Ο βιασμός της καυλιάρας παρθένας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο Μάνος μας αφηγείται τον βιασμό μιας μικρούλας παρθένας.

Η ιστορία:

Το όνομα μου είναι Μάνος και είμαι 25 χρονών. Η ιστορία που θα σας γράψω δεν έχει συμβεί διότι έχω σχέση (θα καταλάβετε μόλις διαβάσετε την ιστορία γιατί το λέω αυτό), απλά έχω μερικές φαντασιώσεις που θέλω να μοιραστώ μαζί σας.

Η ιστορία μου ξεκινάει κάπως έτσι:

Εγώ δουλεύω σε ένα καφέ μπαρ λίγο πιο έξω από το δασάκι της πόλης. Εδώ και πολύ ώρα παρακολουθούσα ένα υπέροχο μωρό να χορεύει και να μας κάνει όλους εμάς την αντροπαρέα να την θαυμάζουμε. Ήταν μια καστανομάλλα με καστανοπράσινα μάτια γύρω στο 1.62, λεπτούλα γύρω στα 45 κιλά. Οι βυζάρες τις ήταν υπέροχες και το καυτό σορτσάκι που φορούσε ταίριαζε απόλυτα πάνω στα καλοξυρισμένα ποδαράκια της. Φαινόταν πολύ άνετα πως φορούσε στρινγκάκι από μέσα, αφού ο κωλαράκος της πετούσε και μας έκανε όλους να πεθαίνουμε από την καύλα. Έτσι κι εγώ σκέφτηκα να πάω να της πιάσω την κουβέντα.

-    «Γεια σου όμορφη. Πώς σε λένε;» της είπα.

-    «Αριάδνη. Εσένα;» μου απάντησε με την γλυκιά της φωνή.

-    «Μάνο. Και δεν μου λες Αριάδνη, πόσο είσαι;» της είπα με έντονο ύφος.

Και μόλις μου είπε ότι είναι δεκαεπτά, τα έχασα. Λέω στον εαυτό μου: «Όπα μεγάλε, στοπ. Είναι ανήλικο ακόμα. Πάμε σε άλλη φάση». Αλλά καθώς τα σκεφτόμουν αυτά βλέπω την Αριάδνη μαζί με έναν άλλον γύρω στην ηλικία της να βγαίνουν έξω από την είσοδο. Εκεί σκέφτηκα πως δεν έχω τίποτα να χάσω, και πως άμα το πουτανάκι δεν ήθελε παιχνίδι μαζί μου, θα την κανόνιζα. Έτσι δίνω τη θέση του μπάρμαν στον φίλο μου τον Ανδρέα που ήταν στην παρέα και τρέχω να προλάβω την κουκλίτσα με το αγόρι της κρύβοντας μαχαίρι στην τσέπη για ώρα ανάγκης.

-    «Επ! Που πας έτσι χωρίς να χαιρετήσεις;» της λέω αγνοώντας το αγόρι δίπλα της!

Εκείνη δεν μου απαντάει. Το αγόρι γυρίζει και μου λέει:

-    «Ορίστε; Φίλε θες κάτι;».

Εγώ του δίνω μια με το μαχαίρι και εκείνος πέφτει κάτω. Η μικρή άρχιζε να τσιρίζει το όνομα του και να ζητάει βοήθεια. Την πλησίασα, της έβαλα το μαχαίρι στον λαιμό και της είπα:

-    «Σήμερα θα είσαι το πουτανάκι μου. Αν δεν κάτσεις καλά θα σε κάνω αυτό που θέλω και μετά θα σε παρατήσω σε κανένα χαντάκι και δεν θα σε βρει κανείς!» της είπα ψιθυριστά με άγρια φωνή, ακουμπώντας τα χείλη μου στο αφτάκι της.

-    «Σ-σ-ε π-παρακ-κ-αλω, μην μου κάνεις κακό…» είπε η μικρούλα ενώ είχαν είδη δακρύσει τα μάτια της.

Την πέταξα κάτω στο χώμα και άρχιζα να την φιλάω χουφτώνοντας τις πλούσιες βυζάρες της. Την ένιωθα να τρέμει. Στην αρχή νόμιζα πως είχε καυλώσει, αλλά τελικά έτρεμε από τον φόβο. Της ρούφηξα το λαιμό και της έκανα ένα τεράστιο σημάδι. Εκείνη με παρακαλούσε να την αφήσω αλλά εγώ όσο μου μιλούσε τόσο συνέχιζα. Της έβγαλα την μπλούζα και το σουτιενάκι της. Το θέαμα που αντίκρισα ήταν μοναδικό. Οι πλούσιες βυζάρες της ήταν μονάχα δικές μου.

Τις της έγλειφα δαγκώνοντας τις ρωγίτσες της. Εκείνη πονούσε και γάντζωνε τα χέρια της πάνω στο πουκάμισο μου προσπαθώντας να με σπρώξει. Δεν τα κατάφερνε και το μόνο που έπαιρνε ήταν χαστούκια. Πήρα το μαχαίρι και την απείλησα να κάτσει καλά αλλιώς θα της γαμήσω το μουνί με αυτό.

-    «Σε παρακαλώ, άφησε με να φύγω. Θα με ψάχνουν. Σε παρακαλώ άφησε με. Μην με τυραννάς…» μου έλεγε καθώς τα δάκρυα από τα μάτια της κυλούσαν στην άσπρη επιδερμίδα του προσώπου της, που είχε γίνει μαύρη από την μάσκαρα και το μολύβι που φορούσε.

Εγώ τότε της χάραξα το στήθος με το μαχαίρι κι εκείνη ούρλιαζε από τον πόνο. Σε κάποια φάση την λυπήθηκα αλλά μετά επανήλθα, αφού ο πούτσος μου κόντευε να εκραγεί. Η λεπτή κοιλίτσα της κουνιόταν συνεχώς αλλά όχι από οργασμό. Είχε λυγμούς από τα κλάματα και τον πόνο.

-    «Μωρή καριόλα, όσο κάνεις έτσι τόσο με καυλώνεις. Κάτι τέτοια πουτανάκια σαν κι εσένα θέλω για να τα κάνω ότι θέλω. Πες μου πως δεν σου αρέσει κιόλας;!» της είπα και με μια απότομη κίνηση της έβγαλα το στρινγκ με το τζιν σορτσάκι.

Τι θέαμα;! Το καλοξυρισμένο μουνάκι της σαν μικρού κοριτσιού και τα ημίγυμνα καθαρά μπουτάκια της ήταν σε κοινή θέα. Δεν ήξερα από που να ξεκινήσω. Φυσικά ξεκίνησα με γλειφομούνι. Μύριζε τόσο ωραία. Βέβαια η μικρή ήταν παρθένα αλλά εμένα δεν με ένοιαζε τίποτα. Έχωνα την γλώσσα μου όσο πιο βαθιά μπορούσα. Της είχα πιάσει την μέση και την ένιωθα πόσο πολύ πονούσε. Η Αριάδνη έκλαιγε. Όλη η φάση με καύλωνε τόσο περισσότερο.  Της έχωσα πέντε δάχτυλα μέσα και ξαφνικά μου έχυσε αίμα.

-    «Μωρή ξεκωλιάρα δεν έλεγες από την αρχή ότι είσαι παρθένα; Στις παρθένες κάνω πιο πολλά βασανιστήρια. Αλλά τώρα θα σου κάνω τα κλασικά μωρή πουτάνα. Έτσι γιατί σε λυπήθηκα!» της είπα καθώς τσιμπούσα την κλειτορίδα της κι εκείνη είσαι πλαντάξει από τον πόνο.

-    «Σε παρακαλώ, θα κάνω ότι θες. Ότι θες θα κάνω. Απλά άφησε με να φύγω. Σε παρακαλώ…» μου είπε η μικρή.

Εγώ όμως δεν της έδινα σημασία κι αυτό την έκανε να κλαίει πιο πολύ. Κατέβασα το παντελόνι μου και της τον έχωσα χωρίς να περιμένω άλλο. Ούρλιαξε τόσο δυνατά. Μα τόσο δυνατά. Σαν τις κλασικές μυξοπαρθένες. Εμένα αυτό με καύλωνε πολύ. Μαζί με τον φόβο και τον πόνο της, ήρθε και ο οργασμός. Φώναζε τα κλασικά «Ααα! Ααα! Ααα! Ααααα! Ααα! Ααααα! Αααα! Αααααα!» και μου άρεσε τόσο πολύ αυτό.  Ύστερα της έχυσα στο στόμα.

Σηκωθήκαμε. Την γύρισα και την κόλλησα σε ένα δέντρο με την μούρη. Εγώ της τον έχωνα στον κώλο και το μαχαίρι μου έκανε βόλτες στην λευκή της πλατούλα, καθώς της έκανα και πιπιλιές στο λαιμό και στο μπράτσο. Μετά από μία ώρα την παράτησα και έφυγα. Το πουτανάκι είχε ξεθεωθεί. Δεν μπορούσε να περπατήσει. Όσο για το αγόρι της, δεν ξέρουμε τίποτα για το αν πέθανε ή όχι.

Αυτή ήταν η ιστορία μου. Ελπίζω να σας άρεσε ώστε να φτιάξω και συνέχεια. Μου αρέσει πολύ να σκέφτομαι ιστορίες με εμένα να βιάζω κοριτσάκια. Βέβαια έχω κορίτσι που το λένε και Αριάδνη. Και παίζουμε τον «Αφέντη και την σκλάβα». Γενικώς μου αρέσουν κάτι τέτοια με τις γυναίκες στην ‘’υποταγή’’.

Μάνος.

(Copyright protected OW ref: 34848)