Το ταξί

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

Σάββατο βράδυ έξω από το σκυλάδικο να ψάχνω ταξί... Ψιλοκρύωνα κιόλας με την κοντή φούστα. Επιτέλους κάποιο έκοψε λίγο και με ρώτησε που πάω. Είχε ένα ζευγάρι στο πίσω κάθισμα, βόλευε.

-    «Θα πάμε τα παιδιά πρώτα και μετά θα συνεχίσουμε…»

Άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού και μπήκα. Λίγο πιο κάτω όντως το ζευγάρι κατέβηκε. Ο ταξιτζής γύρισε προς το μέρος μου:

-    «Λοιπόν, πάμε εμείς τώρα, ε;»

-    «Πάμε».

Ένιωθα το βλέμμα του επάνω στα πόδια μου και προσπάθησα να συμμαζέψω λίγο τη φούστα μου.

-    «Από διασκέδαση γυρίζουμε ε;», σχολίασε.

-    «Ναι, από διασκέδαση».

-    «Και ο φίλος σου δεν σε συνόδεψε;»

Του είπα ότι αυτή την εποχή δεν είχα φίλο, δεν ξέρω γιατί, έτσι όπως κάνεις κουβέντα σε ένα ταξί για να περάσει η ώρα...

-    «Τα αγόρια σήμερα δεν ξέρουν τι τους γίνεται!», είπε. «Σιγά που θα αφήναμε εμείς τέτοιες ομορφιές να κάθονται...»

Το μάτι του χάιδεψε τα πόδια μου μέχρι την άκρη της φούστας, η οποία ήταν ήδη αρκετά ψηλά. Δεν απάντησα. Κάρφωσα το βλέμμα μου στο δρόμο έξω από το τζάμι.

-    «Τέτοια μπουτάκια...!», είπε κι άπλωσε το χέρι του πάνω τους.

Τρόμαξα. Μαζεύτηκα πάνω στην πόρτα.

-    «Σας παρακαλώ...»

-    «Σε λίγο θα με παρακαλάς για άλλα πράγματα…!», τον άκουσα να λέει.

Γύρισα τρομαγμένη και τότε τον πρόσεξα για πρώτη φορά. Ένας πάνω - κάτω πενηντάρης, αρκετά παχύς, με αραιά μαλλιά, και με τα σάλια σχεδόν να του τρέχουν. Αν εξαιρέσεις το τελευταίο, ένας άνθρωπος που σε καμία περίπτωση δεν θα μου δημιουργούσε φόβο. Τώρα όμως…

Το χέρι του ανέβηκε πιο ψηλά και χώθηκε κάτω από τη φούστα μου. Τραβήχτηκα. Το αμάξι είχε αναπτύξει ταχύτητα, και πλέον έβλεπα ότι βγαίνουμε από την πόλη.

-    «Που με πάτε;»

-    «Κάπου να σου δείξω τι ακριβώς μπορεί να κάνει ένας αληθινός άντρας με ένα μουνάκι σαν εσένα!», μου είπε.

Ο δρόμος άδειαζε, το σκοτάδι πύκνωνε και το αμάξι ανέπτυσσε ταχύτητα... Και...
Και άρχιζα να νιώθω μια υγρασία εκεί κάτω. Θεώρησα ότι ήταν από το φόβο μου. Δεν είναι δυνατόν να ερεθίζομαι σε μια κατάσταση που κινδυνεύει ακόμα και η ζωή μου!

Εξακολουθούσε να μου περιγράφει τι θα μου κάνει, και δεν υπήρχε αμφιβολία, είχα αρχίσει να ερεθίζομαι στ’ αλήθεια! Άρπαξε το χέρι μου και το ακούμπησε πάνω στον πούτσο του.

-    «Κοίτα τι έχω εδώ για σένα πουτανάκι!», μούγκρισε.

Δεν υπήρχε διαφυγή. Άρχισε να με απειλεί ότι αν αντισταθώ θα με σκοτώσει και θα με πετάξει στην ερημιά. Όχι δηλαδή ότι το σκέφτηκα πολύ να αντισταθώ… Ένιωθα τον πούτσο του να σκληραίνει κάτω από το παντελόνι. Έβαλε το χέρι του πάνω στο δικό μου κι άρχισε να το πιέζει και να το τρίβει πάνω κάτω. Με πονούσε...

-    «Θα στο λιώσω αν δε το κάνεις σωστά!»

Οδηγούσε με το ένα χέρι και με το άλλο ξεκούμπωνε το παντελόνι του. Το αμάξι έμπαινε κι έβγαινε στο αντίθετο ρεύμα κι άρχισα να ανησυχώ επιτέλους σοβαρά....

-    «Θα σκοτωθούμε...!», ψέλλισα.

-    «Αν είσαι καλό κορίτσι δεν θα πάθουμε τίποτα!», είπε μέσα από τα μουγκρητά ηδονής που έβγαζε καθώς του τον έπαιζα. «Ίσα - ίσα που θα περάσουμε καλά...»

Ένιωσα το αμάξι να κόβει προς τα δεξιά. Σταμάτησε σε ένα παρκινγκ του επαρχιακού δρόμου, αυτά τα πλατώματα που έχουν στην άκρη οι αυτοκινητόδρομοι, και έσβησε τη μηχανή. Είχα την ευκαιρία μου να ανοίξω την πόρτα και να πεταχτώ έξω, αλλά που θα μπορούσα να πάω; Ο δρόμος ήταν έρημος και θα με έπιανε σε δευτερόλεπτα.. Καλύτερα να μην τον εξόργιζα.

Άρπαξε τα μαλλιά μου και τράβηξε το κεφάλι μου πάνω στον πούτσο του. Ο λεβιές των ταχυτήτων χτύπησε το στήθος μου και βόγκηξα από τον πόνο.

-    «Ρούφα τώρα!», μου είπε. «Ρούφα και μετά θα σε κάνω να βογκήξεις περισσότερο!»

Άρχισα να τον ρουφάω και να τον γλείφω. Τον ένιωθα να μεγαλώνει μέσα στο στόμα μου. Μύριζε ιδρώτα κι απλυσιά, κι όμως το μουνάκι μου είχε γίνει μούσκεμα. Έκλαιγα από την ντροπή μου πιο πολύ, και τα δάκρυά μου έπεφταν πάνω στις γκρίζες τρίχες του εφηβαίου του. Έχωσε το χέρι του κάτω από τη φούστα μου...

-    «Πουτανίτσα! Το μουνί σου κλαίει για πούτσο!», μου είπε.

Πίεζε το κεφάλι μου τόσο πολύ που πνιγόμουν, σάλια ξέφευγαν από το στόμα μου. Έχωσε δύο δάχτυλα μέσα στο μουνί μου και μου τράβηξε δυνατά τα μαλλιά, ελευθερώνοντας επιτέλους το στόμα και την αναπνοή μου. Με τίναξε με δύναμη τόσο που χτύπησα πάνω στην πόρτα του συνοδηγού.

Άνοιξε τη δική του πόρτα και βγήκε έξω. Έκανε το γύρο του αυτοκινήτου κι άνοιξε τη δική μου. Σχεδόν κύλησα έξω, με τράβηξε από τη μπλούζα μου που άνοιξε αμέσως αποκαλύπτοντας το στήθος μου. Με κόλλησε πάνω στο αμάξι χουφτώνοντάς με όση ώρα κατέβαζε το παντελόνι του. Με γύρισε με δύναμη, κάνοντάς με να χτυπήσω πάνω στο αυτοκίνητο, και χώθηκε μέσα μου απότομα.

Φώναξα, αλλά δεν υπήρχε κανείς γύρω. Με γαμούσε με δύναμη. Σε κάθε ώθησή του το στήθος μου χτύπαγε πάνω στη λαμαρίνα. Πονούσα κι έκλαιγα πνιχτά με το πρόσωπό μου κολλημένο στην οροφή του αυτοκινήτου. Έκλαιγα από την ντροπή μου που είχα καυλώσει τόσο με αυτό που συνέβαινε, με τον τρόπο που με βίαζε, ακόμα και με τον πόνο που ένιωθα.

-    «Κλάψε πουτάνα. Κλάψε γιατί τέτοιο γαμήσι δύσκολα θα ξαναβρείς!», μουρμούριζε μέσα στα μαλλιά μου.

Με έσπρωξε κι έπεσα κάτω. Χτύπησα το κεφάλι μου στην πόρτα, και βρέθηκα γονατισμένη στην άσφαλτο. Τον άκουγα να λαχανιάζει πίσω μου. Ένιωσα δυο δάχτυλα να χώνονται στην κωλοτρυπίδα μου, άγρια, απότομα... προσπάθησα να πω «όχι», αλλά δεν ακούστηκε παρά ένας πνιχτός λυγμός.

Ανέβηκε πάνω μου και τον έχωσε στον κώλο μου φτύνοντάς τη χούφτα του. Τα γόνατά μου μάτωναν πάνω στην άσφαλτο, το ίδιο κι οι παλάμες μου.

-    «Πουτάνα! Ανοιχτή από παντού είσαι!», έλεγε.

Τα βαριά του χέρια ακουμπισμένα με όλο του το βάρος στους ώμους μου, ο πούτσος του να μου ξεσκίζει την τρυπούλα μου, κι εγώ να έχω λιώσει από καύλα και ντροπή με αυτό που συνέβαινε.

Τραβήχτηκε απότομα και σωριάστηκα στην άσφαλτο. Ένιωσα καυτά τα χύσια του πάνω μου. Γονάτισε και τον έτριψε πάνω στα μαλλιά μου. Έπιασε το κεφάλι μου, το γύρισε προς το μέρος του και με ανάγκασε να τον γλείψω. Μετά σηκώθηκε, και μαζεύοντας το παντελόνι του με τράβηξε και με έστησε ξανά στα πόδια μου. Μου έδειξε πέρα από το δρόμο, το δάσος..

-    «Περπάτα!»

Τα έχασα… Να πάω πού; Με έσπρωξε ανάμεσα στα δέντρα.

-    «Περπάτα ευθεία μέχρι να μη σε βλέπω!», είπε.

Έκανα ένα - δυο διστακτικά βήματα…

-    «Περπάτα μωρή!», φώναξε κι άρχισε να μου πετάει πέτρες.

Χώθηκα μέσα στα δέντρα, προχωρώντας διστακτικά, αληθινά τρομαγμένη τώρα... Άκουσα τη μηχανή να παίρνει μπρος, έκανα μεταβολή και άρχισα να τρέχω, αλλά φυσικά δεν τον πρόλαβα...

Κάθισα εκεί, πάνω στην άσφαλτο, πασαλειμμένη από το αίμα μου και το σπέρμα του, και περίμενα να ξημερώσει... Νωρίς το πρωί συνήθως περνάνε νταλίκες από δω. Ίσως κάποιος να σταματούσε...

Συνεχίζεται…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")