Έστω και έτσι

Δημοσιεύθηκε από gusto
1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Το ατύχημα που είχε ο φίλος μας όταν ήταν μικρός, άρχισε να τον βάζει σε περιπέτειες. Όχι τόσο πολύ εκείνον, όσο τις ερωτικές του συντρόφους.

Η ιστορία:

Γεια σας. Με λένε Νίκο και η ιστορία μου ήταν μέχρι πρόσφατα το μεγάλο μου "βάσανο". Μικρός στα επτά μου περίπου και κάνοντας διακοπές με τους γονείς μου και τις τρεις μεγαλύτερες αδελφές μου, την Μαρία δλωδεκα, την Φρόσω δεκατέσσερα και την Βαγγελιώ δεκαεπτά, με αφήσανε ξεβράκωτο να κολυμπήσω για τιμωρία που τρύπησα το μαγιό μου και για να με κοροϊδεύουνε για το πουλάκι μου που ήταν σαν στραβό γαριδάκι. Μέσα στα νεύρα εγώ πλατσούριζα, τους πέταγα νερά για να τις εκδικηθώ στα ρηχά και απρόσεχτα τσαλαβουτούσα οπουδήποτε. Ξαφνικά νιώθω ένα τρομερό πόνο και τσούξιμο στο τσουτσούνι μου και φωνάζοντας και κλαίγοντας, έτρεξα έξω στους γονείς μου. Με αρπάζει ο πατέρας μου και βλέποντας και καταλαβαίνοντας ότι κάτι πολύ δηλητηριώδες με τσίμπησε, με πάει αμέσως στο νοσοκομείο. Εκεί μετά από κάτι ενέσεις και ορούς και αλοιφές με βάζουν στον ορό και σε παρακολούθηση.

Εντωμεταξύ, έχει αρχίσει ένα φοβερό πρήξιμο και αναγκάζονται οι γιατροί να μου βάλουν καθετήρα. Μου πατάνε και μια ένεση και ξυπνάω μετά από δυο ημέρες αποχαυνωμένος αλλά ανακουφισμένος τουλάχιστον από τους πόνους. Όσο για το τσουτσούνι μου, δεν έβλεπα τίποτα άλλο εκτός από επιδέσμους. Μου είχαν φασκιώσει σχεδόν ολόκληρη τη μέση του σώματος μου. Φοβήθηκα και έκλαιγα αλλά με καλμάρανε οι δικοί μου και οι αδελφές μου. Μετά από κάποιες μέρες στο νοσοκομείο και μετά από επίμονες ερωτήσεις του πατέρα μου, είπαν οι γιατροί ότι μπορεί να μου έμενε και κάποιο κουσούρι. Φαρμακώθηκε ο πατέρας μου γιατί μου είχε αδυναμία, πικράθηκαν οι υπόλοιποι της οικογένειας και έμεινα εγώ με την απορία του τι είναι κουσούρι, γιατί δεν μου φεύγει το πρήξιμο και γιατί δεν με πάνε σπίτι.

Μετά από δυο μήνες γύρισα στο σπίτι, με ξεφασκιώσανε και έπαθα το πρώτο σοκ, όπως και οι γονείς μου βέβαια. Το τσουτσούνι που είχα είχε γίνει πενταπλάσιο σε μήκος και πάχος και το ένα αρχιδάκι μου σαν μήλο. Ο γιατρός είπε να μην φοβάμαι και πως η λειτουργία είναι κανονική. Μόνο που ίσως υπάρξει στο μέλλον κάποιο πρόβλημα με την τεκνοποίηση και τη σεξουαλική πράξη. Ακαταλαβίστικη εξήγηση για εμένα τότε, που μακάριζα αυτό που με είχε τσιμπήσει και μου έκανε τέτοιο δώρο στον ανδρισμό μου.

Στα χρόνια που πέρασαν το τσουτσούνι μου συνέχισε να μεγαλώνει και στην αποφοίτηση μου από το Λύκειο είχε φτάσει σχεδόν τους 28 πόντους μήκος και 12 πάχος. Ήταν σαν να είχα τρίτο πόδι ανάμεσα στα πόδια μου. Η φουκαριάρα η μάνα μου σε αυτά τα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν, αρρώστησε και πέθανε, ο πατέρας μου έφυγε μια μέρα να πάει να δουλέψει στο εξωτερικό και δεν τον ξαναείδε κανείς μας και έμεινα μόνος με τις αδελφές μου, όλες ανύπαντρες, να δουλεύουμε για να ζήσουμε, ο καθένας άλλη δουλειά από τις σπουδές του, αλλά ενωμένοι με πείσμα στη χαζή ιδέα της επιστροφής του πατέρα μας.

Εγώ βέβαια είχα στο σπίτι πάντα δικό μου δωμάτιο κι αυτό με βοηθούσε στο να κρύβω το ελάττωμα μου από τις αδελφές μου, αν και ορισμένες φορές μπερδευόμουν από την διαχυτικότητα τους. Είχαν αρχίσει και οι ορμόνες να με βαράνε και ξυπνούσα τα βράδια μούσκεμα στον ιδρώτα, με την πούτσα σχεδόν στο στήθος μου και βάραγα κάτι μαλακίες ξεγυρισμένες για να ηρεμήσω. Μάζεψα και κάτι λεφτά, να πάω σε κανένα μπουρδέλο να γαμήσω γιατί οι μέχρι τότε προσπάθειες με κάποιες συμμαθήτριες και ένα πουστράκι κατέληξαν σε αποτυχία για τα κορίτσια, αφού ήταν τρομακτικό το θέαμα γι’ αυτές και τραγωδία με τον πούστη αφού κατέληξε στο νοσοκομείο να του ράβουν το κωλάντερο.

Ξεκίνησα που λέτε ένα απόγευμα να πάω σε ένα μπουρδέλο που είχα μάθει ότι είχε μια πολύ όμορφη και κολπατζού πουτάνα και ήταν και σχετικά φτηνό. Μπαίνω στο δωμάτιο, λιγοστό το φως, γδύνομαι και μπαίνει μια κουκλάρα μαυρομάλλα που μόλις την βλέπω γίνομαι πύραυλος. Εκείνη ζάρωσε από την τρομάρα. Με βλέπει καλύτερα όμως και με ρωτάει αν είμαι παρθένος. Της απαντάω ναι, βγαίνει στην πόρτα από το δωμάτιο και φωνάζει στην τσατσά να κλείσει και δεν παίρνει άλλους πελάτες. Γυρνάει σε μένα, αρχίζει κάτι χάδια και φιλιά και ξαφνικά με γυρνάει και βρίσκομαι κατάφατσα με ένα μεγάλο ροζ μουνί, παχύ και γλιστερό, μου το κολλάει στη μούρη και αρχίζει να προσπαθεί να καταπιεί και να φάει την ψωλή μου με τέτοια μανία που αναγκαστικά της ανταπέδωσα τη χάρη. Άρχισε να βογκάει, με γυρνάει ανάσκελα και έρχεται από πάνω μου και προσπαθεί να γαμηθεί και στο ένα τρίτο της ψωλής που της έχει χωθεί. Γουρλώνει τα μάτια και αρχίζει να χύνει δίνοντας μου ευκαιρία να χώσω κι άλλο ένα τρίτο για να αρχίσει να χοροπηδάει πάνω στο καυλί μου φωνάζοντας:

-    «Σκίσε με ψωλαρά μου. Βάλτο μου μέχρι τη μήτρα. Αχ, τι ψωλάρα είναι αυτή που τρώω η πουτάνα! Τι καύλα είναι αυτή; Αχ, πονάει το μουνί μου βρε πούστη όπως μου το γαμάς. Φτάνει πια. Χύσε με μέσα στη μουνάρα μου! Γκάστρωσε με! Θέλω τα χύσια σου να τα ‘χω στη μήτρα μου. Έλα γαμιά μου. Αχ, με σκίζεις! Αχ, το μουνί μου το μάτωσες! Ααχ…»

Τινάζω προς τα πάνω την ψωλή μου, την αρπάζω από τη μέση, της χώνω κι άλλη πούτσα και αρχίζω να την χύνω, ενώ εκείνη ουρλιάζει:

-    «Αχ, με πέθανες! Με ξέσκισες μέσα! Ααχ, φτάνει! Πονάω!»

Πέφτει δίπλα μου κρατώντας με το ένα χέρι την κοιλιά της και με το άλλο το μουνί της κλαίγοντας και λέγοντας μου να φωνάξω την τσατσά γιατί έπαθε ζημιά. Κοιτάω και βλέπω τον πούτσο μου μέσα στα αίματα. Φοβήθηκα. Παίρνω δρόμο και ούτε κατάλαβα πως έφτασα σπίτι. Με βλέπει η μικρή μου αδελφή αλαφιασμένο και άσπρο από την τρομάρα μου, βλέπει και τα ρούχα μου λερωμένα από αίμα, ούτε να πλυθώ δεν πρόλαβα από το φευγιό που έκανα, με αρχίζει στις ερωτήσεις και της τα λέω όλα. Με κοίταζε περίεργα όσο της έλεγα τι έγινε και μετά μου είπε να πάω στο μπάνιο να αλλάξω και να γυρίσω να της πω τα υπόλοιπα. Έτσι και έκανα. Έβαλα τη φόρμα μου και ξαναγύρισα. Αλλά και η αδελφή μου είχε αλλάξει. Τώρα φορούσε την νυχτικιά της και από το θέαμα που μου πρόσφερε, ήταν πολύ εύκολο να μαντέψω ότι από μέσα δεν φορούσε τίποτα. Αισθάνθηκα περίεργα και πρωτόγνωρα συναισθήματα με κατέκλυσαν. Στριφογύρισα στον καναπέ για να μην φαίνεται η πούτσα μου που καύλωνε και καύλωνε και ούτε κουβέρτα δεν την έκρυβε πλέον. Εκείνη μου λέει:

-    «Τι έπαθες Νικολάκη; Σου έφαγε καμιά γατούλα και τη γλώσσα εκτός από το τσουτσουνάκι σου;» και γέλασε.

Συνεχίζεται…
(Copyright protected OW ref: 54493)