Το σάντουιτς της αμαρτίας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Μια γυναίκα στις διακοπές της θα αντιμετωπίσει ένα δίλημμα: ή θα ξεπεράσει τα ταμπού της και θα παραδοθεί σαν πόρνη στις ορέξεις δυο πεινασμένων αρσενικών ή θα μείνει πιστή στον άντρα της και δεν θα γνωρίσει ποτέ τις μεγάλες ηδονές…

Η ιστορία:

Εκείνο το ωραίο απόγευμα, η Αλέκα έντυσε τα παιδιά της και βγήκε βόλτα. Τις τελευταίες μέρες αισθανόταν μεγάλη ανία και νευρικότητα. Το νησί που παραθέριζαν εδώ κι ένα μήνα ήταν γεμάτο τουρίστες που κυκλοφορούσαν σαν μελίσσι στο δρόμο και χαϊδευόντουσαν και φιλιόντουσαν. Κι εκείνη, μια γυναικάρα ψηλή και δεμένη, μόλις 28 χρονών, όλο δροσιά και χυμούς, την πέρναγε ολομόναχη, με μόνη παρέα τα δυο πιτσιρίκια.

Ο γάμος της ήταν ένας γάμος ρουτίνας. Μια ανούσια σχέση που περιστρεφόταν γύρω από το μαγαζί του άντρα της και από τη φροντίδα των παιδιών της. Ο σαραντάρης άντρας της, που τον είχε παντρευτεί προ οκταετίας με συνοικέσιο, δεν είχε ποτέ κατορθώσει να την ικανοποιήσει ψυχικά ή σεξουαλικά. Μόνη του έννοια ήταν το επάγγελμά του και η χαρτοπαικτική λέσχη που σύχναζε τα βράδια μέχρι αργά. Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο ερχόταν στο νησί για να τους δει, αλλά τις πιο πολλές ώρες κοιμόταν, γιατί ήταν κατάκοπος απ’ τη δουλειά της εβδομάδας, όπως έλεγε.

Η Αλέκα δεν είχε δυνατότητα να αντιδράσει. Η αγάπη της για τα παιδιά της και η πουριτανική ανατροφή της αστικής οικογένειας που είχε μεγαλώσει δεν της άφηναν κανένα περιθώριο να αντιδράσει και να σκεφτεί το διαζύγιο ή, έστω, κάποια εξωσυζυγική σχέση για εκτόνωση. Είχε αποδεχθεί τη μοίρα της και ζούσε μέσα στο μαράζι, καταπιέζοντας και ναρκώνοντας την έντονη θηλυκή της προσωπικότητα.

Αυτό όμως το μοιραίο απόγευμα, μια σύμπτωση έμελλε να φέρει την προσωπική της ζωή άνω - κάτω. Περπατώντας αδιάφορα, πέρασε τυχαία έξω από το σπίτι του Μάνου, του μαραγκού που είχε επισκευάσει τελευταία τα παράθυρα του σπιτιού της, και θυμήθηκε πως του χρωστούσε κάποια χρήματα. Χτύπησε και μπήκε μέσα. Ο Μάνος την καλοδέχτηκε και την κάλεσε για καφέ στη βεράντα, όπου καθόταν μαζί με τον αδελφό του, έναν ψηλό παίδαρο σαν αρχαίο θεό.

-    «Ο αδελφός μου είναι μηχανικός του εμπορικού ναυτικού», της εξήγησε. «Και έχει έρθει για διακοπές. Η γυναίκα μου έφυγε εκτάκτως για την Αθήνα, γιατί αρρώστησε η μητέρα της. Οπότε, μείναμε οι δυο μας, να φροντίζουμε τη μικρή μου κόρη».

Έτσι, όταν το κοριτσάκι του σπιτιού κάλεσε τα δυο αγόρια στο δωμάτιό του και στρώθηκαν στο παιχνίδι, η Αλέκα βρέθηκε να απολαμβάνει τον καφέ της στη βεράντα με δυο ηλιοψημένους και στιβαρούς άντρες, κουβεντιάζοντας μαζί τους κι ακούγοντας τις διηγήσεις τους απ’ τη ζωή του νησιού ή της θάλασσας.    Άρχισε να νιώθει περίεργα. Η παρουσία των δυο παλληκαριών τόσο κοντά της την είχε ερεθίσει. Αισθάνθηκε το μουνί της να υγραίνεται και τις ρώγες της να μεγαλώνουν. Κάποια στιγμή, μάλιστα, καθώς η φούστα της είχε σηκωθεί χωρίς να το προσέξει, αντιλήφθηκε το βλέμμα του Γιώργου να έχει καρφωθεί επίμονα στα μπούτια της, λες και προσπαθούσε να δει το μουνάκι της, κι έπειτα τον έπιασε να στρέφεται και να κλείνει πονηρά το μάτι προς τον Μάνο, που γέλασε με νόημα.

Ντράπηκε και σηκώθηκε να φύγει, αλλά οι γιοι της, που είχαν ξεμυαλιστεί με τη μικρή και με το παιχνίδι, σήκωσαν επανάσταση και την ανάγκασαν να μείνει κι άλλο. Ενώ βράδιαζε, η κουβέντα ήρθε στο σεξ. Ο Μάνος τη ρώτησε αν έχει ζήσει καμιά περιπέτεια στο νησί. Κι όταν αυτή απάντησε αρνητικά απόρησε:

-    «Κρίμα. Δεν μπορώ να καταλάβω τι αξία έχουν οι διακοπές, αν μια νέα γυναίκα τις περνάει ανέραστη. Δεν λέω να χαλάσει το σπίτι της. Δεν λέω καν να ερωτευτεί. Αλλά είναι τουλάχιστον ευκαιρία να ζήσει κάποιες έντονες στιγμές, ένα διάλειμμα ευτυχίας».

-    «Ίσως να έχετε δίκιο…», απάντησε εκείνη. «Μα δεν είμαι τέτοιος τύπος. Μου είναι αδύνατο να δημιουργήσω εξωσυζυγική σχέση».

-    «Μα δεν μιλάω για σχέση», την έκοψε ο Μάνος. «Μιλάω για μια τελείως σαρκική περιπέτεια, έστω για μια φορά. Όπως -ας πούμε- σήμερα, αν θα ήθελες. Είσαι μια ωραία γυναίκα, που προφανώς βράζει από θηλυκότητα και ανησυχία. Και είμαστε, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους, δυο αρσενικά κτήνη, όλο ορμές, που θα δίναμε τα πάντα για να σε πάρουμε γυμνή στην αγκαλιά μας και να ξεσπάσουμε επάνω σου όλα μας τα αρσενικά ένστικτα. Ξέρουμε πως κι εσύ το θέλεις, μα δεν σ’ αφήνουν τα ταμπού να το κάνεις. Αγνόησέ τα για μια φορά κι άσε τον εαυτό σου ελεύθερο. Θα δεις πόσο ευτυχισμένη θα νιώσεις».

Η Αλέκα ταράχτηκε. Βλέποντας τα δυο αρσενικά ζώα να την ορέγονται τόσο και να θέλουν να την κατασπαράξουν, ενώ τα αντρικά τους μόρια είχαν ήδη καυλώσει και τσίτωναν τα παντελόνια τους, ερεθίστηκε κι ένιωσε το μουνάκι της να κολυμπάει στα υγρά και τις ρώγες της να φουσκώνουν. Κατάλαβε πως, αν έμενε λίγο ακόμα εκεί, δεν θα είχε τη δύναμη να φύγει. Πετάχτηκε όρθια και είπε:

-    «Σας παρακαλώ, μην επιμένετε. Δεν γίνεται. Πρέπει να πάω τα παιδιά μου για ύπνο».

Κι έτρεξε προς το δωμάτιο των παιδιών, καλώντας τα να φύγουν. Όμως, τα παιδιά, αποκαμωμένα απ’ το παιχνίδι, είχαν ήδη κοιμηθεί βαριά, και τα τρία, και δεν ξύπναγαν με τίποτα. Η Αλέκα, θέλοντας να απομακρυνθεί από τον πειρασμό το γρηγορότερο, ρώτησε τον Μάνο αν μπορεί να αφήσει τους γιους της να κοιμηθούν εκεί και να τους πάρει το πρωί. Τότε, μπήκε στη μέση ο Γιώργος. Την πλησίασε τολμηρά, την έπιασε από τους ώμους και της είπε με σταθερή φωνή:

-    «Άκουσε, γλυκιά μου. Εμένα δεν μπορείς να μου κρυφτείς. Η φύση σου, κατά βάθος, είναι φύση πόρνης. Όλο σου το κορμί ψοφάει για να γαμηθεί. Ως πότε θ’ αντέξεις να πηγαίνεις κόντρα στη φύση σου; Τι θα κερδίσεις να πας τέτοια ώρα να κοιμηθείς μόνη σου και να ξανάρθεις το πρωί; Φαντάσου πως, αν το θέλεις, σε δυο λεπτά μπορεί τέσσερα αντρικά χέρια να χαϊδεύουν το γυμνό κορμί σου, δυο στόματα να σε γλείφουν ολόκληρη και δυο τεράστια καυλιά να μπαινοβγαίνουν στις τρύπες σου και να σ’ ανεβάζουν στα ουράνια! Θ’ αφήσεις τέτοιο όργιο, για να πας να στριφογυρίζεις μόνη σου στο κρεβάτι; Κι έπειτα, ποιος θα το μάθει; Κανένας. Θα γίνει μόνο γι’ απόψε και θα μείνει μεταξύ μας».

-    «Δεν ξέρω…», απάντησε εκείνη και κάθισε σε μια πολυθρόνα. «Με βάζετε σε μεγάλο πειρασμό. Το κορμί μου ζητάει την περιπέτεια, αλλά το μυαλό μου διστάζει. Ομολογώ, δεν αισθάνομαι έτοιμη για κάτι τέτοιο. Δώστε μου, σας παρακαλώ, ένα ποτό».

Καθώς ο Γιώργος πήγε να φέρει το ποτό, ο Μάνος συμπλήρωσε:

«Κάντο και δεν θα μετανιώσεις. Δεν ζητάμε έρωτες και λουλούδια, ούτε σκοπεύουμε να βάλουμε σε κίνδυνο την οικογενειακή μας γαλήνη. Αλλά και η σάρκα έχει τα δικαιώματά της. Είμαστε τρία σεξουαλικά ζώα, που το αίμα τους βράζει και, αντί να περάσουμε μια ανιαρή νύχτα, δικαιούμαστε να το γλεντήσουμε και να το ρίξουμε λίγο έξω. Εμείς σε θέλουμε ως σκεύος ηδονής κι εσύ μας θέλεις σίγουρα για επιβήτορες. Σκέψου το».

Και πήγε δίπλα, στο δωμάτιο των παιδιών, για να κλειδώσει την πόρτα. Η Αλέκα, μένοντας μόνη της, αισθάνθηκε να παραλύει απ’ το δίλημμα. Σκέφτηκε να ανοίξει την πόρτα και να φύγει τρέχοντας, μα η πόρνη που κοιμόταν μέσα της επαναστάτησε: «Αφού διψάς τόσο για αντρική αγκαλιά, κάποια μέρα θα γίνει», σκέφτηκε. «Πού θα βρεις λοιπόν καλύτερη περίπτωση; Ή απόψε ή ποτέ! Είσαι μόνη με δυο απίθανους παίδαρους που σε εκλιπαρούν κι έχεις όλη τη νύχτα στη διάθεσή σου. Εμπρός, πάρ’ το απόφαση και σταμάτα να δειλιάζεις». Μόλις οι δυο άντρες γύρισαν, κατάλαβε πως δεν της έμενε πια άλλος δρόμος. Χωρίς να κινηθεί απ’ την πολυθρόνα, αμόλησε ελεύθερο τον εαυτό της και τους είπε:

-    «Λοιπόν, σύμφωνοι. Γι’ απόψε είμαι η πουτάνα σας. Πάρτε με. Κάντε με ότι θέλετε. Θέλω να με ξεσκίσετε, να με κάνετε να νιώσω πόρνη, σκεύος ηδονής».

Τότε, ο Μάνος είπε χαρούμενος:

-    «Επιτέλους, το οχυρό έπεσε. Θα δεις που θα περάσουμε περίφημα».

Αμέσως μετά την πλησίασαν κι οι δυο, πέταξαν τις καυλωμένες ψωλές τους έξω κι άρχισαν να τις τρίβουν στο λαιμό και στα μάγουλα της Αλέκας. Η φλογερή γυναίκα φούντωσε, το μουνί της υγράνθηκε, τα στήθη της φούσκωσαν, η επιδερμίδα της ανατρίχιασε. Έπιασε με τα δυο της χέρια τους δυο νευρώδεις πούτσους και τους έφερε στο στόμα της, γλείφοντάς τους γύρω - γύρω. Η γλώσσα της ταξίδευε αργά - αργά πάνω στα τεράστια αντρικά όργανα, που ήταν γεμάτα νεύρα και φλέβες.

-    «Γλείψε μας γερά, γαμιόλα!», φώναξε ο Μάνος και, χώνοντας τα χέρια του μέσα στη μπλούζα της, της χούφτωσε δυνατά τα βυζιά.

Ο πόνος την ερέθισε ακόμα περισσότερο κι έβγαλε μια καυλιάρικη κραυγή. Ο Γιώργος τότε σχολίασε:

-    «Έτσι μπράβο! Καύλωσε πόρνη. Σε λίγο θα αισθανθείς τις πούτσες μας μέσα σου και θα σου βγουν τα μάτια έξω. Θα σε γαμάμε όλη νύχτα αλύπητα».

Και γυρνώντας προς τον αδελφό του, πρόσθεσε, γελώντας πονηρά:

-    «Τι λες; Της κάνουμε ένα σπέσιαλ «σάντουιτς», να της μείνει αξέχαστο»;

Αμέσως μετά, ο Γιώργος πέρασε το χέρι του κάτω απ’ τα σκέλια της Αλέκας και, παίρνοντάς την αγκαλιά, τη σήκωσε στον αέρα και τη μετέφερε στην κρεβατοκάμαρα. Την έστησε όρθια στη μέση του δωματίου και τη φίλησε με πάθος στα χείλη και στο λαιμό, δαγκώνοντας μερικές φορές και το αφτί της. Ταυτόχρονα, εκείνη κατάλαβε τον Μάνο να έχει πλησιάσει και να της βγάζει τη φούστα και τη μπλούζα. Μένοντας ημίγυμνη, με το σουτιέν και το σλιπάκι, στα χέρια των δυο αρσενικών ζώων, ανατρίχιασε. Ο Γιώργος τη φίλαγε παντού και της χάιδευε την πλάτη, ενώ την ίδια στιγμή ο Μάνος είχε γονατίσει και της χάιδευε σφιχτά τα μπούτια και τον κώλο της, δαγκώνοντας το μουνί της απ’ έξω απ’ το σλιπάκι και μουγκρίζοντας σαν θηρίο.

Μετά, αφού της έβγαλαν το σουτιέν και την κιλότα, ο Γιώργος άρχισε να της πιπιλάει και να της δαγκώνει τα βυζιά εναλλάξ, ενώ κάθε φορά τσίμπαγε ταυτόχρονα με το χέρι του το άλλο κι έστριβε δυνατά τη ρώγα της. Ο γλυκός πόνος που ένιωθε ισοφαρίστηκε από το μεθύσι που της έφερνε ταυτόχρονα ο Μάνος, που της έγλειφε ήδη παθιάρικα το μουνί. Στην αρχή της φίλησε την κλειτορίδα. Έπειτα, κατέβηκε στα πρησμένα απ’ την καύλα μουνόχειλα της, τα πιπίλισε βίαια, τα ρούφηξε και, στο τέλος, βύθισε τη γλώσσα του μέσα στον κόλπο της, γλείφοντας με πίεση τα τοιχώματά του και πίνοντας τα καυλο-υγρά της. Πρώτη φορά η Τζένη ένιωσε να τη γαμάει μια αντρική γλώσσα κι ανατρίχιασε.

-    «Ελάτε να με γαμήσετε, ψιθύρισε. Σας θέλω μέσα μου. Γρήγορα».

Οι δυο άντρες άρπαξαν την ολόγυμνη γυναίκα, την πέταξαν πάνω στο κρεβάτι, γυμνώθηκαν τελείως κι έπεσαν δίπλα της. Ένιωσαν τεράστια καύλα. Το απλωμένο χυτό κορμί της πολύ ωραίας γυναίκας, που ζητούσε από μόνο του γαμήσι, τους φάνηκε υπερβολικά ερεθιστικό. Ο Μάνος ξάπλωσε ανάσκελα και την τράβηξε επάνω του, βάζοντάς την να καθίσει πάνω στο όρθιο καυλί του. Όταν η Αλέκα αισθάνθηκε τον σκληρό του πούτσο να γλιστράει ανάμεσα στα μουνόχειλα της και να βυθίζεται στον κόλπο της, τέντωσε το σώμα της όρθιο κι άρχισε να καλπάζει επάνω του, γεμάτη έκσταση και πάθος, ενώ αυτός της τσίμπαγε στριφτά τις ρώγες κι ο Γιώργος της φίλαγε τη ραχοκοκαλιά και της δάγκωνε το λαιμό και την πλάτη.

Ξαφνικά, ο Μάνος την τράβηξε επάνω του και τα κορμιά τους κόλλησαν, ενώ ο Γιώργος άνοιξε τα κωλομέρια της και γλίστρησε τη γλώσσα του προς την κωλοτρυπίδα της. Την έγλειψε γερά, ενώ γαμιόταν από μπροστά, κι η κωλοτρυπίδα της άρχισε να ανοιγοκλείνει ρυθμικά ερεθισμένη. Μετά, ο Γιώργος ανέβηκε πάνω της κι άρχισε να της τρίβει την κωλοτρυπίδα με το κεφάλι της ψωλής του. Η καυλωμένη γυναίκα κατάλαβε πως ετοιμαζόταν να την κωλομπαρέψει. «Αυτό εννοούσαν σάντουιτς», σκέφτηκε. «Πάνε να με γαμήσουν μπρος - πίσω».

-    «Όχι παιδιά…», ψέλλισε. «Ένας - ένας σας παρακαλώ, για να μην πονέσω».

-    «Δείξε μας εμπιστοσύνη,» απάντησε ο Γιώργος. «Μόνο μ’ ένα γερό σάντουιτς μπορεί να ικανοποιηθεί πραγματικά μια τόσο καυλιάρα γκόμενα σαν κι εσένα. Τώρα θα καταλάβεις πώς είναι ο πραγματικός ολοκληρωμένος έρωτας».

Μέχρι να της απαντήσει όμως ο Γιώργος, είχε γείρει επάνω της κι η χοντρή ψωλή του είχε αρχίσει να εισχωρεί μέσα στην κωλοτρυπίδα της, σκίζοντάς την. Η Αλέκα ένιωσε τον θεόρατο αντρικό πούτσο να χώνεται βαθιά μέσα στον κώλο της και να συναντιέται με τον πούτσο του Μάνου, που ήταν βυθισμένος στη μήτρα της. Αισθάνθηκε το κορμί της να συνθλίβεται ανάμεσα στα δυο αντρικά κορμιά και τα σπλάχνα της να ξεχαρβαλώνονται απ’ τα δυο παλούκια που σκάλιζαν το μουνί της και τον κώλο της ως τον πάτο.

Πόνεσε πολύ. Έκανε να ξεφύγει, αλλά τέσσερα χέρια την κρατούσαν ακινητοποιημένη. Ένιωσε σκλάβα κι εξευτελισμένη, αληθινή πόρνη. Μα το γούσταρε ειλικρινά. Τα δυο αντρικά κτήνη είχαν κολλήσει με αγριότητα επάνω της. Τα καυλιά τους ήταν χωμένα βαθιά μέσα της και τα μουγκρητά τους την έκαναν κι αυτή να αγριέψει. Ο ερεθισμός της έφτασε στο κατακόρυφο. Αν και πόναγε πολύ, ευχήθηκε να μην τελειώσει ποτέ αυτή η θεσπέσια στιγμή.

-    «Μη σταματάτε!», φώναξε. «Γαμήστε με όσο μπορείτε, όσο πιο βαθιά γίνεται. Κάντε με να νιώσω πουτάνα. Είστε οι νταβατζήδες μου. Θα έρχομαι όποτε με θέλετε, να με ξεσκίζετε. Αδειάστε μέσα στις τρύπες μου, να ευχαριστηθείτε».

Τότε, οι δυο καυλωμένοι γαμιάδες έσπρωξαν τους πούτσους τους μέσα της με όλη τους τη δύναμη. Η Αλέκα φούντωσε αβάσταχτα κι άρχισε να έρχεται σε οργασμό, τον πιο δυνατό και μακρύ οργασμό που είχε ποτέ στη ζωή της! Ο Αλέκος, νιώθοντας τους σπασμούς της, αισθάνθηκε τα κωλομέρια της Αλέκας, να σφίγγουν δυνατά το καυλί του, και την κωλοτρυπίδα της να το τραβάει σαν ρουφήχτρα κι αμόλησε μουγκρίζοντας τα χύσια του μέσα στον κώλο της υπέροχης γκόμενας. Το ίδιο έκανε κι ο Μάνος, ακούγοντας τους δυο παρτενέρ του στον έρωτα να χύνουν ηδονικά, κι έχυσε κι αυτός μέσα στο μουνί της.

Καταλαβαίνοντας η Αλέκα να κυλάει μέσα στις τρύπες της όλη αυτή η ποσότητα χυσιών και να τη γαργαλάει στο βάθος των σπλάχνων της, ερεθίστηκε τόσο πολύ που έχυσε απανωτά δυο φορές. Μετά, οι δυο βιαστές της βγήκαν από μέσα της και ξάπλωσαν ανάσκελα εξουθενωμένοι. Η Αλέκα γονάτισε, άρπαξε τις πασαλειμμένες ψωλάρες τους και τους πήρε από ένα γενναίο τσιμπούκι, μέχρι που τους ξανακαύλωσε. Έπειτα, ανέβηκε πάνω στον Γιώργο κι έχωσε το καυλωμένο στειλιάρι του μέσα στο μουνί της, ενώ ο Μάνος, καβαλώντας την, άνοιξε τον κώλο της και βύθισε μέσα με ορμή την ψωλή του.

Έτσι, το κτηνώδες σάντουιτς επαναλήφθηκε, αντίστροφα αυτή τη φορά, και γλυκάθηκαν και οι τρεις υπερβολικά. Μετά, η Αλέκα ξάπλωσε ανάσκελα εξουθενωμένη, αλλά τα δυο αρσενικά κτήνη συνέχισαν ακούραστα να της γαμούν το μουνί, πρώτα ο ένας και μετά ο άλλος.

Όταν ξημέρωσε, η ευτυχισμένη γυναίκα είχε εισπράξει τόσο γαμήσι όσο δεν είχε εισπράξει σε όλη της τη ζωή. Ευχαρίστησε τους δυο σπουδαίους επιβήτορες, πήρε τα παιδιά της και γύρισε στο σπιτικό της σαν καλή νοικοκυρά. Η ενοχή της για το νυχτερινό κτηνώδες όργιο και ο φόβος μην υποκύψει ξανά στον πειρασμό, την έκαναν να τα μαζέψει και να φύγει απ’ το νησί την ίδια κιόλας μέρα.

Το βράδυ κοιμόταν ήδη στο συζυγικό κρεβάτι. Χάιδεψε το μουνάκι της κι αναλογίστηκε πως το προηγούμενο βράδυ έλιωνε στην αγκαλιά δυο καυλωμένων αρσενικών. Σκεφτόταν πως, κι αν ακόμα η σεμνοτυφία της δεν την άφηνε ποτέ να το επαναλάβει, η συγκλονιστική αυτή εμπειρία άξιζε πάντως τον κόπο και οι εικόνες της θα έμεναν μέσα ανεξίτηλες. Τώρα, το όνειρο εκείνης της νύχτας θα τη συντρόφευε και θα τη γέμιζε, τις ώρες της μεγάλης καύλας και της μοναξιάς, όταν μαλακιζόταν.

Μετά, υποσχέθηκε στον εαυτό της: «Σίγουρα θα συνεχίσω όλο το χρόνο να είμαι ένα υπόδειγμα μητέρας και νοικοκυράς. Αλλά μια φορά το χρόνο, στις διακοπές, θ’ αφήνω τον εαυτό μου να αισθανθεί πόρνη. Μου είναι απαραίτητο, γιατί έτσι θα φορτώνω τις μπαταρίες μου για όλη τη χρονιά». Και μ’ αυτή την παρήγορη σκέψη, αυνανίστηκε αθόρυβα κι αποκοιμήθηκε ευτυχισμένη…

(Copyright protected OW ref: 42388)