουν αρρωστήσει.

-    Σου αρέσουν;…

μου λέει και αρχίζει να τα χαϊδεύει μπροστά μου. Κατέβασε το ραντάκι πετώντας έξω το ένα απ’ τα δυο βυζόμπαλα με μια ρόγα, μα μια ρόγα... τουλάχιστον δυόμιση αν όχι τρία εκατοστά όρθια, μέχρι που έβγαζε μάτι.

-    Θέλεις να τα γλείψεις;

Από εκείνη την ώρα άρχισα να χάνω το φως μου. Έπεσα με μανία πάνω της, τη δάγκωνα, την έγλειφα, δεν μπορούσε να με κρατήσει ολόκληρος στρατός. Τη σήκωσα στα χέρια και την πήγα στον καναπέ.

-    Γλειψ’ τα μου καύλα μου…

φώναζε και μου έτριβε την ψωλάρα. Τα’ αρχίδια μου είχαν πρηστεί. Δεν άντεχα άλλο και εκείνη τη στιγμή μου σκάει τη βόμβα και με αφήνει τελείως μαλάκα. Σηκώθηκε απ’ τον καναπέ και πήγε στην τραπεζαρία απέναντι.

-    Που πας;…

της φωνάζω.

-    Θα δεις…

μου λέει. Ανοίγει το λάπτοπ και ακούω… «’Έλα αγάπη μου» μια φωνή από μέσα. Ήταν ο άντρας της που βρισκόταν για δουλειά στο Βόλο. «Γνώρισα έναν καινούργιο γείτονα μωρό μου» του λέει και γυρίζει το λάπτοπ προς το μέρος μου. Πάγωσα. «Είμαι ο Γιάννης», μου λέει, «καλησπέρα και επειδή είμαι μακριά, θα ήθελα να κάνεις τη γυναίκα μου να περάσει καλά. Αν δε σε πειράζει να παρακολουθώ κι εγώ». Σάστισα για μια στιγμή. Δεν πίστευα στ’ αυτιά μου. Η Σοφία όμως με έβγαλε από τη δύσκολη θέση. Μου έβγαλε το παντελόνι μαζί με το σλιπάκι.

-    Αφού είναι έτσι, καλύτερα να τα βλέπεις φίλε από κοντά. Γιάννη η γυναίκα σου είναι μεγάλη πουτάνα,

του είπα κι έφερα το λάπτοπ στο τραπεζάκι του σαλονιού.

-    Θέλω να σε δω να την ξεσκίζεις…

μου απάντησε. Ήμασταν κι εγώ και η Σοφία εντελώς γυμνοί στον καναπέ, του είχε τουρλώσει την κωλάρα στην κάμερα, ενώ την τσιμπούκωνα.

-    Τι πουτσογλείφτρα είσαι εσύ μωρή καργιόλα,

της φώναζα και συγχρόνως της τραβώ τα μαλλιά και στήνουμε το στόμα της και την ψωλή μου μπροστά στην κάμερα. Το στόμα της είχε μπουκώσει, πνιγότανε και είχε γεμίσει με σάλια τον πούτσο μου. Έβλεπα στην οθόνη το χέρι του Γιάννη να κουνιέται. Τον έπαιζε, είχε γίνει και αυτός τούμπανο.

-    Όλη την ψωλάρα… πιο βαθιά, μου έλεγε. Της αρέσει της γαμιόλας.

Όσο αυτός μου φώναζε, εγώ τόσο τρελαινόμουν. Άρχισα να της ρίχνω χαστούκια. Η Σοφία μούγκριζε. Έκατσα στον καναπέ βάζοντας την κωλάρα της να κάτσει σκαμνάκι πάνω στο καυλί μου που ένιωθα ότι ήταν ένα μέτρο. Με τα δάχτυλα μου, της άνοιγα τα μουνόχειλα. Ο Γιάννης τα έβλεπε όλα και τώρα ήταν σηκωμένος απ’ την πολυθρόνα και μας έδειχνε τον πούτσο του, ζητώντας απ’ τη Σοφία να τον γλείψει. Έβγαζε τη γλώσσα της και έγλειφε κοντά στην κάμερα.

-    Έλα μαλάκα, του έλεγε, έχει μεγάλη ψωλάρα.

Βρισκόμουν σε νιρβάνα. Δεν φαντάζεστε τι έβγαινε απ’ τη μουνάρα της. Μέχρι και το ύφασμα του καναπέ ήταν μούσκεμα. Σάλιωσα το δάχτυλο μου και το έχωσα στην κωλοτρυπίδα της που μπήκε πολύ εύκολα. Δοκίμασα με δυο δάχτυλα,

-    Παρ’ την απ τον κώλο ακούστηκε ο Γιάννης.

Τη γύρισα στα 4. Τα χέρια της ήταν στην πλάτη του καναπέ, την καβάλησα κι εγώ από πάνω τραβώντας της τα μαλλιά. Μου πήρε τον πούτσο και τον οδήγησε στην κωλοτρυπίδα της. Είχε τόσα υγρά που λίγο με δυσκόλεψε. Ήταν τέλεια η κωλότρυπα της. Στενή όσο έπρεπε για να με στείλει στον παράδεισο. Δεν άντεχα άλλο. Η Σοφία μαλάκιζε το μουνί της την ώρα που την ξεκώλιαζα και ο Γιάννης τράβαγε την πιο ωραία μαλακία της ζωής του.

Χύσαμε και οι τρεις σχεδόν ταυτόχρονα, τρελαμένοι απ’ την καύλα. Ανάψαμε τσιγάρο και μιλήσαμε για αρκετή ώρα, λέγοντας τι φοβερές παρτούζες θα κάναμε όταν γύριζε ο Γιάννης από το Βόλο. Έφυγα από το σπίτι της Σοφίας περίπου στη 1 το βράδυ. Μέχρι τότε το κάναμε άλλες τρεις φορές, ενώ έχουμε κάνει και μια τρελή παρτούζα αφού γύρισε ο Γιάννης.

(Copyright protected OW ref: 62194)