O τσοπάνος και οι φυσιολάτρες (2ο μέρος)

Δημοσιεύθηκε από antony_teach
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Παρατηρήσεις αποστολέα: Είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ξαπλωμένοι και μισοκοιμισμένοι μετά το λιτό μας δείπνο με ψητό ψωμί και χλωρό τυρί, ολόγυμνοι ενώ μας ζέσταινε η φωτιά από το τζάκι ακούγαμε τα βελάσματα των αρνιών από το μαντρί.

Η ιστορία:

-    Είναι ώρα να αρμέξω τις αρνάδες μου...

είπε ο τσοπάνος και ολόγυμνος έβαλε τη κάπα του και τα άρβυλα του.

-    Εσείς ξεκουραστείτε και θα φέρω γαλατάκι...

είπε βγαίνοντας. Εμείς αγκαλιαστήκαμε και μισοκοιμηθήκαμε. Θα πέρασε καμιά ωρίτσα και μισοξυπνήσαμε από το τρίξιμο της πόρτας και ένα κρύο ρεύμα αέρα που μπήκε στο δωμάτιο. Ο τσοπάνος κράταγε μια καρδάρα γεμάτη φρέσκο γάλα στα χέρια.

-    Έξω βρέχει πολύ. Είμαστε τέλεια εδώ. Πάντως πολλές καύλες σήμερα. Το γέρικο μου κριάρι ξεπάτωσε στο βάτεμα την πιο νεαρή μου αρνάδα. Δεν ξεκόλλαγε από πίσω της. Στην αρχή αυτή του έφευγε αλλά μόλις τον έφαγε, όλο του τριβότανε. Ο παλιόγερος τη βάτευε μια ώρα, όσο άρμεγα τις γεννημένες. Και να φανταστείτε αυτή πρωτάρα, την ξεπαρθένιασε. Ακόμα και από κώλο της τον έβαλε από τη λύσσα του. Την έχυσε τόσο πολύ που πλημμύρισε και έτρεχε από πίσω. Έχετε δει τι αρχιδάρες έχει το κριάρι ε;

Γνέψαμε κι εμείς και νοιώσαμε λίγο ένα μούδιασμα.

-    Ελάτε να πιείτε γαλατάκι μωρά μου...

είπε και μας έβαλε σε δυο ξύλινες κουπίτσες φρέσκο γάλα. Η καρδάρα ήταν τίγκα στο βούτυρο πάνω από το γάλα.

-    Εγώ θα το πιω λίγο αλλιώτικα, είπε.

Πήρε με τις χερούκλες του βούτυρο από την καρδάρα και το άπλωσε στα βυζάκια και την κοιλίτσα του κοριτσιού μου που είχε μείνει άναυδη. Της έβαζε βούτυρο παντού, στο μουνάκι, στο κωλαράκι στη χαράδρα της και αυτή βόγκαγε.

-    Μ... τέλειο, είναι τόσο απαλό...

είπε η Σίσσυ.

-    Σ' αρέσει αρνάδα μου ε;

έκανε ο βλάχος που τώρα τα δάχτυλα του δούλευαν σε κάθε τρύπα της φιλώντας ή καλύτερα να πω ρουφώντας όλο το στόμα της μέσα στο δικό του. Πήρε κι άλλο από το βούτυρο κι έβαλε στην πλατούλα της και συνέχισε να την τρίβει παντού.

-    Είναι καλό και θα κάνει και καλό στο μουνάκι σου που το ζόρισα... της είπε.

-    Θέλω να σου βάλω κι εγώ στην πούτσα βούτυρακι φρέσκο...

απάντησε αυτή και σκύβοντας στην καρδάρα ενώ εμείς απολαύσαμε το βουτυρωμένο της κωλαράκι και μουνάκι, καυλώνοντας που όλη έσταζε παντού βούτυρα. Πήρε άφθονο βούτυρο και όπως ήταν όρθιος του έβαλε στο στήθος και την κοιλιά του. Ξαναπήρε και του έτριβε τώρα την ψωλάρα που σηκώνονταν στα μικρά της λευκά χεράκια και στις αρχιδάρες από κάτω χουφτώνοντας μια σε κάθε χεράκι.

-    Παιδί μου είσαι ταλέντο εσύ... της είπε.

Την ξάπλωσε στο κρεβάτι και την άρχισε ένα τρελό γλείψιμο παντού σε όλο της το κορμί. Έτρεμα από καύλα πάλι. Τη γύρισε και την έγλειφε στην πλάτη της και τη κωλοχαράδρα. Της ρουφούσε με μανία μουνί και κωλότρυπα. Η μικρή βόγκαγε σαν τη σκύλα.

-    Τώρα θα δεις, θα σε αρμέξω σαν αρνάδα της είπε, θα μάθεις τι θα πει άντρας βουνίσιος.

Όπως την είχε μπρούμυτα, της σήκωσε τους μηρούς και της άνοιξε τα πόδια ενώ είχε το κεφάλι της και τα χέρια στο μαξιλάρι ορθάνοιχτα. Έχωσε τις τριχωτές του χερούκλες ανάμεσα στα σκέλια της και χούφτωσε τα βυζάκια της. Έκανα πλάι να βλέπω καλύτερα απορημένος.

-    Να, έτσι αρμέγουμε τις αρνάδες που γεννήσανε για να κατεβάσουν γάλα...

είπε γελώντας. Της έσφιγγε με δύναμη τα βυζιά κατεβάζοντας τα προς τα κάτω δυνατά. Ταυτόχρονα με τις δαχτυλάρες του της έστυβε τις ρογίτσες.

-    Αχ... μη σε παρακαλώ, πονάει πολύ, τα βυζάκια μου,

ούρλιαξε η μικρή κι έβαλε τα κλάματα.

-    Μη... Νίκο μου βοήθησε με.

-    Στάσου, στάσου... απάντησε ο βλάχος.

έκανε αυτός. Σιγά-σιγά ενώ της έστυβε κανονικά τα βυζιά πότε το ένα και πότε το άλλο, οι λυγμοί της αντικαταστάθηκαν με βογγητά.

-    Τι μου κάνεις, πεθαίνω... μουδιάζει το μουνάκι μου, έχω σπασμούς χαμηλά, θέλω να με πάρεις πάλι, γάμα με τσοπάνε μου γάμα με καύλα μου.

Ξαφνικά έχωσε τη γλώσσα του στο μουνάκι της και η μικρή τινάχτηκε σαν από ηλεκτρικό.

-    Αχ... το μουνί μου πλημμύρισε, φα’ το...

Το άρμεγμα συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση ενώ της έκανε πινέλο στο μουνί και της ρούφαγε και την κωλότρυπα της. Η μικρή βογκούσε από πόνο και ηδονή. Εγώ τον έπαιζα. Μετά από λίγο την πήρε αγκαλιά και τη γύρισε σε στάση εξήντα εννέα, αυτή αμέσως ρούφηξε το πουτσοκέφαλο του που ήταν πρησμένο σαν ντοματάκι και αυτός χωρίς να της αφήσει τα βυζιά και τις ρώγες ούτε λεπτό συνέχισε τώρα το ρούφηγμα και το δάγκωμα της διογκωμένης της κλειτορίδας. Η μικρή μουρμούριζε με κλειστά μάτια, ενώ ρούφαγε το πέος του που είχε γίνει πάλι ένας θεόρατος πάσσαλος.

-    Έλα άντρα μου, έλα τσοπάνε μου σκίσε με...

του έλεγε. Αυτός τη βασάνιζε με τις χερούκλες και τη γλώσσα του. Είχε πασαλειφθεί η μούρη του με τα μουνοχύματα της και τα βούτυρα. Όλο το δωμάτιο μύριζε φρέσκο βούτυρο και γάλα, ενώ μπορούσα να δω τα βυζάκια της είχαν γίνει κατακόκκινα από το τρίψιμο.

-    Θα χύσω τώρα...

είπε ξαφνικά η μικρή και το κορμί της άρχισε να τραντάζεται. ο Βλάχος παρά το βαθύ τσιμπούκι που του έκανε δεν καταλάβαινε τίποτε, την άφησε να κορυφώσει, το κορμάκι της έκανε μια όμορφη καμπύλη πάνω του και αφέθηκε πάνω στο κορμί του μισολιπόθυμη. Εγώ πονούσα από καύλα, έτρεμα από ηδονή. Την άφησε να πάρει ανάσα ενώ είχε αυτή το πέος του στα δυο της χεράκια και το φίλαγε τρυφερά με το προσωπάκι της θαμμένο στον φουντωτό του θάμνο και τις πρησμένες του αρχιδάρες δίπλα στα νεανικά της μαγουλάκια. Το μουνάκι της γυάλιζε από τα υγρά της ηδονής και τα μικρά του εσωτερικά χειλάκια σχημάτιζαν μια ανοικτή πεταλουδίτσα καθώς τα έβλεπα από πίσω, όπως είχε κατεβάσει αυτός το κεφάλι του από τα γλυκά της οπίσθια. Ήθελα απίστευτα να τη γαμήσω από παντού. Η κωλότρυπα της γυάλιζε από το βουτυράκι και το γλείψιμο. Ο τσοπάνος την έσπρωξε στο πλάϊ τρυφερά και σηκώθηκε στα γόνατα επάνω στο κρεβάτι. Τη σήκωσε σαν πούπουλο στην αγκαλιά του, έβαλε ένα χέρι κάτω από κάθε ημισφαίριο των υπέροχων οπισθίων της, ίσα που χωράγανε ένα στο κάθε χέρι. Η Σίσσυ κατάλαβε τι θέλει και τύλιξε τα λεπτά της μπράτσα γύρω από το λαιμό του ενώ αυτός της σήκωνε τα οπίσθια στον αέρα ακριβώς επάνω από τον ορθωμένο του πεινασμένο για νεανικό μουνάκι φαλλό. Τα λεπτά της πόδια τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση του όσο μπορούσε. Έπειτα την κατέβασε απαλά καρφώνοντας την με το παλούκι του ως τη ρίζα βαθιά στο πλημμυρισμένο της σφιχτό μουνάκι. Τα χείλη του μουνιού της σχημάτισαν ένα δαχτυλίδι γύρω από τη ρίζα του υπερμεγέθους ομολογουμένως πασσάλου του.

Τον φιλούσε και η γλώσσα της έπαιζε τρελά μέσα στο στόμα του, ενώ ο βλάχος βογκούσε από καύλα. Άρχισε να την ανεβοκατεβάζει σαν να ήταν παιδικό παιχνίδι πάνω στο όργανο του αργά από τέρμα πάνω χωρίς να βγάλει τη βάλανο του μέχρι τη ρίζα. Το μουνάκι της έχυνε ακατάπαυστα και του λάδωνε το πιστόνι που γυάλιζε από τα διάφανα υγρά της. Αντιλήφθηκα μετά τις πρώτες 3-4 φορές που την κάρφωνε, ότι το μεσαίο δάχτυλο του ενός χεριού είχε τρυπώσει ολόκληρο στην κωλότρυπα της και έκανε κυκλικές κινήσεις. Η Σίσσυ βογκούσε με το στόμα της μέσα στο δικό του και το κορμάκι της να τρίβεται ολόκληρο στο στέρνο του. Χρησιμοποιούσε τα μπουτάκια και τα χέρια της για να τον βοηθάει να σκαρφαλώνει ψηλά στο πέος του και αφήνονταν να της τον χώνει μέχρι τη μήτρα, εξαφανίζοντας όλο εκείνο το θεόρατο παλούκι μέσα της.

Απορούσα που το χώραγε. Ξαφνικά, ο τσοπάνος έγειρε πίσω στο κρεβάτι, και μου είπε...

-    έλα μικρέ πάρε την ανώμαλα από κώλο τώρα, δε βλέπεις με το δάχτυλο μου πως τη βρίσκει;

Δεν ήθελα δεύτερη κουβέντα, αλλά η Σίσσυ είχε άλλη γνώμη:

-    Μη από πίσω δεν το έχω κάνει βρε θα με σκίσετε για καλά και οι δυο μαζί δε γίνεται, μη...

Πολύ αργά, είχα πλησιάσει από πίσω της ρουφώντας της το αυτάκι, ενώ ο βλάχος είχε βγάλει το δάχτυλο του από τον πρωκτό της, με άρπαξε από τον πούτσο και με οδήγησε μέσα στο γλυκύτατο κωλαράκι της.

-    Αχ... πονάει, βάρβαρε, είσαι χοντρός κι εσύ...

είπε, αλλά δεν αντιστάθηκε ούτε σφίχτηκε. Ένοιωσα μια γλυκιά ζεστασιά να με τυλίγει και μια αίσθηση κάποιας πίεσης από μέσα καθώς ήταν παλουκωμένη στη θηριώδη ψωλή του. Το χέρι του βλάχου όμως ήθελε άλλα, κι έτσι ενώ εγώ έσκυβα πάνω στην πλάτη της για να βυθίσω τον πούτσο μου ως τον πάτο, τον ένιωσα να ψάχνει τους γλουτούς μου και να προσγειώνεται στην κωλότρυπα μου τρίβοντας την.

-    Έλα μικρέ να της δώσουμε να καταλάβει τι θα πει ψωλή και άνδρας...

είπε ο τσοπάνος. Άρχισα να την παίρνω σιγά-σιγά από το κωλαράκι ενώ εκείνη συνέχισε να ανεβοκατεβαίνει με μικρά βογγητά πάνω στο εργαλείο του που το ένιωθα πλέον πολύ καλά από μέσα να τρίβεται μεταξύ του κόλπου της και της ψωλής μου. Ο αδιάντροπος βλάχος έχωσε μετά από δυο λεπτά το δάχτυλο του μέσα μου χωρίς να πει τίποτε και με κυκλικές κινήσεις μου έκανε μασάζ στον προστάτη μου, καθοδηγώντας με ταυτόχρονα να καρφώνω συντονισμένα με την παλινδρόμηση της ψωλής του μέσα της, όλο και βαθύτερα τον κώλο της. Ομολογώ ήταν το κάτι άλλο, μόνο ένοιωθα λίγο περίεργα με το κωλοδάκτυλο που έτρωγα.

Ξαφνικά ένοιωσα έντονη πίεση πάνω στον προστάτη μου το πέος μου σκλήρυνε αφάνταστα και ένοιωσα το γνώριμο κάψιμο στην βάλανο μου. Έπρεπε να χύσω, δεν άντεχα να κρατηθώ... φώναξα "χύνω…" και άρχισα να εκτοξεύω καυτή λάβα στα σωθικά του κοριτσιού μου ανεξέλεγκτα ενώ ο παλιό-τσοπάνος με γαμούσε με κωλοδάκτυλο με απίστευτη ταχύτητα. Το πέος μου μαλάκωσε, ένοιωσα το σφιγκτήρα του πρωκτού της να μου τον περιβάλλει σφικτά και σιγά-σιγά γλίστρησα έξω από το κωλαράκι της. Αυτή εν τω μεταξύ αφού βγήκα, επιτάχυνε το ρυθμό της και ο τσοπάνος άρχισε να βογκάει. Το γλυκύτατο της κωλαράκι κοπάναγε τα πρησμένα του κατακόκκινα αρχίδια (καλά κριάρι ήταν;). Άρχισε να τσιτώνει το κορμί του και τέντωσε τις ποδάρες του ενώ έβλεπα πλέον ολοκάθαρα τις πρησμένες φλέβες της ψωλής του που την έσφιγγε το μουνάκι της.

-    Μανάρι μου σε χύνω μέσα στη μούνα σου θα σε γκαστρώσω σαν προβατίνα μωρή ψώλα...

φώναξε και άρχισε να βαριανασαίνει. Έχυνε επιτέλους ξανά μέσα στο απείραχτο ως σήμερα από άλλον μουνάκι της κοπέλας μου που πλέον με πολύ αργό ρυθμό έκανε μικρές παλινδρομικές κινήσεις στον άκαμπτο παλλόμενο φαλλό του. Τον άρμεγε τώρα αυτή με το σφικτό και βαθύ της κόλπο. Έπαιρνε μέσα της βαθιά ως τη μήτρα και τις σάλπιγγες όλη του την ανδρική κρέμα με τρομερή γυναικεία λαχτάρα. Όταν αυτός χαλάρωσε από κάτω της αυτή κάθισε βαθιά πάνω στον πάσσαλο του που δεν έλεγε να μαλακώσει λέγοντας...

-    σε παρακαλώ μη βγεις, νοιώθω τέλεια με το σπέρμα σου στον κόλπο μου και εσένα μέσα.

Λέγοντας αυτά χαλάρωσε πάνω στο στήθος του έχοντας τον, προφανώς έσφιγγε τους μύες του κόλπου της σφικτά μέσα στο μουνάκι της. Από πίσω εγώ δεν έβλεπα να βγαίνει κάτι, τον είχε ταπώσει κανονικά. Νομίζω ότι με τη λεκάνη της έκανε μικρές αδιόρατες κινήσεις για να τον κρατήσει σκληρό.

-    Πω, πω, πω μανάρι μου τι γαμήσια σήμερα, γλυκό μουνάκι μου εσύ...

της είπε στο αυτάκι.

-    Μόνο κάτι θειες από το χωριό σιτεμένες έρχονται στο μαντρί πάνω από 50 όταν δεν έχουν ελπίδα για πούτσο από τον άνδρα τους με το μουνί και τα πόδια δάσος από την αξυρισιά.

-    Το μουνί είναι μουνί, πάντα μπορείς να το χύσεις, έτσι ξέρω εγώ, αρκεί να θέλει η γυναίκα να γαμηθεί καλά. Έχεις γαμήσει πολλές;

τον ρώτησε με περιέργεια η Σίσσυ.

-    Όχι πολλές, μικρό χωριό είναι, δυο-τρεις από δαύτες αλλά δεν έρχονται συχνά μη παρεξηγηθούνε, μόνον όταν δεν αντέχουν την κάβλα άλλο ανηφορίζουνε τάχα να μαζέψουνε λάχανα. Μια φορά γάμησα και την παπαδιά, αλλά δεν ξανάρθε.

Εγώ χαλάρωνα και άκουγα την κουβέντα με ενδιαφέρον.

-    Ευτυχώς είναι μεγάλες και δε κάνουνε παιδιά αλλιώς θα είχες γεμίσει το χωριό μούλικα με τόσο χύσιμο που κάνεις,

του είπα και γέλασε με την καρδιά του.

-    Η κοπέλα σου είναι θησαυρός να την προσέχεις, κάνει τρελό κρεβάτι και θα σε έχει πάντα καυλωμένο...

μου είπε κλείνοντας το μάτι.

-    Έτσι που της ξεχείλωσες το μούνο της, τι να την κάνω τώρα του είπα.

Η μικρή γύρισε και μου έβγαλε γλωσσίτσα κοροϊδευτικά.

-    Αχ..., είπε η μικρή, πιάστηκαν οι προσαγωγοί μου. Τέτοιο άνοιγμα δεν πάει άλλο...

και με ένα μακρόσυρτο "πλοπ" σηκώθηκε από τον φαλλό του και έγινε η πλημμύρα, καθώς η βάλανος του πρησμένη ακόμα άφησε τα τεζαρισμένα της μουνόχειλα, ξεταπώθηκε ο κόλπος της και από μέσα βγήκε μια απίστευτη ποσότητα λευκό το πηχτό σπέρμα του βλάχου.

-    Δεν είχα καταλάβει τι μου έκανες βρε άντρα μου, νοιώθω σαν πρόστυχη γυναίκα του δρόμου τώρα αλλά μου αρέσει.

Ανάμεσα στα σκέλια του βλάχου, πάνω στον θάμνο του, στον θεόρατο πούτσο που είχε γείρει στο πλάι και τους κτηνώδεις όρχεις είχε πλημμυρίσει με τα κατάλευκα χύσια του. Όλα μούσκεμα, ο θάμνος παπί. Δε το είχα ξαναδεί ποτέ. Αποκοιμηθήκαμε όλοι χωρίς να το καταλάβουμε. Άκουσα στον ύπνο μου βελάσματα και μικρά βογγητά. Μισό άνοιξα τα μάτια μου και διαπίστωσα από μια χαραμάδα του παραθύρου ότι έμπαινε φως. Το κρεβάτι κουνιόταν ελαφρά. Είχαμε κοιμηθεί εγώ στα πόδια του κρεβατιού κι ο τσοπάνος με τη μικρή σφιχταγκαλιασμένοι με το πρόσωπο της μαξιλάρι να έχει το μαλλιαρό του στήθος στο μπροστινό μέρος του κρεβατιού. Γύρισα και αντίκρισα καταπρόσωπο, τις αρχιδάρες του βλάχου και την ψωλάρα του να κρέμονται δυο εκατοστά μακριά από το πρόσωπο μου. Είχανε ξυπνήσει πριν λίγο, καυλωμένοι και οι δυο και της έκανε γλειφομούνι. Τα χέρια του της έστυβαν τα βυζιά πάλι και τα δάχτυλα τις ρώγες. Η μικρή γύριζε το κεφάλι δεξιά-αριστερά κάνοντας πνιχτούς ήχους.

-    Πιάσατε δουλειά βλέπω πάλι, είπα μισογελώντας.

-    Πρέπει να βγάλω τα αρνιά έξω, διψούν και πεινούν δεν ακούς; Αλλά πρώτα θα ρίξω μια ψωλή στη μικρή σου πουτανίτσα, είπε ο βλάχος. Έχω κάτι πρωινόκαβλες άλλο πράγμα.

Είχε δίκιο, η ψωλή του έτρεμε φουσκωμένη έτοιμη να καταστρέψει ξανά το βαθύ στενό της ερωτικό κανάλι και να το πλημμυρίσει με εκείνα τα κρεμώδη καυτά πηχτά του αντρίκια χύσια. Από το κάλυμμα της βαλάνου του έτρεχε προσπερματικό υγρό. Ο τσοπάνος ξερόχυνε να γαμήσει το μωράκι μου. Κι εγώ εδώ που τα λέμε σίδερο ήμουνα. Τέτοιο θέαμα είχα γίνει άλογο πάλι.

-    Έλα...

νιαούρισε η Σίσσυ με λαχτάρα.

-    Έλα να με γαμήσεις με την θεόρατη ψωλάρα σου. Είμαι η πουτάνα σου, είμαι η προβατίνα σου, κριάρι μου, γκάστρωσε με...

Ο τσοπάνος δεν ήθελε δεύτερη πρόσκληση. Της σήκωσε τα πανέμορφα πόδια με τις λατρεμένες γάμπες στον αέρα, και χωρίς κουβέντα, της σήκωσε τη μεσούλα λίγο και κάρφωσε την ψωλή του μέσα της ως τη ρίζα. Τινάχτηκε η μικρή αλλά ο τσοπάνος τη κράταγε γερά από τη μέση έχοντας τους θεϊκούς της μηρούς στους ώμους του. Αμέσως της ξανάπιασε τα βυζιά και τις ρόγες με μανία και την άρμεγε σαν προβατίνα. Πήγα στο κεφάλι της και της έβαλα την ψωλή μου στο στόμα. Δεν άντεχα άλλο. Τώρα απλά μούγκριζε σαν ζώο ρουφώντας με άπληστα ενώ ο βλάχος έμπηγε με δυνατές βαθιές κινήσεις το κοντάρι του στα νεανικά της βάθη, χτυπώντας τη στη μήτρα και τεντώνοντας της τα τοιχώματα του κόλπου πέρα από κάθε φαντασία. Οι αρχιδάρες του χτυπούσαν με κάθε κάρφωμα στο κωλαράκι της κάνοντας ένα χαρακτηριστικό φλάπ φλαπ. Αυτό συνέχισε για κάνα τέταρτο. Η μικρή κόντευε να λιποθυμήσει από το ανελέητο σφυροκόπημα του βλάχου, έχυνε κάθε 3 λεπτά που την κοπάναγε ο βάρβαρος. Ξαφνικά, ο τσοπάνος είπε "ω... δεν αντέχω άλλο" και πετάχτηκε η πουτσάρα του έξω από το μουνάκι της εκτοξεύοντας παντού σαν σιντριβάνι ριπές σπέρματος. Μας έκανε λούτσα. Και που δεν πήγε...

-    Σας χύνω καυλάκια, φώναξε πάλι ο τεράστιος άνδρας.

Εγώ μην αντέχοντας άλλο το τρομπάρισμα της μικρής της άδειασα μια γενναία ποσότητα σπέρματος στο στόμα που το ήπιε μέχρι σταγόνας. Κοίταξα τη μικρή μου Σίσσυ. Της είχε τα πόδια ορθάνοιχτα ακόμη, ο βάρβαρος, δεν τη χόρταινε να τη κοιτάζει. Η ψωλάρα του χαλαρή ξεκουραζόταν πάνω στο γλυκό, εφηβαίο της με την τέλεια γουνίτσα. Η Σίσσυ είχε γεμίσει χύσια πάλι παντού, στο πρόσωπο στα βυζιά στην κοιλιά, ενώ εγώ είχα χύσια στο στήθος και στην κοιλιά από το βλάχο.

-    Πάω να φέρω καθαρό νεράκι να πλυθείτε...

είπε γελαστά ο κατά τα άλλα καλοκάγαθος τσοπάνος. Πράγματι έφερε μια καρδάρα με νερό κρύο, πλυθήκαμε από τα χύσια με λίγο σαπουνάκι που είχαμε μαζί και σκουπιστήκαμε με τις πετσέτες του πικνίκ όπως, όπως. Η Σίσσυ δεν μπορούσε να σταθεί όρθια καλά-καλά. Πονούσε μέσα, στα γυναικεία της όργανα και στους μηρούς. Ντυθήκαμε, έπρεπε να φύγουμε, επέμενε όμως ο τσοπάνος να φάμε κάτι να στυλωθούμε και έτσι φάγαμε λίγο ψωμοτύρι και ήπιαμε όμως φρέσκο γαλατάκι.

Μας συνόδευσε με το κοπάδι του μέχρι τα μισά του δρόμου. Μας φίλησε και μας αγκάλιασε, πολύ δυνατά, χουφτώνοντας τη Σίσσυ και μας αποχαιρέτησε λέγοντας ότι πάντα θα μας περιμένει όποτε θέλουμε να τον επισκεφτούμε ξανά για να περάσουμε όμορφα. Του είπαμε εντάξει μόλις μπορέσουμε και συνεχίσαμε το δρόμο μας. Γυρίσαμε σπίτι και αφού κάναμε ένα χλιαρό ντουζάκι μαζί, κοιμηθήκαμε για μια ολόκληρη μέρα. Είχαμε εξαντληθεί. Η Σίσσυ έκανε να περπατήσει κανονικά μια βδομάδα από τη ζημιά που της είχε κάνει ο επιβήτορας της. Καλού κακού πήρε και χάπι της επόμενης μέρας γιατί είχε ξεχάσει για μια μέρα το δικό της. Κατά τα άλλα όλα καλά και όποτε θυμόμαστε τη φάση πέφτει τρελό σεξ. Δεν έχουμε ξαναπάει ακόμα στο φίλο μας γιατί πέσανε εξετάσεις και εργασίες. Σκεφτόμαστε όμως μην παρασύρουμε και ένα φιλικό μας ζευγαράκι ή καμιά φίλη της κοπέλας μου ακόμη καλύτερα, χωρίς να της πούμε κάτι.

Πλάκα θα έχει.

(Copyright protected OW ref: 61102)