Οι φίλοι του μπαμπά μου (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η παρτούζα με τους φίλους του μπαμπά της Ζέτας συνεχίζεται αλλά τώρα θα προστεθεί κι άλλος ένας στην παρέα που θα ανατρέψει οριστικά τη ζωή της…

Η ιστορία:

Οι μέρες και οι μήνες πέρναγαν ωραία... Γεμάτες πάθος, έρωτα σεξ, κλπ. κλπ. Είχαμε δέσει ωραία σαν ερωτική ομάδα - παρέα, εγώ και οι φίλοι - συνεργάτες του πατέρα μου, ο Γιώργος, ο Δημήτρης, και ο Ηλίας. Μια Κυριακή, γυρίζαμε από το ξενοδοχείο που βρισκόμαστε από το Λουτράκι, και ο Γιώργος έκανε την πρόταση να σταματήσουμε σε μια ταβερνούλα να φάμε κάτι. Όλοι συμφωνήσαμε και πήγαμε. Κάτσαμε, παραγγείλαμε, και αρχίσαμε την κουβέντα και τα αστεία πειράγματα. Βέβαια, μέσα στην κουβέντα, δεν έλειψαν και τα ερωτικά πειράγματα από τους άντρες μου προς εμένα, οπότε κάποια στιγμή, γυρνάει ο Ηλίας και μου λέει:

-    «Ρε μωρό, έχει έρθει από το χωριό έναν πρώτος μου ξάδελφος και τον φιλοξενώ για καμιά δεκαριά μέρες. Τι λες; Κάνεις κέφι να τον φέρουμε μια μέρα να σε έχουμε τετράδα αντί για τριάδα; Να, δες τον εδώ στην φωτογραφία...»

Και μου δείχνει μια φωτογραφία του ξαδέλφου του. Πολύ ωραίος άντρακλας. Γεμάτος από τα γυμναστήρια... Μια τριγωνική ντουλάπα θα μπορούσα να πω.

-    «Πολύ ωραίος άντρας Ηλία μου!» του λέω.

-    «Ναι μανάρι μου. Και με καλή... "προίκα" μες στο βρακί του».

Εγώ χαμογέλασα, τάχα άνετη.

-    «Ο Γιώργος κι ο Δημήτρης τον έχουν γνωρίσει από προχθές που βγήκαμε για μπίρες. Δεν έχουν πρόβλημα κι εκείνοι αν έρθει μαζί μας μια μέρα κι ο ξάδελφος μου» συμπλήρωσε ο Ηλίας.

-    «Ναι, είναι πολύ καλός χαρακτήρας!» είπε ο Γιώργος.

-    «Συμφωνώ κι εγώ» είπε κι ο Δημήτρης.

-    «Εντάξει» είπα κι εγώ. «Κανονίστε και μου λέτε».

-    «Μια στιγμή!» λέει ο Ηλίας. «Θα μάθουμε τώρα».

Και βγάζει το κινητό του και του τηλεφωνεί.

-    «Έλα ρε μαλάκα. Οk το γυναικάκι μας.. συμφωνεί. Είσαι μέσα; Οk, τα λέμε…»

Γυρίζει προς εμένα και μου λέει:

-    «Το άλλο Σάββατο θα έρθει μαζί μας».

Η κουβέντα στράφηκε και σε άλλα θέματα. Γυρίσαμε από το Λουτράκι στην Αθήνα, κι εγώ περίμενα το επόμενο Σάββατο... Το Σάββατο το επόμενο ήρθε. Η γνωστή ώρα, που πήγαινα να συναντήσω τους άντρες μου, πλησίαζε. Κάποια στιγμή ακούω τον πατέρα μου να με φωνάζει.

-    «Πού θα πας μικρή; Πάλι εκδρομή με την φίλη σου;»

-    «Ναι ρε μπαμπά, με την Αμαλία θα είμαι».

-    «Ρε μπας κι έχετε κανένα φιλαράκο κι όλο χάνεστε τα σαββατοκύριακα;»

-    «Όχι ρε μπαμπά. Άμα ήταν θα στο έλεγα».

-    «Καλά» μου λέει. «Έχεις λεφτά ή θες να σου δώσω;»

-    «Όχι πατέρα, ευχαριστώ. Έχω λεφτά».

-    «Οk. Πάρε όμως μου λέει εκατό ευρώ κι από μένα, να κεραστείτε εκ μέρους μου με την φίλη σου. Πες ότι σας έκανα το τραπέζι».

Τον ευχαρίστησα κι έφυγα για να πάω τάχα μου στην φίλη μου, ενώ πήγαινα στους άντρες μου και στο νέο μέλος που θα ερχόταν σήμερα. Φτάνοντας στο γνωστό σημείο που συναντιόμουν με τους άντρες μου, βλέπω μαζί τους έναν κούκλο που η φωτογραφία που μου έδειξε ο Ηλίας, τον αδικούσε πολύ. Ήταν ο ξάδελφος του ο Μιχάλης. Πλησίασα, τους καλησπέρισα, και με σύστησαν μαζί του.

-    «Χαίρω πολύ κούκλα μου!» λέει ο Μιχάλης. «Είσαι πολύ σέξι γυναίκα, και όντως θαυμάζω την επιλογή που έχουν κάνει εδώ τα φιλαράκια. Τι λέτε μάγκες; Ξεκινάμε;

-    «Είμαστε δυο αυτοκίνητα σήμερα» λέει ο Γιώργος. «Πάρε Μιχάλη εσύ την Ζέτα στο αμάξι σου, να γνωριστείτε κιόλας, και ραντεβού έξω από το ξενοδοχείο».

Γυρίζει σε μένα ο Δημήτρης και μου λέει:

-    «Έχεις πρόβλημα αγάπη μου να πας με τον Μιχαλάκη; Να γνωριστείτε κιόλας και να τα πείτε. Είναι καλό παιδί, μη μασάς».

-    «Οk Δημήτρη μου. Θα πάω με τον Μιχάλη».

Μπήκαμε στ αμάξια και ξεκινήσαμε. Στο δρόμο ο Μιχάλης μου λέει:

-    «Θες να βάλω μουσική;»

-    «Βάλε» του λέω.

Βάζει ένα cd με ατμοσφαιρικά μουσικά ορχηστρικά τραγούδια, καθαρά ερωτικά, με ηλεκτρονικούς ήχους.

-    «Αυτό το δισκάκι, μου το έχει κάνει δώρο ένας φίλος από την Νέα Υόρκη. Ελπίζω να σ’ αρέσει» μου λέει.

-    «Ναι, είναι πολύ μελωδικό» του απαντάω. «Μπορώ να καπνίσω;»

-    «Φυσικά κοριτσάρα μου. Κι εγώ καπνίζω».

Ανάψαμε τσιγάρο. Ο Μιχάλης οδηγούσε σιγά. Ήθελε να κερδίσει χρόνο για να γνωριστούμε. Δεν πέρναγε τα 70 χιλιόμετρα. Κουβέντα στην κουβέντα, παρατήρησα, ότι ένιωθε λίγο άβολα... Όλα αναστέναζε βαριά... Όλο στριφογύριζε στο κάθισμα. Εγώ διακριτικά, παρατήρησα, ότι είχε καύλωσε. Το καυλί του κόντευε να σπάσει το φερμουάρ του. Είχα αναστατωθεί κι εγώ η γυναίκα βλέποντας αυτό το παλαμάρι να θέλει να βγει. Ήταν σαν κλειδωμένο κτήνος, που έψαχνε τρόπο απόδρασης από την "φυλακή" του. Θέλοντας να τον πειράξω, του λέω:

-    «Πώς νιώθεις που είσαι μαζί μου;»

-    «Πολύ ωραία! Είσαι και γαμώ τους κορίτσαρους! Τυχεροί οι άντρες σου».

-    «Ε... Κι εσύ σε λίγο, θα ανήκεις το ίδιο τυχερός με εκείνους. Αφού έχετε τον ίδιο σκοπό και οι τέσσερις...»

-    «Θες να σου πω κάτι; Πολύ γουστάρω, να σε πάρω πρώτα μόνος μου».

-    «Έχεις καυλώσει Μιχάλη μου;»

Μου πιάνει το χέρι, και το βάζει πάνω στο φουσκωμένο του παντελόνι.

-    «Βλέπεις μωρή πουτάνα τι μου έχεις κάνει;»

-    «Τι κτήνος είναι αυτό Μιχάλη μου;»

-    «Θες να το δεις;»

-    «Κι όχι μόνο...» του απαντάω.

Βγάζει φλας, και κάνει κάπου δεξιά. Ήταν σκοτάδι ήδη, και με τη μια τραβάει χειρόφρενο. Με βουτάει αγκαλιά από το λαιμό, και μου σκάει τέτοιο τρελό γλωσσόφιλο, που μούδιασα. Κατεβάζει το φερμουάρ του, ξεκουμπώνει το παντελόνι του, και προβάλει μόνο ένα χοντρό, θεόχοντρο ψωλοκέφαλο, γεμάτο υγρά.

-    «Γλείφ’ το μανάρι μου... Δεν αντέχω άλλο».

Και μου σπρώχνει το κεφάλι μου προς την πούτσα του. Άρχισα να την γλείφω.. να καθαρίσω τα υγρά του που είχαν κάνει εμφάνιση.. Όταν.. Κατεβάζει το παντελόνι και το σλιπ του μέχρι τα γόνατα. Έμεινα άφωνη. Μια ψωλή 25 πόντους! Μετρημένοι 25 πόντοι. Πάχος 4,3 cm. (Θα με ρωτήσετε πως είναι δυνατόν να τα μέτρησα. Με ένα χάρακα που είχε, και με ένα σεντιμόμετρο). Βλέπετε, κι αυτός ήταν πολιτικός μηχανικός. Πού να χωρέσει στο στόμα μου; Με το ζόρι μπορούσα να βάλω το ψωλοκέφαλο του. Έκανα προσπάθειες, του την έπαιζα και του την έγλειφα όπως μπορούσα. Τα αρχίδια του δίχως τρίχες, μεγάλα σαν νεκταρίνια. Κατεβάσαμε τα καθίσματα, μου σήκωσε την φούστα μου, και κατάλαβε πως ήμουν μούσκεμα από το μουνί μου. Άρχισε να με γλείφει τρελά με τη γλώσσα του και να μου χώνει ένα... δυο... τρία δάχτυλα. Στην αρχή αργά - αργά, και μετά γρήγορα. Κόντεψα να πάθω καρδιά από την καύλα. Όταν κατάλαβε, πως είχα οργασμό, μου λέει:

-    «Τώρα θα σε γαμήσω εγώ, και μετά θα σε γαμήσω μαζί με τους άλλους».

-    «Γάμα με άντρα μου... Σε θέλω πολύ!»

Αρχίζει να μου χώνει το θεόρατο αυτό καυλί, στην υγρή μουνότρυπα μου.

-    «Ααααχχχχχ… σιγά άντρα μου… πονάω! Μμμμμμμ…»

-    «Έλα καριόλα μου, θα σ’ αρέσει. Ξέρω ότι γαμιέσαι καλά... Μου τα έχει πει όλα ο Ηλίας».

-    «Μηηηηη! Ααααααααααχχχχχχχχχχχχχχ… Ναι! Έτσι… Κι άλλοοοοοοοοοοοοο! Σκίσε με την πουτάναααααααααααααααααααα!!!»

-    «Ναι μωρή πουτάνα. Αυτό θέλω να είσαι και για μένα. Να είσαι και η δική μου πουτάνα. Ξεμουνιασμένη σκύλα. Θα σου δώσω μωρή τη μήτρα σου στο χέρι παλιοκάριολο!»

Και μου ρίχνει ένα δυνατό χαστούκι στο πρόσωπο, κι ένα παχύ φτύσιμο, που τα σάλια του κάλυψαν μεγάλο μέρος στο γυναικείο πρόσωπο μου.

-    «Ααααχχχχχ… τι κάνεις; Μη με χτυπάς έτσι δυνατά».

Τσαφ! Μου σκάει και δεύτερο δυνατό χαστούκι, κι αμέσως έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα μου, κι άρχισε να την παίζει μέσα στη δικιά μου. Βόγκαγα και πονούσα. Όταν σταματάει απότομα, βγάζει το καυλί του από το μουνάκι μου, και μου το δίνει στο στόμα.

-    «Γεύσου χαμούρα την γεύση από το μουνί σου, μαζί με τα δικά μου υγρά...»

Έτσι κι έκανα. Άρχισα να γλείφω αυτό το τεράστιο καυλί. Με γυρνάει απότομα στα τέσσερα, βάζει λίγο σάλιο στον πούτσο του και στην κωλοτρυπίδα μου, κι αρχίζει να την τρίβει απαλά και μετά πιο γρήγορα. Ήταν δάσκαλος στο σεξ ο Μιχάλης.

-    «Σιγά Μιχάλη μου… θέλω σιγά να μπεις. Δεν θα αντέξω...»

-    «Σκάσε μωρή ψωλού, που θα πεις εσύ στον άντρα πως θα σε γαμήσει!  Όπως γουστάρω μωρή ψώλα! Στ’ αρχίδια μου κι αν πονάς. Όταν οι άλλοι σου χώνουν δυο - δυο τις πούτσες τους στο κωλάντερο σου, εσύ δίνεις οδηγίες μωρή ξευτίλω;»

Δεν είχα νιώσει μεγαλύτερη ντροπή. Ένιωσα να με ακυρώνει σαν γυναίκα. Αλλά τον ήθελα... Γιατί ξέρει να είναι άντρας με δύναμη πυγμή, και τσαμπουκά. Ξέρει να επιβάλλεται σε μια γυναίκα, κι αυτό ήταν το αδύνατο σημείο μου στους άντρες, όπου κι ακόμα παραμένει. Άρχισε να σπρώχνει την ψώλα του στον κώλο μου. Εγώ άρχισα να φωνάζω από πόνο. Βούτηξε το σλιπ του και μου το έχωσε στο στόμα.

-    «Σκάσε παλιοχαμούρα! Ώρα θα δεις τι θα πει πούτσα…»

Βουτάει και το κιλοτάκι μου, κι άρχισε να μου το χώνει μες στο μουνί μου. Μόνο ούρλιαζα από πόνο αλλά πνιχτά. Δεν μπορούσα να βγάλω το σλιπ του από το στόμα μου.

-    «Μμμμμμμμ...»

-    «Έτσι καριόλα! Έτσι πουτάνα μου. Πάρ’ τον να καταλάβεις τι είναι ψώλος!»

-    «Μμμμμμμμμμμμμμμμ... Ααααααααααααααααα!»

Με γαμούσε για κανένα δεκάλεπτο από τον κώλο. Δεν μπορούσα άλλο. Μου βγάζει απότομα το κιλοτάκι μου από το μουνί μου, μου βγάζει κι από το στόμα το σλιπ του, έβγαλα μια δυνατή κραυγή, κι εκείνος την δικιά του.

-    «Πάρ’ τα μωρή στο στόμα! Άνοιξε το λαρύγγι σου να στο ασπρίσω...»

Έχυνε σαν βρύση. Κάποια χύσια του δεν τα πρόλαβα... Κάποια έπεσαν μες στο μάτι μου... Αλλά ήταν γευστικά. Άρχισα να του καθαρίζω το καυλί. Είχα κατακοκκινίσει. Πόναγα στον κώλο και στο μουνί μου, ένιωθα ερεθισμένη την κλειτορίδα μου από την κιλότα. Σκουπιστήκαμε με τα χαρτομάντιλα που είχε στο αμάξι του. Ντυθήκαμε, και με πήρε τρυφερή αγκαλιά. Μου είπε πως του αρέσω, και θα ήθελε να βγαίναμε κρυφά μια μέρα από τους άλλους να μιλήσουμε. Οι άλλοι είχαν φτάσει Λουτράκι και μας περίμεναν. Φτάσαμε κι εμείς. Έγινε και φάση και με τους τέσσερις στο ξενοδοχείο. Για πρώτη φορά, το μουνί μου το ένιωσα πρησμένο από τα γαμήσια που έφαγα. Σχεδόν δώδεκα ώρες με ξεμούνιαζαν και με ξεκώλιαζαν. Ήταν όμως ωραία.

Μετά από δυο μέρες, βγήκα μόνη μου με τον Μιχάλη. Ο Μιχάλης έχει έξι χρόνια διαφορά ηλικίας από τους φίλους - συνεργάτες του πατέρα μου. Είναι 40 χρονών, και οι φίλοι του πατέρα μου 46, ενώ ο πατέρας μου 55 χρονών.

Όταν βγήκαμε, μου ζήτησε να τα φτιάξω και μαζί του... Με είχε ερωτευτεί. Εγώ τα έχασα. Είχα τρεις άντρες, και θα γινόντουσαν τέσσερις; Μου είπε και το εξής: Ότι τον ενδιαφέρει ο γάμος, και θα ήθελε να με παντρευτεί με κουμπάρους τον Γιώργο, τον Ηλία, και τον Δημήτρη. Μέσα σε τρεις μήνες ήρθε και με ζήτησε από τον πατέρα μου, και μετά τέσσερις μήνες έγινε ο γάμος. Ο Μιχάλης είναι ο καλύτερος άντρας του κόσμου. Με κάνει ευτυχισμένη. Τον αγαπάω πολύ. Το ίδιο κι εκείνος. Μια φορά στο τρίμηνο, με παίρνει παρτούζα με τους άλλους. Είμαι ευτυχισμένη. Και τώρα που γράφω αυτές τις ιστορίες, όπως και τις άλλες δυο, είναι δίπλα μου γυμνός, και με κρατάει αγκαλιά. Και το καλύτερο... Είμαι έγκυος στον ενάμισι μήνα. Το παιδί, είναι του Μιχάλη μου. Αλλά και να μην ήταν του Μιχάλη, και να ήταν ενός από τους άλλους, ο Μιχάλης θα το ήθελε δικό του. Εξάλλου εις γνώση του γίνεται η παρτούζα, δεν τον απατάω πίσω από την πλάτη του. Είμαι η γυναίκα του και θα τον κάνω ευτυχισμένο, γιατί κι εκείνος με κάνει.

(Copyright protected OW ref: 46766)