Περιπέτειες στην κατασκήνωση

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

Το e-mail μου είναι το:

 

Μετά το στρατό… ήμουν κοντά στα είκοσι. Ψαχνόμουν γενικώς για καμιά αρπαχτή στο Βόλο και χρειαζόμουν έτσι να περάσει λίγος καιρός και να μην κάνω τίποτα. Ούτε δουλειά, ούτε γκόμενες. Ήθελα να βρω λιγάκι τον εαυτό μου.

Ήρθε το καλοκαιράκι και το μόνο που ζητούσα ήταν να πάω διακοπές. Αλλά βέβαια τα λεφτά πουθενά, οπότε τότε άρχισα να ψάχνω για καμιά εποχιακή δουλίτσα. Μια μέρα που κοιτούσα τις μικρές αγγελίες, έπεσα πάνω σε μία που ζητούσαν άτομα για ομαδάρχες στη Χαλκιδική. Χωρίς δεύτερη σκέψη την άλλη μέρα έστειλα μια αίτηση.

Με κάλεσαν μετά από κάνα δυο μέρες. Κάναμε μια ψιλοσυνέντευξη και με έκλεισαν για τρεις περιόδους από Ιούνιο έως Αύγουστο. Τέλεια! Και τσάμπα διακοπές και λεφτά στο τέλος.

Ετοίμασα τα πράγματα μου. Ρούχα και τα σχετικά. Και επειδή μια φίλη μου που πήγαινε συχνά ομαδάρχισσα σε άλλη κατασκήνωση μου είπε ότι πέφτουν τα ξεσκίσματα εκεί πέρα, πήρα και δυο κουτιά καπότες μαζί μου. Ποτέ δεν ξέρεις…

Για κακή μου τύχη μου δώσανε 11 αγοράκια να προσέχω στη σκηνή μου και τα 11 ήταν τα πιο μπάσταρδα που υπήρχαν σε όλη την κατασκήνωση. Συνέχεια με καλούσαν στο αρχηγείο για τις μαλακίες που έκαναν. Πότε πλακωνόντουσαν, δερνόντουσαν με άλλα παιδάκια, χούφτωναν τα κοριτσάκια και άλλα τέτοια. Οι μέρες κυλούσαν αργά και βασανιστικά και τίποτα καλό δεν συνέβαινε να περάσω καλά.

Τελικά ανακάλυψα ότι όλη η κατασκήνωση ήταν για απροσάρμοστα παιδάκια. Όταν είδα τους δάσκαλους που τους είχαν και τους έκαναν καλοκαιρινό σχολείο, τότε πήρα χαμπάρι. Ρε τους πούστηδες! Πως τους ξέφυγε να με ενημερώσουν από την αρχή; Οπότε εφάρμοσα κι εγώ στρατιωτικό νόμο για να βρω την ησυχία μου. Τα έκανα εν δυο κάτω όλη μέρα, καψόνια και πολλές τιμωρίες μέχρι που συνήλθαν λιγάκι και συμμορφώθηκαν.

Τότε άρχισαν να έρχονται και τα καλά… πρώτη άρχισε μια πιτσιρίκα κατασκηνώτρια. Καστανά μαλάκια και ματάκια, 1.65, αδύνατη, γλυκούλι στήθος και πεταχτό κωλαράκι. Όπου πήγαινα, συνέχεια από πίσω μου ήταν, ουρά μου είχε καταντήσει. Κάθε πρωί στο μπάνιο έρχονταν και κολλούσε απάνω μου σαν βδέλλα στο αυλάκι. Τριβόταν πάνω μου και καλά όλο έλεγε ότι όλο κουραζόταν και κρατιόταν πάνω μου να πάρει μια ανάσα και από κάτω από το νερό μου έπιανε τον πούτσο. Πέτρα μου τον έκανε και για πάρτι της τράβηξα κάτι παχιές στις τουαλέτες κάτι βράδια.

Μια μέρα περιττό να σας πω ότι θόλωσα και της χούφτωσα το μουνάκι. Στα πεταχτά της παραμέρισα λίγο το μαγιό και της ακούμπησα λίγο τα χειλάκια. Αυτό τρελάθηκε. Και όλα αυτά με άλλα 140 παιδάκια τριγύρω, ομαδάρχες κτλ.

Τα μεσημέρια το έσκαγε από την σκηνή της και ερχόταν στη δική μου να μου κάνει μασάζ. Τα δικά μου τα λιγούρια έκαναν ότι κοιμόντουσαν, έπαιρναν μάτι και πολύ πιθανόν να την έπαιζαν και κάτω από τα σεντόνια. Φυσικά δεν θα έκανα ποτέ κάτι μαζί της. Μην καταλήξω και φυλακή ούτε στην ελαφριά περίπτωση να χάσω την παραμονή μου εκεί πέρα. Κάποιος άλλος ίσως να έκανε. Εγώ παιδεραστής δεν γίνομαι. Γι’ αυτό μετά από μερικές μέρες, αφού άρχισαν και πολλά κουτσομπολιά να ακούγονται της έκοψα το βήχα.

Ένα βράδυ μετά το σιωπητήριο κατέβηκα μαζί με μια ομαδάρχισσα που γούσταρα σε ένα κιόσκι που μαζευόμασταν λίγο πιο πάνω από την παραλία. Λίγο πιο κάτω οι δάσκαλοι είχαν ανάψει μια φωτιά στη παραλία, έπιναν και τραγουδούσαν. Εμείς κανονικά απαγορευόταν να είμαστε εκτός σκηνών τέτοια ώρα. Άρχισα να της πουλάω πρόλογο εγώ να δω αν θα φάω τίποτα, αλλά αυτή μου έκανε νερά… ότι και καλά τα έχει με ένα παιδί εδώ και χρόνια και δεν τα πάνε καλά τελευταία. Αρχίζει να μου λέει ιστορίες και σκηνικά…

Εγώ να ψάχνω να βρω ένα πιστόλι από τη βαρεμάρα ή να την σκοτώσω ή να σκοτωθώ γιατί πήρε φόρα και δεν έκλεινε το στόμα της με τίποτα. Αλλά βέβαια να κάνω ότι ακούω με πολύ προσοχή. Άμα της τον πετάξω τώρα μπροστά της λες να μου δώσει κανένα τσιμπούκι ή θα τσατιστεί; Καθώς με βασανίζει αυτή η σκέψη, ξαφνικά μέσα από το σκοτάδι πετάγεται μια από τις δασκάλες που έκαναν τα μαθήματα και μας έκοψε τα πόδια.

-    «Γεια σας!», μας λέει με άνεση.

Την ήξερα. Είχαμε ανταλλάξει κάτι γελαστές ματιές κάποιες φορές όταν συναντιόμασταν. Ήταν εξηντάρα, μέτριο ανάστημα, κοντό μαλλάκι καστανό, ωραίο σετ από τσιμπουκόχειλα, φακιδούλες στη μυτούλα, λίγο γεματούλα που την έκανε ένα πολύ πλούσιο στήθος και μια τρομερή κωλάρα. Φορούσε ένα κόκκινο αραχνοΰφαντο φόρεμα και κρατούσε τα πέδιλα της στο χέρι.

-    «Γεια…», ψελλίσαμε εμείς.

-    «Τι κάνετε εδώ τέτοια ώρα;»

-    «Εεε… να… κάνουμε ένα τελευταίο τσιγάρο και θα πάμε για ύπνο…», λέω εγώ. «Ώρα να την κάνουμε. Ε, Χρύσα», λέω γυρνώντας στην παρέα μου.

-    «Ναι, ναι…»

-    «Καθίστε βρε λίγο να μου κάνετε παρέα και μένα τη μοναχούλα…»

Και χαμήλωσε κάπως περίεργα τον τόνο της φωνής της.

-    «Αχ! Παρέα θέλω… και έναν άντρα… Αχ! Έναν άντρα…», λέει παραπονιάρικα.

Περπατάει λίγο και αγκαλιάζει ένα δοκάρι κοιτώντας προς τη θάλασσα. Τύφλα ήταν. Ακούγοντας τα αυτά, το μυαλό μου πήρε κατευθείαν στροφές και ήξερα ακριβώς τι έπρεπε να κάνω. Βγάζω τη φούτερ μπλούζα μου και την πετάω πίσω από το ξύλινο παγκάκι που καθόμουν. Σηκώνομαι. Παίρνω από το μπράτσο τη Χρύσα και της κάνω νόημα να σηκωθεί.

-    «Καληνύχτα!», είπαμε αλλά δεν πήραμε απάντηση και φύγαμε για τις σκηνές.

Παρατάω λίγο πιο πάνω τη Χρύσα, τρέχω στη σκηνή και αρπάζω τις καπότες. Τις βάζω στην τσέπη και αρχίζω να τρέχω προς το κιόσκι. Πετυχαίνω τη Χρύσα ακόμα να ανεβαίνει μαζί με κάτι άλλους ομαδάρχες.

-    «Τι έπαθες; Πού πας;»

-    «Α, τίποτα μωρέ… ξέχασα την μπλούζα μου κάτω και πάω να την πάρω…», λέω και συνεχίζω προς τα κάτω.

Την βρίσκω να είναι ξαπλωμένη πάνω στο παγκάκι και να έχει το χέρι πάνω από το τρίγωνο της. «Ω ρε θύμα! Έτοιμο και στημένο κιόλας!». Πάω κοντά. Της εξηγώ ότι ξέχασα τη μπλούζα μου και της πιάνω την κουβέντα περί μοναξιάς, καλοκαιρινών φλερτ και άλλες τέτοιες μπούρδες.

Να μην σας τα πολυλογώ στο τέταρτο επάνω βρίσκομαι από πάνω της. Της έχω βγάλει το φόρεμα, το μούτρο μου είναι χαμένο στις βυζάρες της και τώρα είναι το δικό μου χέρι πάνω από το τρίγωνο της. Αλλά κάτι βυζιά… μα κάτι βυζιά… αφράτα και τρομερά απαλά που τα έκαναν υπέρ ευαίσθητα. Τεράστιες ροζ ρώγες τρυφερές σαν φιλέτο τόνου Ρίο Μάρε. Αυτή να μου γρατζουνάει την πλάτη με τα νύχια και τους κοιλιακούς…

Σε κάποια φάση γλιστράνε τα χέρια της μου ξεκουμπώνει το παντελόνι. Το ανοίγει, περνάει τα χέρια της πίσω μου, χουφτώνει δυνατά τα κωλομέρια και αρχίζει να με τραβάει πάνω της, σα να την γαμούσα στον αέρα δηλαδή. Ξεθαρρεύει και όπως με τραβούσε επάνω της κρατώντας με από τον πούτσο, τώρα γλιστράει το χέρι της πιο πίσω και πάει να μου βάλει κωλοδάχτυλο.

-    «Φρόνιμαααα… Άσε να γαμήσω μόνο εγώ, αν δεν σε πειράζει…»

-    «Ότι πεις αγορίνα!», μου λέει και χαμογελάει.

Της έχω πλέον παραμερίσει την κιλότα και τα δάχτυλα μου χάνονται μέσα στα ζουμιά της. Αρχίζω να της φιλάω την κοιλιά, τον αφαλό… Κατηφορίζω και πάω για γλειφομούνι… Κατεβαίνω… Πλησιάζω τον πλούσιο θάμνο της (αξύριστο μπλιαχ). Προσπερνάω. Γλιστράω… και… φτου γαμότο… μύριζε ψαραγορά… τώρα; Αυτή ήδη έχει τα χέρια της πάνω στο κεφάλι μου και ετοιμάζεται να με βουτήξει τη μούρη μέσα. Δεν περίμενε επισκέψεις φαίνεται. Της δίνω ένα φιλί πιο κάτω ανάμεσα στα μπούτια… και προχωρώ σε άτακτη υποχώρηση.

-    «Αχ! Δεν αντέχω άλλο μουνάρα μου…», της λέω. «Θέλω αν σε πάρω τώρα!»

Ανασηκώνομαι, μου πιάνει το καυλί, με τραβάει επάνω της πάλι και με το κεφαλάκι αρχίζει να μαλακίζει την κλειτορίδα της. Η αναπνοή της γίνεται πολύ βαριά και οι κινήσεις τις πιο γρήγορες. Είναι έτοιμη να τον χώσει μέσα της. Βγάζω γρήγορα μια καπότα, τη σκίζω με τα δόντια και με το ένα χέρι τη φοράω. Της κάνω νόημα και χωρίς να χάσει λεπτό αρχίζει το μπήξιμο.

Εγώ πάλι από την άλλη μου καρφώθηκε στο μυαλό ότι το χώνω σε ένα καφάσι με ρέγκες, Γι’ αυτό αρχίζω να παίζω πάλι με τα βυζιά της να ξεχαστώ. Με κρατάει πάλι από τα κωλομέρια. Έχει σηκώσει τα πόδια στον αέρα για να τον νιώθει καλά μέσα της και μου δίνει τον ρυθμό της διείσδυσης… ένα αργό και άκρως καυλωτικό ρυθμό. Να νιώθω πόντο - πόντο το πιστόνι μου να κινείται μέσα στη μηχανή της.

Γυρίζουμε ανάποδα. Εγώ ξάπλα στο άβολο παγκάκι κι αυτή καβάλα. Ανεβοκατεβαίνει στο στύλο μου με γρήγορους ρυθμούς. Με έχει ξεσκίσει το κορμί στις νυχιές και στα δαγκώματα. Γουστάρει πολύ. Τα βογκητά της δυναμώνουν. Μου χώνει τη γλώσσα της στο αυτί και με κάνει να μουγκρίζω κι εγώ μαζί της.

Εντωμεταξύ, φοβάμαι μη μας πάρει και κανείς χαμπάρι γιατί όλα μέσα στη νύχτα ακούγονται πιο δυνατά.

-    «Χύνω… χύνω…», μου ψελλίζει στην αρχή.
Σε λίγο αρχίζει να φωνάζει πιο δυνατά!

-    «Ααααααχχχ…. Φτάνωωωωω! Φτάνωωωωω!!!»

Της κλείνω το στόμα. Από την καύλα της με δαγκώνει δυνατά και τώρα εγώ φωνάζω από πόνο. Έχυσε βασιλικά… έτρεμε όλο το κορμί της… έκανε κάτι σπασμούς, γάμησε τα. Κοντέψαμε να βρεθούμε στο χώμα.

-    «Τώρα η σειρά σου αγορίνα…», μου λέει. «Πού θες να τελειώσεις; Μέσα μου η στη γλώσσα μου;»

-    «Στα τσιμπουκόχειλα σου!», λέω.

Και αρχίζει η γαμιόλα τώρα να δουλεύει για μένα. Δεν ανεβοκατέβαινε πια αλλά έκανε μια κίνηση με τη λεκάνη της κάπως μπρος - πίσω και προς τα κάτω κι εγώ έχω αλληθωρίσει από την καύλα.

-    «Τεχνίτρα μου!», να της λέω εγώ. «Πω πω! Μουνάρα μου, τι αστέρι που είσαι!»

Αυτή να καραγουστάρει που της λέω πόσο καλή είναι και να βάζει όλη την μαεστρία της.

-    «Πουτάναααα! Πόσα θες και θα στα δώσω!»

Και δώσ’ του αυτή να λικνίζεται όλο και πιο γρήγορα…

-    «Έλα έλα να τα πιεις…»

Τότε πετάγεται επάνω, γονατίζει δίπλα στο χώμα, ακουμπάει την πλάτη της στο παγκάκι και γέρνει το κεφάλι της πίσω. Εγώ σηκώνομαι, πετάω την καπότα, στέκομαι με ανοιχτά τα πόδια και την έχω ανάμεσα μου… Με το ένα χέρι αρχίζει να παίζει τα αρχίδια μου και με το άλλο μου τον παίζει. Σουφρώνει τις τσιμπουκοχειλάρες της και κλείνει τα μάτια.

Αμολάω το παχύρρευστο ζεστό μου σπέρμα συνοδευόμενο από ένα πολύ αντρίκειο βογκητό και ένα: «Αααααααα!!!!», κι αυτή τα ρουφάει μέσα στο στόμα της κάνοντας ένα θόρυβο όπως μάλλον ρουφάς τη σούπα από το κουτάλι…

Σηκωνόμαστε, ντυνόμαστε γρήγορα - γρήγορα και αρχίζουμε να ανηφορίζουμε. Πήραμε ένα δρομάκι πιο περιφερειακό, πιο απόμερο για να μην πέσουμε πάνω σε κανέναν και βρεθήκαμε ψηλά στην κατασκήνωση πίσω από τις ντουζιέρες.

-    «Εδώ καλύτερα να χωρίσουμε μη μας δει κανένα μάτι…», της λέω.

-    «Εντάξει!», απαντάει και πάει να με φιλήσει στο στόμα.

Εκεί που πριν από λίγο έχυσα, δεν πάω με τίποτα! Τη φιλάω στο μέτωπο και αρχίζω να κατεβαίνω με γοργό ρυθμό τα σκαλιά που οδηγούσαν πίσω στη πλατεία και στις σκηνές. Πέτυχα κάτι ομαδάρχες στη βάση της σκάλας αλλά δεν έδωσα σημασία και πήγα για ύπνο.

Την άλλη μέρα έμαθα ότι αυτοί οι ομαδάρχες, ανάμεσα τους και η Χρύσα, είδαν το σκηνικό στη κορυφή της σκάλας κι όταν εγώ άρχισα να τη κατεβαίνω, η δασκάλα έκατσε σαστισμένη στο κεφαλόσκαλο. Έμειναν με ανοιχτό το στόμα όταν τους προσπέρασα. Βρέθηκε και η καπότα (που ξέχασα να την μαζέψω), στο κιόσκι από κάτι παιδάκια που τη σήκωσαν με ένα ξυλάκι και την τριγυρνούσαν σ’ όλη την κατασκήνωση. Κατάλαβαν τι είχε γίνει… Φυσικά τα δικά μου τα μπάσταρδα ήταν αυτά που έκαναν παρέλαση με την καπότα στο ξυλάκι.

Ελπίζω να σας άρεσε η ιστορία μου ως εδώ. Υπάρχει και συνέχεια…

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")