Έρωτας και μέθη

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο μπάρμαν έβαλε στο μάτι την καινούργια σερβιτόρα. Για καλή του τύχη, ένα τυχαίο περιστατικό, του δίνει την ευκαιρία να την προσεγγίσει και πολύ γρήγορα θα βρεθούν μόνοι όπου η ανυποψίαστη κοπέλα, δεν φαντάζεται το πόσο ζώο μπορεί να γίνει κάποιος όταν θέλει να γαμήσει και ειδικά… τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από εκείνη!

Η ιστορία:

Τετάρτη απόγευμα και στο μαγαζί που δούλευα είχαμε συγκέντρωση. Η ανακαίνιση είχε τελειώσει και έπρεπε να οργανωθούμε για το opening. Να μοιραστούν τα πόστα, να γίνουν δοκιμές στον ήχο, να στηθούν τα μπαρ. Αναγκαίες εργασίες. Νέες φάτσες, νέα πρόσωπα. Είχαμε μείνει μονάχα τέσσερα άτομα από τα παλιά. Είχε πάει θαρρώ δέκα το βράδυ όταν η κλειστή πόρτα του μαγαζιού άνοιξε και ένα χαριτωμένο μουτράκι ξεπρόβαλε. Εγώ ήμουν μέσα από το μπαρ στήνοντας το πάσο και τα μπουκάλια, ταξινομώντας ποτήρια κλπ. Με πλησίασε με αέρα ντίβας σταρ βγάζοντας την μαύρη καπαρντίνα που φορούσε με μια βιαστική κίνηση.
-    «Άσε να μαντέψω… Εσύ είσαι ο Πάνος ή ο Μενέλαος;»
-    «Ο Πάνος. Και εκτός από σίφουνας, τι άλλο είσαι; Και το όνομα σου;» της απάντησα.
-    «Με λένε Μαργαρίτα και από ότι φαίνεται θα δουλέψουμε μαζί για φέτος. Μάλλον στα ίδια πόστα» είπε χαμογελώντας.
Ένα χαμόγελο ήταν αρκετό να με κάνει να συνέλθω από τις σκέψεις και τη θολούρα της προετοιμασίας και να την προσέξω. Μακριά μαύρα μαλλιά, ένα στρογγυλό προσωπάκι απίστευτης τελειότητας, ένα σώμα που θα ζήλευε και χορεύτρια και το πακέτο ολοκληρωνόταν από το τέλειο σε αναλογία στήθος της που υποσχόταν αμέτρητες συγκινήσεις. Έμεινα να την παρατηρώ καθώς άφησε την καπαρντίνα της στο ξύλινο πάσο από πίσω και έφυγε στο βάθος του μαγαζιού να μιλήσει με τον αρχιτσεκαδόρο για τα λοιπά.
Είχε φτάσει η ώρα περίπου μια αν θυμάμαι όταν είχαμε τελειώσει σχεδόν την προετοιμασία. Μερικοί από μας θα έμεναν να κάνουν μια δοκιμαστική. Εγώ είχα συνεννοηθεί να φύγω. Ήμουν αρκετά κουρασμένος, αρκετά συννεφιασμένος. Άλλη μια σεζόν στα ίδια μέρη, στην ίδια ψεύτικη υπόσταση, σκορπίζοντας θολά χαμόγελα στον κάθε πικραμένο ξενύχτη, στην κάθε δήθεν παρέα. Βγήκα από το μαγαζί χαιρετώντας βιαστικά. Η Μαργαρίτα ήταν στη γκαρνταρόμπα και μιλούσε στο κινητό. Μια στιγμή έντασης διέκρινα και τα χέρια της απότομα έκλεισαν το τηλέφωνο και το έριξαν βιαστικά στην τσάντα της.
-    «Αν φύγεις προς κέντρο σου είναι εύκολο να με αφήσεις στο Σύνταγμα;» μου είπε.
Αντίθετοι δρόμοι αλλά δεν θα έχανα την ευκαιρία για μια πρώτη προσέγγιση.
-    «Έλα. Από ‘κει θα περάσω. Σε βλέπω παρμένη και δεν είναι να ψάχνεις ταξί τέτοια ώρα».
Η επόμενη ώρα μας βρήκε κατά το ήμισυ στο δρόμο και μετά στο Θησείο στο Στάβλο όπου της πρότεινα να αράξουμε για ένα γρήγορο ποτό να γνωριστούμε. Κλασική τακτική: ο παλιός να θέλει να ενημερώσει τον νέο για τις συνθήκες, τις κλίκες στη δουλειά, τα κόλπα κλπ. Η ώρα περνούσε ευχάριστα. Η ένταση στο τηλέφωνο με τον δικό της είχε αφεθεί σε ένα κλεισμένο κινητό κι εγώ δεν σταματούσα να καρφώνομαι στα μάτια της, στο στήθος της, στο πολλά υποσχόμενο βλέμμα της. Είχε πάει τρεις όταν κοίταξα το ρολόι. Δίπλα μας σωρός τα σφηνάκια. Η αμηχανία της γνωριμίας είχε μεταμορφωθεί σε πονηρά πειράγματα όταν έγειρα προς το μέρος της με σιγουριά.
-    «Αν συνεχίσουμε το ποτό φοβάμαι ότι θα ξημερώσουμε και έχει πολλά αλκοτέστ στο δρόμο».
-    «Λες;» απάντησε. «Τότε που να συνεχίσουμε; Γιατί δεν με βλέπω να θέλω ύπνο παρά την κούραση».
-    «Κοίτα Μαργαρίτα, δεν είμαι σε φάση να πιω άλλο. Εκτός αν έχεις κάτι εσύ που θες να μου δώσεις…» της είπα και κόλλησα το σώμα μου πάνω της.
Τινάχτηκε ελαφρά καθώς συνειδητοποίησε ότι τα χέρια μου είχαν κυκλώσει την μέση της και αισθάνθηκε κάτι σκληρό πάνω της. Χαμογέλασε κι αυτό ήταν η πιο μεθυστική ουσία όλη τη βραδιά.
-    «Τότε το αφήνω πάνω σου. Και από ότι βλέπω έχεις ήδη αρχίσει να φαντάζεσαι τη συνέχεια…» είπε κολλώντας τα καυτά χείλη της πάνω στα δικά μου.
Η γλώσσα της ξεκίνησε να ερμηνεύει όσα ήθελα να της πω και δεν πρόλαβα. Τα σώματα μας είχαν αρχίσει να λικνίζονται ερωτικά, πότε εκείνη πάνω σε μένα, πότε εγώ σε αυτήν. Το επόμενο δεκάλεπτο μας βρήκε στο αμάξι καθοδόν για το σπίτι μου. Ο δρόμος έφεγγε ηδονικά επικίνδυνα… οι ευθείες έγιναν μουσική με την Μαργαρίτα να είναι κολλημένη πάνω μου, να με φιλάει, να με παρασέρνει σε ένα ερωτικό ταξίδι…
Όταν φτάσαμε στο διαμέρισμα ήδη οι ορμές είχαν γίνει ποτάμια και μας έπνιγαν. Με γρήγορες κινήσεις, χωρίς να σκέφτομαι τίποτα άλλο, την έριξα στο κρεβάτι. Εκείνη αναστέναζε από προσμονή. Της έβγαλα βιαστικά την μπλούζα. Ένα μαύρο σουτιέν κάλυπτε δαιμονιωδώς ένα απίστευτο σε καύλα στήθος. Η ανάσα μου είχε γίνει βαριά.. τα χέρια μου δούλευαν σε εναρμονισμένους ρυθμούς. Εκείνη φιλούσε με μανία το στήθος μου, δάγκωνε κάθε κομμάτι σάρκας μου με λαγνεία. Δεν είχε μείνει κανένα ρούχο να μας εμποδίζει. Δεν μιλούσαμε… καμία λέξη δεν ήταν ικανή να περιγράψει τη σκηνή. Την σταμάτησα.
-    «Σου χρωστάω να συνεχίσουμε. από ‘κει που μείναμε…» της είπα.
Με κοίταξε με απορία. Το σώμα της έβραζε από επιθυμία. Με μια γρήγορη κίνηση πήγα στην κουζίνα και πήρα ένα μπουκάλι Baileys ανοίγοντάς το βιαστικά. Η απορία της είχε μεταμορφωθεί σε προσμονή.
-    «Δεν μπορώ να φανταστώ πόσο τρελός είσαι…!» είπε και ανακάθισε με το γυμνό της κωλαράκι στο κρεβάτι.
Άρχισα να ρίχνω μικρές σταγόνες στα χείλη της παρατηρώντας πως αυτές άναρχες κυλούσαν στην επιδερμίδα της, έπεφταν απαλές στο στήθος της ενώ τα χείλη της περίμεναν τα δικά μου. Ξεκίνησα να γλείφω με λαχτάρα το κρεμώδες λικέρ από το πιγούνι της, από το λαιμό της, χαϊδεύοντας παράλληλα το μουσκεμένο μουνάκι της που έμοιαζε να ακολουθεί τη ροή του λικέρ στο κορμί της. Την έγειρα πίσω αφήνοντας μια μεγάλη ποσότητα να πέσει πάνω της. Η γλώσσα μου τώρα ταξίδευε πάνω στις σκληρές της ρώγες πίνοντας με λαχτάρα. Εκείνη αναστέναζε βαθιά. Τα χέρια της άρπαζαν με λύσσα το σεντόνι σαν να ήθελαν να το ξεσκίσουν.
-    «Είσαι απίστευτος!» έλεγε και ξανάλεγε με φωνή που έτρεμε από καύλα.. από λαγνεία.
Δεν σταματούσα να την γεύομαι. Κατέβηκα χαμηλά και άρχισα να γεύομαι το μουνάκι της. Γλυκά αρώματα με πλημμύρισαν καθώς έμεινα εκεί για ώρα μέχρι να μην ακούω πια κανένα ρυθμό στην ανάσα της… μέχρι που άρχισε να χύνει αφήνοντας στον αέρα άναρθρες κραυγές… λέξεις απαράμιλλης ηδονής.
-    «Με τελείωσες μωρό μου, με τελείωσες! Έτσι μ’ αρέσει. Ρούφα με όλη. Τι στόμα είναι αυτό!» έλεγε ξανά και ξανά ενώ τα χέρια της προσπαθούσαν να βρουν σημείο του κορμιού μου που δεν είχε πάρει φωτιά.
Με μια απότομη κίνηση την σήκωσα όρθια ενώ εκείνη ακόμα είχε σπασμούς. Η μέθη είχε δώσει τη θέση της στην απόλυτη διάθεση για σεξ… βρώμικο.. άγριο.. δυνατό σεξ. Την κόλλησα στον τοίχο πίσω παρασέρνοντας στο διάβα ότι με εμπόδιζε. Την σήκωσα ψηλά και την κάρφωσα με δύναμη πάνω μου. Το καυλί μου σκληρό εμβόλισε χωρίς δισταγμό το χυμένο μουνάκι της και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα από καύλα. Δεν καταλάβαινα καν πως λειτουργούσα. Εκτελούσα μια σεξουαλική πράξη σαν κτήνος.. σαν ζώο, χωρίς κανένα συναίσθημα, σαν να ήθελα στον οργασμό μου να κορυφώσω τη χαμένη μου ζωή.. να την τελειώσω.
Συνέχιζα να την γαμάω με λύσσα. Εκείνη χτυπιόταν.. φώναζε. Οι φωνές της αγέλη άγριων ζώων που με κατεύθυνε. Σταμάτησα. Με κοίταξε λαχανιασμένη. Άρπαξε τα κεφάλι μου και κάρφωσε τα χείλη της στο στόμα μου. Ήταν το σημείο που ήθελε να εκφράσει ευγνωμοσύνη στον γαμιά της. Αντιστάθηκα. Την έριξα ξανά στο κρεβάτι…
-    «Ηρέμησε μωρό μου. Εδώ είμαι για σένα. Ηρέμησε. Εσύ τρέμεις. Ηρέμησε…» ήταν οι μόνες λέξεις που θυμάμαι.
Της έπιασα τα χέρια από τους καρπούς. Χαμογέλασε μα και απόρησε. Τύλιξα βιαστικά το σεντόνι σαν σχοινί και την έδεσα στο κρεβάτι σαν να θέλω να την αφήσω εκεί αιώνες.
-    «Με πονάς…» νομίζω είπε προτού πέσω με δύναμη μέσα στο στόμα της.
Εξαντλήθηκε στην προσπάθεια να με καταπιεί. Τα φιλήδονα χείλη της τώρα ήταν ένα φτηνό πρόστυχο εργαλείο, όπως ακριβώς ήμουν εγώ μέσα μου. Και πάλι σταμάτησα. Άδειασα όλο το μπουκάλι με το λικέρ πάνω της. Άρχισα να το πίνω από παντού με μανία. Εκείνη τελείωνε συνέχεια.. ασταμάτητα… Οι φωνές της ξεσήκωσαν όλη τη γειτονιά. Έπινα αχόρταγα το αλκοόλ από το κορμί της πάνω. Ήθελα εκείνη τη στιγμή η μέθη να με έκανε να αισθανθώ έρωτα, πάθος και όχι μόνο μίσος για ότι προκαλούσα. Εικόνες έρχονταν ποτάμια και φεύγανε θάλασσες. Ουσίες και καταστροφή μέσα στο αίμα μου οδηγός.
Με μια σπασμωδική κίνηση άρχισα να τελειώνω χωρίς καν να αισθάνομαι καμία ηδονή.. μονάχα κενό. Ένα κενό που ερχόταν αέρας στα όνειρα μου. Εκείνη προσπαθούσε να με πιει.. να με γευτεί. Ρουφούσε ακόμα και τα δάχτυλα μου. Ήταν μια εμπειρία για εκείνη απόλυτης δύναμης. Έπεσα στο πάτωμα με σπασμούς από πόνο. Πόνος ακαθόριστος. Γητευτής και βάλσαμο. Δεν με ένοιαζε να την κοιτάξω. Την πλησίασα, την κοίταξα στα μάτια, έλυσα τα χέρια της και καθώς μπήκε βιαστικά στο μπάνιο, θυμάμαι να με ονομάζει ζώο.
-    «Όχι Μαργαρίτα. Τα ζώα έχουν συναίσθηση.. έχουν ψυχή».
Δεν ανταλλάξαμε άλλες κουβέντες. Έφυγε μετά από δέκα λεπτά. Έμεινα γυμνός καθισμένος στο πάτωμα με μια πετσέτα απλά να καλύπτει το πρόσωπο μου. Μύριζε θαρρώ το άρωμα της.. ένα άρωμα μιας πόλης που ξημέρωνε με φώτα που έκλειναν και μαζί της έκλεινε άλλη μια νύχτα σάπιας σάρκας. Λίγες ρουφηξιές από ένα τελευταίο τσιγαράκι και έγινε θεός μου για να κλείσω τα μάτια. Κανένα όνειρο.. καμία αυταπάτη. Ήξερα που ήμουν και πόσο αρρωστημένα με γάμαγα. Εμένα πήδαγα και χρόνια μετά τα αφηγούμαι. Για εξιλέωση; Για αυτοκριτική; Ή για μια ζωή που έρχεται και πάλι μαζί μου; Για μια παγωμένη νύχτα που έρχεται να με ρουφήξει όπως το τελευταίο εκείνο… τσιγάρο;
Και κάποιες νότες από ένα μικρό τραντζιστοράκι κάπου από ένα κλειστό παράθυρο. Απόμακρα… δειλά - δειλά να κυριεύουν τα αφτιά μου… «Πυξ Λαξ: Δε σε νοιάζει τι θα ξημερώσει αφού ο ήλιος δεν αλλάζει χρώμα. Δε σε νοιάζει τι θα ξημερώσει», ήρθε να δώσει ήχο στα μάτια που έκλειναν…

(Copyright protected OW ref: 38989)