Τα μερεμέτια

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Λίγο η ζέστη, λίγο που είχε μέρες να πηδηχτεί η Ρούλα, οι Αλβανοί μαστόροι ήταν σαν ξερολούκουμα που ήθελε να ξεζουμίσει.

Η ιστορία:

Με λένε Ρούλα, είμαι 32 ετών, παντρεμένη με παιδί και αποφάσισα να σας διηγηθώ τις σεξουαλικές μου εμπειρίες. Είμαι μελαχρινή με μακριά μαλλιά, 1.57 ύψος, 53 κιλά με ένα γλυκό προσωπάκι με καστανά πρόστυχα μάτια. Τα βυζιά μου και ο κώλος μου καυλώνουν όποιο αρσενικό ή θηλυκό θέλω να μου κάτσει.

Η ιστορία αυτή συνέβη μόλις μετακομίσαμε στο καινούργιο μας διαμέρισμα. Αφού τακτοποιηθήκαμε με την μετακόμιση αποφασίσαμε να κάνουμε κάποια μικρομερεμέτια, κυρίως στα ντουλάπια. Κανονίσαμε με έναν γνωστό μας και αφού ήρθε ο μάστορας και συμφωνήσαμε στο τι θέλαμε να μας φτιάξει και την τιμή, κανονίσαμε να έρθουν την μεθεπόμενη Παρασκευή. Δυστυχώς για μένα εκείνη την εβδομάδα θα έλειπε εκτός Ελλάδος ο άντρας για κάποιο σεμινάριο της εταιρίας του. Έτσι πήρα άδεια από την δουλειά μου για κάτσω στο σπίτι. Δεν άργησε να φτάσει εκείνη η Παρασκευή. Ξύπνησα νωρίς - νωρίς και έφτιαξα ένα φρέντο εσπρέσο, καθώς ήταν μια τυπική ζεστή μέρα του Ιούνη. Δεν άργησε να έρθει και το συνεργείο. Ήταν ο μάστορας και τρεις βοηθοί του, όλοι Αλβανοί. Ήθελε να τελειώσει αυθημερόν και είχε φέρει όλους τους βοηθούς του.

Σε λίγο όμως αυτός έφυγε και έμεινα μόνη μου με τους τρεις εργάτες. Έβγαλαν τα μπλουζάκια τους και έμειναν με τα τζιν τους. Δεν ξέρω αν έφταιγε η ζέστη του Ιούνη ή ότι είχα τρεις μέρες να πηδηχτώ, αλλά καθώς έβλεπα τον ιδρώτα να κυλά στα γυμνασμένα τους κορμιά ένιωσα τις ρώγες μου να ορθώνονται μέσα από το λευκό μπλουζάκι μου και το μουνάκι μου να αρχίζει να μουσκεύει. Οι τρεις Αλβανοί συνέχιζαν αμέριμνοι την δουλειά τους, ενώ εγώ άναβα όλο και πιο πολύ. Φορούσα ένα λευκό πουκάμισο με ένα τζιν σορτσάκι. Ξεκούμπωσα δυο κουμπιά από το πουκάμισο μου ώστε να φανερωθούν τα βυζάκια μου. Δεν άργησε η στιγμή που ένας κατάλαβε ότι είχα ανάψει και κάτι είπε στα αλβανικά στους άλλους δυο κλείνοντάς του πονηρά το ένα μάτι. Γέλασαν δυνατά και σηκώθηκαν και ήρθαν προς το μέρος μου. Τότε ένας από τους τρεις μου είπε με μια φωνή που φανέρωνε την καύλα του:

-    «Θέλεις πούτσες, πουτάνα;»

-    «Σκίστε με παλιοαλβαναράδες!» απάντησα χωρίς κανένα δισταγμό.

Με πλησίασε ο ένας τους και με τα δυο του χέρια άνοιξε το πουκάμισο μου, τινάζοντας τα κουμπιά του στον αέρα και στη συνέχεια το ξέσκισε στα δυο αφήνοντάς με μόνο με το λευκό σουτιέν μου. Ο άλλος με πήρε αγκαλιά και με έριξε στον καναπέ του σαλονιού. Αυτή η ορμή τους με άναψε κι άλλο. Ήταν και οι τρεις τους γυμνοί με τα παπάρια τους όρθια. Χωρίς να χρονοτριβήσουν με ξάπλωσαν στον καναπέ και ο ένας τους άρχισα να μου βάζει τα δάχτυλά του μέσα στο μουνάκι μου. Ήμουν ήδη μούσκεμα, έτσι σε λίγο έβγαλε τα δυο του δάχτυλα και μου τα έβαλε στο στόμα μου για να γευτώ τους χυμούς μου. Ο δεύτερος της παρέας άνοιξε κι άλλο τα μπούτια μου και με κάρφωσε με μια επιδέξια κίνηση, μπαίνοντας όλος μέσα μου.

-    «Ααααχχχχχ… Με ξέσκισες παλιοκαριόλη!» είπα καυλωμένη.

-    «Παλιοπουτάνα, θα δεις τι σημαίνει αλβανική πούτσα!» μου απάντησε ο μπήχτης μου γαμώντας με δύναμη.

Κάθε σπρώξιμό του ήταν και δυνατότερο και το καυλί του είχε μπει όλο στα βάθη τη μήτρας μου. Ο δεύτερος ήρθε πάνω στο κεφάλι μου και μου έβαλε το καυλί του μπρος στο στόμα μου. Άρχισα να τον τσιμπουκώνω. Σε λίγο μου πήδαγε το στόμα. Έπειτα τραβήχτηκε και με άφησε να πάρω μια ανάσα. Ο άλλος αλβανούλης σφυροκοπούσε την μήτρα μου. Δεν άργησε να έρθει η στιγμή που θα τελείωνε. Τραβήχτηκε από μέσα μου και άδειασε τα καρύδια του στο προσωπάκι.

-    «Χύνω καριόλα, χύνωωωωωωωω…».

Άρχισε να φωνάζει και η παχύρευστη κρέμα του γέμιζε το προσωπάκι μου και τα μαλλιά μου. Εκείνη την στιγμή ο πρώτος μου οργασμός ήταν γεγονός. Ο δεύτερος από τους τρεις συνέχιζε να με εμβολίζει με τον τρίτο από τους Αλβανούς να μου τον δίνει στο στόμα. Με γαμούσαν άγρια όπως μου αρέσει να πηδιέμαι. Σε λίγο ο δεύτερος Αλβανός άρχισε να χύνει πάνω στα στήθια μου. Τα χύσια του εκτοξεύονταν κατά ριπές καθώς ο τρίτος Αλβανός ξέσκιζε και αυτός με την σειρά του το μουνάκι μου, ενώ εγώ άλειφα τα βυζάκια μου με τα πηκτάδια. Ο τελευταίος της παρέας ίσα που πρόλαβε να τραβηχτεί από μέσα μου με τα πρώτα ψωλόχυμα να πέφτουν στον καναπέ και τις τελευταίες σταγόνες τους να καταλήγουν στην κοιλίτσα μου. Ξαπλωμένη όπως ήμουν στον καναπέ γύρισα και τους είπα:

-    «Παιδιά και τώρα πίσω στην δουλειά. Μην καταλάβει κανείς τίποτα».

Δυσανασχέτησαν και τότε συνέχισα:

-    «Τελειώστε την δουλειά και θα έχουμε όλη την ημέρα μπροστά μας».

Τα παιδιά άρχισαν να δουλεύουν πυρετωδώς. Προφανώς το να με ξαναγαμήσουν ήταν ένα κίνητρο να τελειώσουν την δουλειά γρηγορότερα. Με αυτή τη σκέψη σηκώθηκα από τον καναπέ για να κάνω ένα ντουζάκι. Κοίταξα τον καναπέ και είχε γεμίσει λεκέδες από χύσια. «Χαλάλι τους» είπα από μέσα μου.  Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η κολλητή μου. Έκατσα στον καναπέ και άρχισα να της διηγούμαι τι είχε συμβεί.

-    «Σε ζηλεύω Ρούλα» μου είπε.

Εγώ ασυναίσθητα με τα δάχτυλα μου μάζευα το σπέρμα από τον καναπέ και γευόμουν τα καυλόχυμά τους.

-    «Σε αφήνω τώρα. Πάω να φρεσκαριστώ».

Πήγα στο μπάνιο και ξέπλυνα τα χύσια από το κορμί μου. Βγήκα έξω φορώντας ένα λευκό μπουρνούζι. Πήγα στην κουζίνα και κοίταξα τους τρεις Αλβανούς να δουλεύουν πυρετωδώς. Ήταν αργά το μεσημέρι όταν σχεδόν τελείωσαν την δουλειά. Εγώ ήμουν ακόμα με το μπουρνούζι. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι.

-    «Έχουμε παραγγείλει πίτσες» γύρισε και μου είπε ένας από τους εργάτες.

-    «Εσύ θα φάτε πίτσες κι εγώ πούτσες» τους είπα όλο πουτανιά.

Άνοιξα την πόρτα και ο ντελιβεράς έμεινε κάγκελο. Είχα ξεχάσει ότι ήμουν με το μπουρνούζι ανοιχτό και μπορούσε να δει τα βυζάκια μου και το περιποιημένο μουνάκι μου. Πίσω μου ήταν ο ένας από τους τρεις Αλβανούς.

-    «Αλμπάνο, γεια» είπε στον ντιλιβερά, που ήταν ένας δεκαεξάρης προφανώς ομοεθνής τους.

-    «Αλμπάνο;» αναρωτήθηκα.

-    «Είναι το μικρό του όνομα. Είναι συνηθισμένο στην πατρίδα».

Είπε κάτι στα αλβανικά και μπήκε και ο Αλμπάνο μέσα στο διαμέρισμα.

-    «Απόλαυσέ το» μου είπε.

Άρχισαν να τρώνε τις πίτσες και να πίνουν τις μπίρες τους, ενώ εγώ έμεινα ολόγυμνη με τον ντελιβερά να αρχίζει να μου κάνει γλειφομούνι. Με τα δυο μου χέρια κατεύθυνα τον Αλβανό έφηβο και σε λίγο άρχισα να έχω ένα ακόμα οργασμό. Στήθηκα στα τέσσερα και του είπα:

-    «Πήδα με!»

Έβαλε τη χοντρή ψωλή του μέσα στο μουνάκι μου σιγά - σιγά και άρχισε να με γαμάει με όλη του την ορμή κρατώντας με τα δυο του χέρια από τους ώμους μου. Με γάμαγε δυνατά και γρήγορα. Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα αργούσε να τελειώσει. Οι άλλοι τρεις τους απολάμβαναν το σόου και ζητωκραύγαζαν στα αλβανικά, τρώγοντας και πίνοντας. Σε λίγο ο νεαρός Αλβανός έχυνε βαθιά μέσα μου γεμίζοντας το μουνί μου με τα πηκτάδια του. Χωρίς χρονοτριβή ντύθηκε και έφυγε για την δουλειά του. Οι άλλοι τρεις όμως ήταν έτοιμοι για δράση. Στα τέσσερα όπως ήμουν με πήραν και με έβαλαν μπρος στον καναπέ. Έκατσε μπροστά μου ο ένας από αυτούς άρπαξε το κεφάλι μου και άρχισε να μου γαμάει το στόμα.

Οι άλλοι δυο μου έγλειφαν και μου έφτυναν των κωλοτρυπίδα μου, βάζοντάς μου κωλοδάχτυλο. Σε λίγο άρχισαν να με γαμάνε εναλλάξ πίπα - κώλο. Άλλαζαν συνεχώς θέσεις μεταξύ τους και μια με πήδαγαν από το στόμα και μια από τον κώλο. Σε λίγο ο πρώτος άρχισε να χύνει μέσα στο στόμα μου κι εγώ κατάπινα τα σπέρματα του σαν να ήταν το νέκταρ μου. Μετά ήταν η σειρά του δεύτερου να τελειώσει μέσα στο στόμα μου, ενώ ο τρίτος συνέχιζε να σκίζει την σούφρα μου. Αφού ρούφηξα σαν καλό τσουλάκι και τους χυμούς του δεύτερου Αλβανού, ο τρίτος της παρέας βγήκε από μέσα μου και με έβαλε να κάτσω στον καναπέ. Ανέβηκε όρθιος πάνω στον καναπέ και στάθηκε μπροστά μου.

-    «Ρούφα την!» με διέταξε.

Υπάκουσα και την πήρα στο στόμα. Σε λίγο άρχισε να με γαμάει από το στόμα, ενώ εγώ είχα γείρει προς τα πίσω στηρίζοντας το κεφάλι μου στην πλάτη του καναπέ. Ξαφνικά ένιωσα τις πρώτες σταγόνες από τα χύσια του να εκτοξεύονται βαθιά στον λαιμό μου κι εγώ τα κατάπινα πρόθυμα.

-    «Πιες τα πουτάνα Ελληνίδα, πιες τα!» φώναζε γεμάτος καύλα.

Κάθισαν και οι τρεις τους εξουθενωμένοι. Αφού βρήκα την ανάσα μου σηκώθηκα και είδα ότι είχα καμιά δεκαριά αναπάντητες στο κινητό μου. Ήταν ο σύζυγός μου. Δεν ήθελε και πολύ να μπούνε ψύλλοι στα αφτιά του ότι ξενοπηδιέμαι. Αμέσως πήρα την κολλητή μου τηλέφωνο για να μου προσφέρει άλλοθι. Στην συνέχεια πήρα τηλέφωνο τον αντρούλη μου. Του είπα ότι ήμουν στο σπίτι και ότι η κολλητή μου ήρθε για παρέα και ότι οι μάστορες τελείωσαν και καθάριζα και ότι αυτός ήταν ο λόγος που δεν άκουσα το κινητό. Έδειξε να το πιστεύει.

-    «Μου λείπεις μωρό μου» του είπα όλο νάζι

-    «Κι εγώ σ’ αγαπάω. Φιλάκια».

Οι Αλβανοί χασκογελάγανε και αφού έκλεισα γονάτισα μπροστά τους και άρχιζα να μαλάζω και να πιπιλάω τα ψωλιά τους. Εκείνη τη στιγμή ξαναχτύπησε το κινητό μου. Ήταν πάλι ο άντρας μου. Έβαλα το hands free και απάντησα καθώς συνέχιζα να μαλακίζω και που και που να τσιμπουκώνω τα καυλιά τους. Ήθελε να μου πει ότι θα γυρίσει με άλλη πτήση αργά το βράδυ της Κυριακής αντί για απόγευμα. Μίλαγα στο τηλέφωνο με τον σύζυγό μου, σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Στο μεταξύ ο ένας από τους τρεις τράβαγε βίντεο με το κινητό του το όλο σκηνικό. Όταν τον είδα του έκανα κωλοδάχτυλο.

-    «Μωρό μου πρέπει να σε αφήσω τώρα. Να ξέρεις μου λείπεις πολύ».

Όταν έκλεισα οι Αλβανοί γέλαγαν.

-    «Μεγάλη Ελληνίδα πουτάνα είσαι!» μου είπαν.

Εγώ χωρίς να πω τίποτα μπήκα στην κρεβατοκάμαρα. Είχα αποφασίσει να τους ξεζουμίσω. Έβαλα ένα κόκκινο στρινγκάκι με ασορτί σουτιέν και ίδιο χρώμα ψηλοτάκουνες γόβες. Περιττό να σας πω πως ήμουν φωτιά μέσα στο κόκκινα. Πήγα στο σαλόνι και όταν με είδαν έμειναν και οι τρεις τους με ανοιχτά τα στόματα.

-    «Θέλω τις αλβανικές ψωλές σας τώρα».

Γύρισα στην κρεβατοκάμαρα και με ακολούθησαν και οι τρεις τους. Ήμασταν όλοι μας στο συζυγικό κρεβάτι μου. Εγώ ξαπλωμένη και οι Αλβανοί με χούφτωναν, ώσπου τελικά μου έβγαλαν τα εσώρουχα που είχα βάλει αφήνοντας με ολόγυμνη φορώντας μόνο τις κόκκινες γόβες μου. Οι γλώσσες τους αντικατέστησαν τις παλάμες τους γλείφοντας με. Σε λίγο τα πρώτα κύματα από έναν ακόμα οργασμό άρχισαν να κυριεύουν το κορμί μου. Ο ένας είχε ξαπλώσει κι εγώ τον καβάλησα. Είχα το καυλί του ως τα βάθη της μήτρας μου. Ο δεύτερος άρχισε να χώνει σιγά - σιγά το παλούκι του στην κωλοτρυπίδα μου. Δεν άργησε η στιγμή που τα δυο παπάρια ήταν βαθιά μέσα μου. Με κάρφωναν με όλη τους τη δύναμη και ο ρυθμός τους γινόταν ολοένα πιο γρήγορος , πηδώντας με δυνατά. Οι φωνές μου είχαν κατακλύσει το δωμάτιο.

-    «Σκίστε με παλιοαλβαναράδες, σκίστε με!» φώναζα μέσα στην καύλα.

-    «Παλιοπουτάνα, θα ζητάς κάθε μέρα αλβανικές πούτσες!» μου απαντούσαν, ενώ εγώ συνέχισα να τους βρίζω.

Όσο τους έβριζα τόσο πιο άγρια με πήδαγαν. Σε λίγο είχαν συντονιστεί και οι δυο τους και με κάρφωναν ανελέητα.

-    «Σ’ αρέσει πουτάνα;» ρώταγαν συνέχεια τραβώντας με από τα μαλλιά μου.

Άρχισα να έχω έναν πολλαπλό οργασμό με τις κραυγές μου να γίνονται όλο και πιο δυνατές.

-    «Χύνω, γαμιόληδες. Χύνωωω! Αχχχχχχχχχ…»

Εκείνη τη στιγμή ο τρίτος της παρέας με έπιασε από το κεφάλι και άρχισε να με κατευθύνει στο παπάρι του. Το πήρα στο στόμα και άρχισε να με γαμάει. Ξαφνικά ένιωσα την σούφρα μου να γεμίζει από τα υγρά του διακορευτή μου. Σχεδόν ταυτόχρονα ένιωσα τα βάθη της μήτρας μου να γεμίζουν από καυτά πουτσόζουμα. Παρόλα που μόλις είχαν χύσει και οι δυο τους παρέμειναν βαθιά μέσα μου. Εγκλωβισμένη όπως ήμουν ανάμεσα στα δυο αντρικά κορμιά ο τρίτος της παρέας συνέχιζε να μου γαμάει το στόμα, ενώ το κινητό μου χτυπούσε ξανά. Σε λίγο ένιωσα τα πρώτα πηκτάδια του βαθιά μέσα στο λαρύγγι μου. Κατάπια τους χυμούς του που ανάβλυζαν από το εργαλείο του σαν καυτή λάβα μέσα στο φιλόξενο στόμα μου. Έμεινα ξαπλωμένη ανάμεσα στα τρία αντρικά κορμιά και άπλωσα το χέρι μου να πάρω το κινητό μου από το κομοδίνο. Κοίταξα την οθόνη του κινητού μου και είδα ότι είχα τρεις αναπάντητες κλήσεις από την μητέρα μου, όταν ξαφνικά την άκουσα να φωνάζει το όνομα μου.

-    «Ρούλα», είπε με την φωνή της γεμάτη έκπληξη.

-    «Μαμά, τι κάνεις εσύ εδώ;», την ρώτησα όλο απορία.

-    «Ανησύχησα κορίτσι μου που δεν απαντούσες και ήρθα με τα κλειδιά που μου δώσατε εσύ και άντρας σου να δω τι κάνεις. Αλλά απ’ ότι βλέπω εσύ είσαι μια χαρά».

Έβαλε τα δάχτυλα της και άγγιξε το μουνάκι μου. Τα χύσια είχαν αρχίσει να κυλούν ανάμεσα στα μπούτια μου.

-    «Πρόσεχε κορίτσι μου. Πρόσεχε!», μου είπε.

-    «Μην φοβάσαι μαμά παίρνω το χάπι ακόμα. Δεν θέλω να γκαστρωθώ τόσο γρήγορα», της είπα καθησυχάζοντάς της.

-    «Αχ, Ρουλίτσα, ήθελα να ‘ξερα σε ποιον έμοιασες».

-    «Μα σε σένα μαμά, σε σένα» της απάντησα γελώντας.

Οι Αλβανοί είχαν αρχίσει να ντύνονται και ήταν έτοιμοι να φύγουν. Έτσι έμεινα με την μάνα μου στο σπίτι. Έκανα ένα ντουζάκι και αρχίσαμε την φασίνα μαζί με την μητέρα μου προκειμένου να καθαρίσουμε τους λεκέδες από τα χύσια στον καναπέ. Α, όλα κι όλα, η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά.

(Copyright protected OW ref: 53786)