Η λεσβία που άλλαξε

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο σούπερ εραστής του Πανεπιστημίου την πάτησε όταν καψουρεύτηκε μια καθηγήτρια και διαπίστωσε ότι ήταν λεσβία. Μοναδικός του σκοπός τώρα ήταν να την αλλάξει και να της δείξει τον έρωτα ενός αρσενικού…

Η ιστορία:

Ο Μιχάλης ήταν ο σούπερ εραστής του Πανεπιστημίου που φοιτούσε. Ήταν ένα πολύ ωραίο και γυμνασμένο αγόρι, που καμιά δεν του αντιστεκόταν. Οι συμφοιτητές του τον ζήλευαν και τα κορίτσια παραβγαίνανε ποια θα πέσει στο κρεβάτι μαζί του. Ακόμα κι οι καθηγήτριες, γυναίκες παντρεμένες με παιδιά, είχαν υποκύψει στον πειρασμό να ζήσουν μια έντονη ερωτική φάση μαζί του!

Ωστόσο, κάποια του ξέφευγε. Ήταν η Ισμήνη, η νέα βοηθός της καθηγήτριας της Φιλοσοφίας. Μια κοπέλα σοβαρή, απρόσιτη, ντυμένη μ’ ένα μονόχρωμο ταγεράκι, που δεν έδινε δικαίωμα σε κανέναν να την πλησιάσει. Όμορφη κοπέλα, που έδειχνε παγόβουνο όμως… Όσοι της έκαναν πρόταση, ακόμα και για καφέ, έφαγαν μια ευγενική χυλόπιτα. Ανάλογη της καθηγήτριάς της, που ήταν μια στριφνή και απόκοσμη γεροντοκόρη.  

Όμως, μια μέρα, ενώ ο Μιχάλης ήταν στην τουαλέτα, κοιτάζοντας αφηρημένα από το μισάνοιχτο παραθυράκι του φωταγωγού, είδε πίσω από το παραθυράκι της τουαλέτας των γυναικών την Ισμήνη να φιλιέται με πάθος στο στόμα με την καθηγήτρια της Φιλοσοφίας, ενώ αυτή της χάιδευε το γυμνό της στήθος.  Έμεινε έκθαμβος! Όχι τόσο γιατί κατάλαβε πως ήταν ομοφυλόφιλες, αλλά γιατί είδε ένα κορμί μοναδικό, θεϊκό, αγαλματένιο. Ένιωσε τον πούτσο του να γίνεται πέτρα κι έμεινε εκεί να θαυμάζει αυτό το τέλειο πλάσμα, με τα φανταστικά βυζιά και τα χυτά πόδια, που συνήθως τα έκρυβε κάτω από τα μεγαλίστικα ρούχα που φορούσε.

Άρχισε να αυνανίζεται με πάθος, αλλά έκανε κατά λάθος κάποιο θόρυβο κι αυτές έκλεισαν το παράθυρο. Γυρνώντας στο μάθημα, δεν μπόρεσε να συγκεντρωθεί, γιατί σκεφτόταν αυτό που είδε και σκεφτόταν πόσο κρίμα είναι ένα τέτοιο πλάσμα να είναι λεσβία. Τότε, έβαλε σχέδιο να την πάρει ερωτικά. Του έγινε έμμονη ιδέα. Αλλά δεν μπορούσε να βρει τρόπο που να την προσεγγίσει χωρίς να φάει χυλόπιτα. Προσευχόταν στη θεά του έρωτα, την Αφροδίτη, να του κάνει αυτό το χατίρι. Αλλά εις μάτην…

Ώσπου μια μέρα, εκεί που δεν το περίμενε, το χατίρι που δεν του έκανε η Αφροδίτη του το έκανε η Αθηνά, η θεά της γνώσης και της σοφίας! Τον κάλεσε η καθηγήτρια της Φιλοσοφίας και, αφού του είπε πόσο εκτιμά τη σπιρτάδα του και την εγκεφαλικότητά του, του ζήτησε να δουλέψει στο τμήμα της σαν δεύτερος βοηθός, γιατί είχε πέσει πολλή δουλειά. Και μόνο με τη σκέψη ότι κάθε μέρα θα ήταν μαζί με την Ισμήνη, δέχτηκε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Κι έτσι έγινε. Κάθε μέρα περνούσε τέσσερις με πέντε ώρες μαζί τους, μελετώντας και διορθώνοντας γραπτά των συμφοιτητών του. Απολάμβανε δίπλα του αυτό το θεϊκό κορμί και τη μυρωδιά του, αλλά ούτε που σκέφτηκε να της κάνει πρόταση, γιατί ήξερε τι τον περίμενε. Μάλιστα, μερικές φορές που αυτή έπιασε το βλέμμα του να καρφώνεται στα τορνευτά μπούτια της, κατέβασε απότομα τη φούστα της και γύρισε προς την άλλη.

Βέβαια, ο Μιχάλης άρχισε να διαπιστώνει ότι σιγά - σιγά κέρδιζε την εκτίμηση της Ισμήνης προς το μυαλό του και τις ικανότητές του, αλλά αυτό δεν αρκούσε για να τον δει αυτή και κάπως αλλιώς. Αυτή δεν είχε μάτια γι’ αυτό, πέρα από την καθηγήτριά της. Αυτός όμως δούλευε μεθοδικά. Άνοιγε μαζί της δύσκολες κουβέντες, με υψηλά διανοητικά νοήματα, για πολύ σοβαρά θέματα, μέχρι εκεί που αυτή δεν έφτανε. Κι όταν μπλοκαριζόταν και του ζητούσε να της εξηγήσει, έδινε ρεσιτάλ οξύνοιας και γνώσεων. Ώσπου κέρδισε την εμπιστοσύνη της και την έκανε θαυμάστριά του, θαυμάστρια του μυαλού του.

Και μια μέρα, που η Ισμήνη έκανε κάποιο λάθος κι η καθηγήτρια θύμωσε πολύ και την παρατήρησε έντονα μπροστά του, του δόθηκε η μεγάλη ευκαιρία. Η Ισμήνη σηκώθηκε να φύγει, κλαμένη και θυμωμένη, κι ο Μιχάλης προσφέρθηκε να την συνοδεύσει σπίτι. Στο δρόμο της πρότεινε να πιουν έναν καφέ για να ξεσκάσει κι αυτή, νιώθοντας μόνη και στενοχωρημένη, δέχτηκε. Στην καφετέρια, αυτός της ανοίχτηκε και της είπε ότι έχει καταλάβει πως έχει δεσμό με την καθηγήτρια. Αυτή στην αρχή ξαφνιάστηκε, αλλά μετά του εξομολογήθηκε ότι τα έχει μ’ αυτήν, όχι γιατί είναι λεσβία, αλλά γιατί νιώθει εγκεφαλικό άτομο και δεν την ερεθίζουν τα ξενέρωτα αντράκια που διαθέτουν μόνο κάτω κεφάλι.

-    «Μέχρι τώρα στη ζωή μου, δεν είχα γνωρίσει κάποιον σαν εσένα, μ’ αυτό το μυαλό κι αυτό το έξυπνο χιούμορ, ώστε να μου κινήσει το ενδιαφέρον. Η δικιά μου μπορεί να είναι σκατοχαρακτήρας και αγενής, αλλά το μυαλό της και ο τρόπος σκέψης της με εξιτάρουν τρομερά!», του είπε.

Τότε, ο Μιχάλης εκδηλώθηκε και της είπε πως κι αυτός έχει τον ίδιο προβληματισμό κι ότι πρώτη φορά νιώθει μια ανώτερη ικανοποίηση όντας με μια γυναίκα. Της εξομολογήθηκε πως στη ζωή του έχει απολαύσει το κορμί πολλών γυναικών, αλλά καμιά τους δεν άξιζε να της γαμήσει το μυαλό με το δικό του μυαλό, να κάνουν μαζί σεξ ψυχών και όχι απλά σαρκικό. Αυτές, λες και ήταν μαγικές λέξεις. Την είδε να τον κοιτάζει κατάματα σαν να θέλει να μπει μέσα στην ψυχή του. Έκανε κι αυτός το ίδιο και, παίρνοντας θάρρος, της είπε:

-    «Άσε με να σε κάνω δική μου. Να σου γαμήσω την ψυχή. Να γίνουμε μια ψυχή σε δυο κορμιά. Μια ζωή αναζητώ εκείνη που θα απολαύσουμε μαζί το εγκεφαλικό σεξ, που θα νιώσει από μένα την υπέρτατη ηδονή στο μυαλό κι όχι στο κορμί».

Αυτή, έσκυψε λίγο κάτω κι έμεινε σκεφτική, κουνώντας νευρικά το γόνατό της. Μετά, σηκώθηκε ξαφνικά όρθια και του είπε:

-    «Άντε, παλιόπαιδο, κέρδισες. Πάμε γρήγορα στο σπίτι. Θέλω να νιώσω αυτό που μου έλειπε μια ζωή: να κάνει έρωτα το μυαλό μου κι όχι το κορμί μου. Ελπίζω να μη με διαψεύσεις».

Βγήκαν κι έτρεξαν προς το σπίτι της. Μόλις μπήκαν μέσα, αγκαλιάστηκαν κι έμειναν εκεί να κοιτάζονται στα μάτια. Πλησίασαν τα χείλη τους και, νιώθοντας τη ζεστασιά της αναπνοής τους, είχαν την ιδέα πως η μια ψυχή χυνόταν μέσα στο κορμί του άλλου και αντίστροφα και γίνονταν ήδη μια ψυχή σε δυο κορμιά. Τα χείλη κόλλησαν σε ένα ατελείωτο φιλί, ενώ ο Μιχάλης ένιωθε το λαχταριστό κορμί να κολλάει επάνω του και να γυρεύει το γαμήσι που ποτέ δεν είχε νιώσει. Το στόμα του έγινε χείμαρρος και την έλουσε με ασυνήθιστα ερωτόλογα, έξυπνα, ευρηματικά, εγκεφαλικά, που γαργαλούσαν βαθιά το μυαλό της, ενώ τα χέρια του έγδυναν το κορμί της.

Όταν την έγδυσε, κάθισε αμίλητος κι απολάμβανε το βελουδένιο κορμί της που ήταν ξαπλωμένο νωχελικά στον καναπέ, ενώ το βλέμμα της του έδειχνε πως το μυαλό της είχε πια παραδοθεί ολοκληρωτικά στο δικό του. Την πήρε στην αγκαλιά του και την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα. Άρχισε να δαγκώνει τις ρωγούλες της κι αυτή να βγάζει κραυγούλες ηδονής.

-    «Θέλω να γαμήσεις το παρθένο μυαλό μου. Εσύ να με ξεπαρθενέψεις. Σου δίνω αυτό που δεν έδωσα ποτέ σε κανέναν! Χαλάλι σου γλυκέ μου!», του είπε.

Κι αυτός, συνεχίζοντας τις τρυφερές εγκεφαλικές κουβέντες, αισθάνθηκε το μυαλό του να ερεθίζεται και για πρώτη φορά πάνω και κάτω κεφάλι να εκπέμπουν στην ίδια συχνότητα και να συνεργάζονται τόσο αρμονικά. Όταν πλησίασε τη γλώσσα του στο μουνάκι της κι άρχισε να τη γλείφει, της είπε:

-    «Άσε με να φυσήξω την ψυχή μου μέσα σου, μέσα από το μουνάκι σου το γλυκό. Να στην χαρίσω ολόκληρη κι ας πεθάνω ετούτη τη στιγμή. Να ζήσουν οι ψυχές μας μαζί μέσα στο λαμπρό κορμάκι σου, δεμένες, αγαπημένες, ερωτευμένες!»

Τότε, την αισθάνθηκε να κλαίει συγκινημένη, ενώ το ερεθισμένο της αιδοίο κατέβασε απότομα πολλά υγρά.

-    «Έλα γλυκέ μου, εραστή του μυαλού μου και του κορμιού μου, να γίνουμε ένα. Γάμησέ με πνευματικά και σωματικά μέχρι θανάτου. Χάρισέ μου την απόλυτη ηδονή, την ηδονή για Θεούς, όχι για θνητούς».

Όταν βύθισε το καυλί του μέσα στο μουνί της κι αυτή έσφιξε τα καλλίγραμμα πόδια της πάνω στον κώλο του τραβώντας τον προς τα μέσα, ενώ αυτός ακουμπούσε το κεφάλι του πάνω στα σφιχτά και καυλωμένα βυζιά της, κατάλαβαν κι οι δυο πως αυτή την ώρα ζούσαν τη ζωή επιτέλους! Από ‘δω και πέρα η ζωή θα άξιζε πολύ παραπάνω γι’ αυτούς. Το μικρό παράθυρο του φωταγωγού της τουαλέτας, που είχε μείνει κατά λάθος μισάνοιχτο πριν κάποιο καιρό, είχε ανοίξει ένα καινούργιο μεγάλο παράθυρο στη ζωή τους και στο πνεύμα τους και μια λεωφόρο προς την ευτυχία. Είχε φέρει στη ζωή τους τον έρωτα, τον αληθινό, τον γνήσιο, τον τόσο δύσκολο για ανθρώπους εγκεφαλικούς με πολλές απαιτήσεις!

Κι ενώ γαμιόντουσαν πνευματικά και σαρκικά με δυνατές ωθήσεις και με ζεστά γλυκά λόγια, όταν ήρθε η ώρα του οργασμού, ένιωσαν τα δυο τους κορμιά σαν να παύουν να είναι στερεά. Έγιναν δυο υγρές μάζες σάρκας και ψυχής που χύνονταν στο ίδιο δοχείο, που αναμίχθηκαν σε ένα μίγμα εγκεφαλικότητας, ηδονής, έρωτα και απόλυτης αγάπης. Και, πολύ γρήγορα, πήραν την απόφαση να παντρευτούν και να ζήσουν μαζί την υπόλοιπη ζωή τους.

(Copyright protected OW ref: 51820)