Αναπνοή φαντασίωσης και αγνώστου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ανοίγοντας τις κουρτίνες παρατηρούσα την νύχτα που είχε πλέον ντυθεί στα λευκά για τα καλά. Η λευκή λάμψη του χιονιού αντικατοπτριζόταν πάνω στο μαύρο της νύχτας και ταυτόχρονα μία ακινησία της ατμόσφαιρας μου έδιναν την αίσθηση ότι ζούσα μέσα σε παραμύθι. Αυτή η ατμόσφαιρα ήταν ότι πρέπει για ένα καλό γαμήσι με την κυρία ‘Ζήτα μου ότι θες’.

Όμως η περίπτωση να μην έρθει είχε μεγάλες πιθανότητες.

Μήπως έπρεπε να της κάνω πρόταση για κάποιο καφέ;

Μήπως έπρεπε να της κάνω πρόταση για κάποιο εστιατόριο;

Μήπως ήμουν πολύ απότομος και η γκόμενα αηδίασε;

Ίσως αν συμπεριφερόμουν διαφορετικά να είχα μεγαλύτερες πιθανότητες, να την κατακτήσω. Όμως γιατί πρέπει να ακολουθούμε πάντα την ίδια οδό; Τι απαγορεύει δηλαδή να γαμηθούμε πρώτα και έπειτα να γνωριστούμε; Δεν θα ήταν εξίσου συναρπαστικό και όμορφο;

Οι σκέψεις περνούσαν με ταχύτητα από το μυαλό μου. Είχα ξεντυθεί από την μέση και πάνω. Φορούσα μόνο το τζιν, περιμένοντας με μεγάλη βεβαιότητα τον ερχομό της άγνωστης. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και άφησα την προσοχή μου να περιπλανηθεί αδιάφορα πάνω στην τσόντα που έπαιζε η τηλεόραση.

Δεν πέρασε μια ώρα και άκουσα ένα ρυθμικό χτύπημα δακτύλων στην πόρτα του δωματίου. Ήταν ένα από τα πιο όμορφα και μελωδικά τικ τακ που έχω ακούσει στην ζωή μου. Η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει. Να εκραγεί στην κυριολεξία. Σε καμία περίπτωση δεν μπορώ να αποτυπώσω στο χαρτί την μεγαλειότητα του τι ένιωσα εκείνη την στιγμή.

«Ήρθε η πουτανίτσα.» είπα μέσα μου και πετάχτηκα από το κρεβάτι. Πλησίασα πίσω από την πόρτα κρατώντας την αναπνοή μου. Ήθελα να βεβαιωθώ ότι ήταν εκείνη πριν βάλω σε εφαρμογή το μεγαλεπήβολο σχέδιό μου. Μπορεί να ήταν και η καμαριέρα. Μου έχει τύχει πολλές φορές να κάνουν λάθος δωμάτιο. Ακροπατώντας, ακούμπησα τις παλάμες μου στην πόρτα και σχεδόν ψιθυριστά άρθρωσα την απαραίτητη ερώτηση.

«Εσύ είσαι μωρό μου…;»

«Ναι… εγώ είμαι… αγάπη μου.» απαντάει εκείνη ψιθυριστά από την άλλη πλευρά.

Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Είναι δυνατόν να με αποκαλέσει «αγάπη μου»; Πότε πρόλαβε και με αγάπησε; Ακόμα δεν με είδε. Ακόμα δεν με άγγιξε. Ακόμα δεν την αγκάλιασα. Ακόμα δεν την γάμησα. Πως τόλμησε και ξεστόμισε τέτοια κουβέντα; Κάτι τέτοια κάνουν οι γυναίκες και τρέχουν οι άντρες φοβισμένοι πίσω στην μαμά τους. Με σόκαρε η απροκάλυπτη δήλωσή της. Αυτές οι λέξεις της δικαιολογούν την σαστιμάρα μου. Αμέσως μετά μου δίνει την χαριστική βολή με ένα αιφνιδιασμό που θα ζήλευε και ο πιο ικανός στρατηγός του κόσμου.

«Άνοιξε την πόρτα… αγάπη μου. Θέλω να σε σφίξω στην αγκαλιά μου. Δεν αντέχω άλλο.»

«Περίμενε λίγο…» της είπα. Δεν είχα πλέον άλλη τακτική παρά να εφαρμόσω το σχέδιό μου και ότι γίνει. «Θα σου ανοίξω μωρό μου» , συνέχισα με προστακτικό ύφος , «αλλά θα κάνεις ότι σου πω. Έχω κλειστό το φως. Θα μπεις μέσα στο σκοτάδι και άσε τα υπόλοιπα σε εμένα.»

«Εντάξει αγάπη μου. Άνοιξέ μου και άσε τα παιχνίδια.» μου πέταξε με ναζιάρικο ύφος.

Α! Έπεσα σε μεγάλη πουτάνα. Με μια κίνηση άνοιξα την πόρτα και την τράβηξα από το χέρι. Έπεσε πάνω μου και αμέσως την αγκάλιασα σφιχτά. Άρχισα να την φιλάω παντού. Στο στόμα. Στο πηγούνι. Στο λαιμό. Στην γλώσσα. Όλο την έσφιγγα περισσότερο πάνω μου.

Το μόνο που πρόλαβα να δω από την μορφή της ήταν τα μαύρα και ίσια της μαλλιά και μια υπέροχη κορμοστασιά. Κορμί μοντέλου είχε. Είναι η τυχερή βραδιά μου, τελικά. Ευχαριστώ ρε Δ.Ε.Η. Ευχαριστώ και όλες τις τεχνικές εταιρείες εικοσιτετράωρης κάλυψης όλου του κόσμου. Θα την σκίζω δυο μέρες. Δεν θυμάμαι αν το σκέφτηκα ή το ψιθύρισα μέσα στην θέρμη των σωμάτων που όλο και ανέβαινε και βέβαια το καυλί μου ήταν πλέον εκτός ελέγχου.

Και εκείνη, με αγκάλιαζε σφιχτά. Με φιλούσε παντού. Καθώς ήμουν γυμνός από την μέση και πάνω με φιλούσε στο στήθος και στα μπράτσα. Η ανάσα της με έκαιγε. Ένιωθα να είχαν σκληρύνει οι ρώγες της καθώς τα μεγάλα βυζιά της κολλούσαν πάνω μου. Όλο και μεγάλωνε το πάθος της και όλο γινότανε γρηγορότερη η ανάσα της. Μέσα σε αυτήν την έκρηξη χωρίς προηγούμενο μου ψιθυρίζει:

«Ναι αγάπη μου! Ναι!... Μάριέ μου. Κάνε μου ότι θες. Φτάνει να είμαι μαζί σου. Δεν μπορώ μακριά σου… Σ’αγαπώ… Ζήτα μου ότι θες…»

Παραλίγο να πάθω χειρότερο black out από αυτό του σπιτιού. Να μπλοκάρει ο εγκέφαλος μου και μετά …καληνύχτα στύση. Ή η γκόμενα είναι τρελή, ή είχαμε την ίδια φαντασίωση, ή είναι η μεγαλύτερη πουτάνα όλων των εποχών ή εγώ ζω σε άλλο πλανήτη. Τι από όλα αυτά να συμβαίνει;

Ω!...εκείνη την στιγμή είπα να αφήσω τις μαλακίες ας ζήσω την στιγμή και αργότερα λύνω τον γρίφο. Αν λυθεί ποτέ και δεν μείνει σαν μαύρη συμπαντική τρύπα μέσα στο κρανίο μου.

Με μια κίνηση του αριστερού μου χεριού ξεκούμπωσα την ζώνη μου , κατέβασα το φερμουάρ και έβγαλα έξω τον κύριο «χαρούμενο». Με το δεξί μου χέρι της έσπρωξα το κεφάλι προς το κάτω και εκείνη λύγισε τα γόνατα ακουμπώντας τα πάνω στο πάτωμα. Της έσπρωξα μέσα στο λαιμό το καυλί μου. Σαν διψασμένη από έρημο, το πήρε όσο πιο βαθιά μπορούσε μπουκώνοντας το στόμα της και ρουφώντας λαίμαργα τα σπερματικά μου υγρά. Έπειτα άρχισε να ανεβοκατεβάζει την γλωσσίτσα της , από τον βάλανο ως τα αρχίδια και από τα αρχίδια ως τον βάλανο χωρίς να παίρνει καμία ανάσα. Ήθελε να με ικανοποιήσει όσο πιο πολύ μπορούσε. Πολύ ευγενικό εκ μέρους της. Όμως για πιο λόγο είχε τέτοια συμπεριφορά, δεν μπορούσα να καταλάβω. Σαν να με γνώριζε από παλιά. Σαν να είχαμε σχέση χρόνια. Σαν να ήμασταν μαζί από πάντα. Έμοιαζε παράφορα ερωτευμένη. Έχουμε ξανασυναντηθεί; Και αν ναι, που και πότε;

«Φτάνει…» της είπα και την σήκωσα από το πάτωμα. Ανέβασα ψηλά την φούστα της και την γύρισα στο κρεβάτι σαν γατούλα. Ήταν έτοιμη να εκραγεί από την καύλα. Καθώς κατέβασα την μουσκεμένη κιλότα της έβγαλε ένα μελωδικό ήχο από τα χείλη και έφερε τα δάκτυλά της πάνω στην κλειτορίδα. Άρχισε να χαϊδεύεται και τα υγρά της έμοιαζαν με ποτάμι στο σκοτάδι.

Την έπιασα δυνατά από τα υπέροχα δυο ημισφαίρια του κώλου της και έσπρωξα τον πούτσο μου μέσα της, με μια κίνηση. Έμεινα ακίνητος. Ένα άγαλμα που κάνει την φαντασίωσή του πραγματικότητα. Εκείνη έβγαζε συνέχεια κραυγές ηδονής και πάθους καθώς άρχισα πλέον να πηγαινοέρχομαι μέσα της. Το κορμί μου ανασκίρτησε. Της γαμούσα την τρυφερή σάρκα όλο και πιο γρήγορα σαν λυσσασμένος και εκείνη την στιγμή σκέφτηκα να χύσω μέσα της όπως η θάλασσα χύνει το κύμα της σε σπηλιές των νησιών.

Το σπέρμα μου εκτινάχθηκε στα βάθη του κόλπου της και εκείνη με σπασμούς και λυγμούς σχεδόν σαν κραυγές, άφηνε παχύρρευστα υγρά να με ποτίζουν ευχαρίστηση.

«Χύσε με …αγάπη μου. Κάνε με ότι θες. Αρκεί να είμαι μαζί σου. Ζήτα μου ότι θες. Σ’αγαπώ…Μάριε.» Την άκουσα να μου σιγοψιθυρίζει καθώς την αγκάλιαζα στο κρεβάτι. Έξω η νύχτα έφεγγε από το χιόνι. Το σκοτάδι εισχωρούσε στο δωμάτιο 13 του ξενοδοχείου 28. Σκοτάδι μέσα στο δωμάτιο, σκοτάδι μέσα στο μυαλό μου. Με αγκάλιασε σφιχτά και με φιλούσε τρυφερά στο λαιμό. Κουλουριάστηκε πάνω μου. Δεν μιλούσε. Παρά μόνο η αναπνοή της ακουγότανε. Μια γλυκιά αναπνοή φαντασίωσης και αγνώστου.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")