Πίπα στο παγκάκι του πάρκου

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο φίλος μας έχει σταμπάρει μια κοπέλα στην σχολή και την συναντά σε ένα πάρτι. Όταν όμως καταφέρνει να την απομονώσει στο πάρκο, ανακαλύπτει ότι εκείνη του επιφύλασσε ένα γερό καψόνι!

Η ιστορία:

Η Μάγδα, ένα χρόνο μεγαλύτερη μου, είναι ένα ξανθό μουνάκι με ένα τέλειο κορμί (ειδικά ο πεταχτός κώλος της) και ένα πουτανίστικο βλέμμα (κάτι σαν την ηθοποιό που έπαιζε στο: «Μη μου λες αντίο» και έκανε την φοιτήτρια που ξελόγιασε τον μουσουλμάνο. Πολύ πουτανίστικο βλέμμα λέμε). Την είχα σταμπάρει που Παρασκευές πρωί σύχναζε στο κυλικείο της σχολής και γούσταρα να φασωθούμε αλλά ποτέ δεν γνωριστήκαμε ουσιαστικά. Ένα γεια, τι κάνεις και αν…

Το έκανα σύστημα και κάθε Παρασκευή πρωί πήγαινα πιο νωρίς στη σχολή μπας και την πετύχω και να γνωριστούμε, αλλά δεν έκατσε φάση. Μετά τις γιορτές δεν φάνηκε δυο εβδομάδες και πίστεψα δεν θα ξανάρθει. Τέλος πάντων, για πάρτι της είχα τραβήξει αμέτρητες μαλακίες. Την προηγούμενη μάλιστα Παρασκευή που την σκεφτόμουν, μου έγινε στουπέτσι και πήγα στις τουαλέτες και τράβηξα μια περιποιημένη μαλακία, άλλο πράμα.  Και μόνο μετά την δεύτερη μαλακία ηρέμησα.  Εκείνο το βλέμμα της είναι άλλο πράγμα.  

Ώσπου αυτή την Παρασκευή, ένα παιδί απ’ τη σχολή έκανε πάρτι για λίγους στο σπίτι του. Πήγα, κι ενώ είχα ξενερώσει από την αρχή, την βλέπω ξάφνου να σκάει μύτη με την ‘’παρθενοπιπίτσα’’ του έτους και με την μια πήγαν στο μπαρ και χώθηκαν να ετοιμάσουν κοκτέιλ. Με άγριες διαθέσεις είχαν έρθει. Βγάζει το δερμάτινο της που έπιανε και αστράγαλο και αποκαλύπτει την θεϊκή κορμάρα της! Αρχίζει να πίνει το ποτό της. Χωρίς να χάσω ώρα και την ευκαιρία που μου παρουσιάστηκε, ρίχνω με τρόπο το ποτό μου στην γλάστρα (καημένο φυτό) και πάω δήθεν για ένα νέο ποτό και της μιλάω.

-    «Τι κάνεις κοπελιά;»

-    «Είμαι η Μάγδα» μου λέει και τέτοιες μαλακίες να γνωριστούμε.

Και όλο να την κερνάω και να με κερνάει σανγκρία και σε λίγο χορεύαμε μαζί. Η φίλη της είχε εξαφανιστεί και γενικά δεν έδινα μια τι γίνεται με τους υπόλοιπους. Προσπαθούσα μόνο να κρύψω τις καύλες μου γιατί είχε ξυπνήσει για τα καλά το τέρας μέσα στο μπόξερ μου. Είχαμε πιει αρκετά κι αυτή είχε αρχίσει να κολλάει πάνω μου. Κάποια στιγμή μου αφέθηκε να την κάνω ‘’κουμάντο’ εγώ στο ρυθμό του χορού. Ένιωθα την πούτσα μου να εφαρμόζει στη σχισμή του κώλου της. Η φούστα βοήθαγε σ’ αυτό κι αυτή άρχισε να κουνιέται μπρος και πίσω ειδικά στη συνέχεια που άλλαξε το κλίμα και έβαλε κάτι τσιφτετέλια, με όλη τη σημασία της λέξης.

Εγώ μην αντέχοντας άλλο την γυρνάω και τα ‘παιξα όλα για όλα και άρχισα να την φιλάω και να την χουφτώνω στην υπέροχη πεταχτή κωλάρα της.  Αργότερα της λέω να φύγουμε. Τότε έκανε κάτι απρόσμενο! Με παίρνει, με τραβάει και με πάει σε ένα δωμάτιο. Το ήξερε καλά το σπίτι και μπαίνουμε μέσα. Μόνο που για κακή μας τύχη πέσαμε πάνω στον φίλο μου που έκανε το πάρτι, ο οποίος είχε βάλει κάτω την ‘’παρθενοπιπίτσα’’ και του έπαιρνε σαν λυσσάρα τσιμπούκι.  Τελείως καραπουτανάρα τελικά η ‘’παρθενοπιπίτσα!’’. Έτσι μου είπε να φύγουμε.

Το βλέμμα της, όταν έβγαλε απ’ το μπουφάν μου τα κλειδιά του αμαξιού και με κοίταξε, μου δημιούργησε την εντύπωση ότι θέλει να τον πάρει από παντού και το σιγούρεψα ότι θα την γαμήσω. Μπαίνουμε μαζί στο αμάξι και σταματάμε στο παρκάκι στην γειτονιά μου. Νύχτα, έχει απόλυτη ησυχία και δεν κυκλοφορεί κανείς αλλά εκεί έχει και πολλές ερωτικές κρυψώνες, τα ξέρω καλά αυτά. Πάμε σε μια γωνία και καθόμαστε στο παγκάκι και αρχίζουμε τα φιλιά και μέσα από το δερμάτινο της βάζω το χέρι μου και της σηκώνω την φούστα. Της σκίζω το καλσόν ενώ αυτή έβγαλε μια λάγνα φωνούλας «Αχ!» και της τρίβω το μουνάκι. Εκεί έπαθε έξαψη η φαντασία μου όπως το ένιωθα… κόντρα ξυρισμένο τελείως, λείο, μαλακό, γεμάτο υγρά.

Ήμουν έτοιμος και της σκίσω τα πάντα για να σκύψω και να αρχίσω γλειφομούνι όταν ξυπνάει αυτή, με σπρώχνει στο παγκάκι και αναλαμβάνει δράση. Μου κατεβάζει το παντελόνι (παρόλο που δυσκολεύτηκε να μου λύσει τη ζώνη, αν και δεν με άφησε να κάνω τίποτα, ήθελε να με κάνει μαριονέτα της) μου τα κατεβάζει, πετάγεται η πουτσάρα μου καυλωμένη όσο δεν πάει και την παίρνει στο στόμα της. Σαν λυσσάρα έκανε! Ρούφαγε δυνατά και πρόσεχε να μην με δαγκώσει. Την ήξερε καλά την τέχνη του τσιμπουκιού η τσιμπουκλού.  Κι όλο με κοίταγε κατάματα με το λάγνο πρόστυχο πουτανίστικο βλέμμα της να δει τις αντιδράσεις μου και μου έκλεινε πονηρά το μάτι.

Όταν ένιωσε ότι κόντευα να τελειώνω, μου πιάνει τα χέρια σαν να ήταν δεμένα στο παγκάκι και με αφήνει στα κρύα του λουτρού. Έρχεται και με φιλάει, αδιαφορώντας για την πούτσα μου που ήθελε λίγο ακόμη για να χύσει. Παρόλα αυτά δεν ξενέρωσα, γιατί ήξερε να με κρατήσει με τα γλωσσόφιλα.  Όταν μου έπεσε κάπως και το διαπίστωσε, άρχισε να μου τον χαϊδεύει και μόλις ξύπνησε, τον βάζει που λέτε στο στόμα της, με τρυφερότητα αυτή τη φορά. Πότε την πιπίλαγε, πότε την ρουφούσε, πότε την άφηνε και τη σάλιωνε, πότε μου ρουφούσε ένα - ένα τα αρχίδια. Και τρελαίνομαι να μου ρουφάνε τα αρχίδια.  

Αυτή τη φορά το αργό τσιμπούκι είχε άλλη χάρη. Αλλά να επιμένει να μην κάνω τίποτα, ήθελε όλα να τα κάνει αυτή, δεν με άφηνε ούτε τα χέρια να κουνήσω.  Μετά από λίγη ώρα της κάνω νεύμα και της λέω να αλλάξουμε, να της κάνω κι εγώ γλειφομούνι. Ήθελα ακόμα κι άλλα πράγματα να κάνουμε αλλά αυτή η πουτάνα εκεί.. συνέχιζε να με τσιμπουκώνει και μάλιστα τώρα επίτηδες άρχισε να μου ρουφάει με μανία τα αρχίδια. Κάποια στιγμή τον χώνει όσο πιο βαθιά έμπαινε στο στόμα της ώσπου δεν άντεξα και έριξα όλα τα χύσια μου στο στόμα της μέσα κατευθείαν στον οισοφάγο της. Τα ήπιε όλα η πουτάνα!

Εγώ κάθομαι πιο πέρα να πάρω μερικές ανάσες, της κάνω χώρο να καθίσει κι αυτή στο παγκάκι, ενώ αυτή σηκώνεται, βγάζει το σκισμένο καλσόν της και μου το πετάει στα μούτρα. Ντύνεται και μου δίνει ένα χαρτάκι, αλλά δεν με αφήνει να το ανοίξω. Ανταλλάσουμε ένα καυτό γλωσσόφιλο και μου λέει στο αφτί λάγνα:

-    «Άνοιξε το μόλις φύγω και διάβασε το…»

Μου σκάει ένα γλωσσόφιλο και μου λέει:

-    «Ωραία ήταν καυλιάρη μου αλλά έχω αργήσει. Διάβασε με προσοχή το χαρτάκι, αφού φύγω, και αν θες να κάνουμε αυτά που αφήσαμε. Τα λέμε! Διάβασε το αφού φύγω».

Φεύγει κουνώντας προκλητικά και επιδεικτικά το κωλαράκι της. Παρόλο που ήταν νύχτα, πίσσα σκοτάδι, ακουγόταν το περπάτημα της και ένιωθα σαν να βλέπω την κωλάρα της να κουνιέται μπροστά μου. Πήρε τηλέφωνο ένα ταξί και έκατσα στο παγκάκι. Ξενερωμένος που δεν την γάμησα αλλά ενθουσιασμένος και σίγουρος που μια κοπέλα που την γούσταρα τόσο καιρό και τόσο πολύ, μου πήρε πίπα και μου έγραψε το τηλέφωνο της, και ποιος ξέρει τι άλλο και σίγουρα θα την γαμούσα όπου να ‘ναι.  

Ενώ τα σκέφτομαι αυτά, βλέπω το ταξί που έρχεται και την πήρε να φύγει. Ντύνομαι και φεύγω κι εγώ και πάω στο αμάξι μου και ανοίγω το χαρτάκι να το διαβάσω. Τηλέφωνο φυσικά και δεν είχε. Μόνο έγραφε:

«Αν θέλεις να με ξαναδείς, και να σου δείξω όλες μου τις χάρες, ραντεβού το άλλο Σάββατο. Η φίλη μου η Όλγα (η ‘’παρθενοπιπίτσα’’) κάνει πάρτι σπίτι της. Αν θες να έρθεις, την Παρασκευή το πρωί εκεί που ξέρεις για να σου δώσω την διεύθυνση».

Περιμένω να έρθει η Παρασκευή…

(Copyright protected OW ref: 34934)