Η ξεκωλοπατομούνα πρεσβυ... εταίρα (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Σήμερα ο άντρας της πρεσβυτέρας θα την πιάσει στα πράσα αλλά θα υποστεί κι έναν απίστευτο εξευτελισμό…

Η ιστορία:

Κεφάλαιο 16ο

Τελείως παράλογα, τα στοιχεία του Σιρίλ που θα έπρεπε να απωθούν τη Θεοδούλη, την έλκυαν σα μαγνήτης. Το πάχος, η ασχήμια, η κτηνωδία του. Εν καιρώ, ανέπτυξε τέτοια νοσηρή εμμονή μαζί του, που έμενε κυριολεκτικά πιο πολύ σπίτι του παρά στο δικό της, δίνοντάς του την ευκαιρία να τη χρησιμοποιεί και να την καψονάρει με χίλιους δυο ευφάνταστους τρόπους.

Βασική αρχή της φιλοσοφίας του ήταν ο συνδυασμός του τερπνού με το ωφέλιμο. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντασσόταν και η πάγια τακτική του να τη βάζει να κάνει διάφορες δουλειές -πλύσιμο, σκούπισμα, ξεσκόνισμα- ενδεδυμένη... ελαφρώς, ούτως ώστε εκείνος να την παίρνει μάτι, να καυλώνει και να της αλλάζει τα φώτα στον πούτσο, δίχως να της επιτρέπει να σταματά οτιδήποτε έκανε εκείνη τη στιγμή. Όπου πήδημα, τερπνό κι όπου φασίνα, ωφέλιμο!

Ένα χαρακτηριστικό δείγμα των σαδιστικών πρακτικών του, ήταν το νοσηρό χούι του να την ξεκωλιάζει ενόσω εκείνη σφουγγάριζε με το σφουγγαρόπανο πεσμένη στα τέσσερα, κατόπιν υπόδειξής του φυσικά! Και στο τέλος, φυσικά, έχυνε πάντα στο δάπεδο και κατόπιν την ανάγκαζε να φάει το σπέρμα του από κει που είχε πέσει, σα σκύλα! Μια στοιχειωδώς αξιοπρεπής και πνευματικά συγκροτημένη γυναίκα δε θα επέτρεπε ποτέ να την μεταχειρίζονται κατά τέτοιον τρόπο.

Η Θεοδούλη όμως, που είχε χάσει αξιοπρέπεια και... μυαλό απ’ το πολύ γαμήσι, όχι μόνο επέτρεπε στο βασανιστή της να την ξεφτιλίζει κατά πως του έκανε κέφι, αλλά τον εκλιπαρούσε κιόλας να της δώσει την άδεια να παρατήσει παιδιά κι άντρα και να... σπιτωθεί μαζί του, για να μπορεί εκείνος να της κάνει το βίο αβίωτο κάθε μέρα!

-    «Χμ, εντάξει, υπό έναν όρο όμως, να σε γαμήσω μπρος στον αντρούλη σου», δήλωσε με απίστευτο θράσος το ρεμάλι, αφήνοντάς την να προσπαθεί να αξιολογήσει την εφαρμοσιμότητα της εξωφρενικότατης απαίτησής του.


Κεφάλαιο 17ο

Ο Θεόκλητος πίστευε ότι το μαρτύριο που βίωνε καθημερινά, μετά την εφιαλτική τροπή που είχε πάρει ο γάμος του, δε θα μπορούσε να γίνει μεγαλύτερο. Το λάθος του κατάλαβε με τον πιο ζοφερό τρόπο μια μέρα που γύρισε σπίτι του απ’ τη δουλειά, μπήκε στο σαλόνι του ανύποπτος κι αντίκρισε μια σκηνή τόσο απαίσια, που θα τον στοίχειωνε ως το θάνατό του, δηλαδή τη Θεοδούλη ολόγυμνη, ξαπλωμένη ανάσκελα χάμω, με τα πόδια σε διάσταση και λυγισμένα τέρμα πίσω, να κρατά ανοιχτά τα τουρλωμένα οπίσθιά της, ενώ ένα... πλάσμα -γιατί άνθρωπο σίγουρα δεν το έλεγες- κακάσχημο, παχύ και τριχωτό, σα γορίλας, σούβλιζε με λύσσα τον κώλο της μ’ ένα πέος χοντρό σαν πυροσβεστική μάνικα!

Τελείως παράλογα, η σκύλα δεν έδειχνε να πονάει, αφού ικέτευε μονότονα το γαμιά της να την ξεκωλιάσει! Οι μόνες φορές που το βούλωνε, ήταν για να βυζάξει τα γεννητικά όργανα του Θωμά, που δε μπορούσε να λείπει απ’ το παζλ της ακολασίας. Ανεξέλεγκτη οργή κυρίευσε το Θεόκλητο. Σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά απεγνωσμένα, κραύγασε με αγανάκτηση:

-    «Αμαρτωλοί! Τούτο είναι το σπίτι ενός υπηρέτη του Θεού. Δε θα το κάνετε εσείς μπορντέλο με τις ακόλαστες πράξεις σας!»

Ο πρώτος που αντέδρασε ήταν ο γορίλας, που ξεκάρφωσε το παπάρι του απ’ τον κώλο της παπαδιάς, πλησίασε τον ιερέα και του έριξε μια γροθιά στην κοιλιά, πετώντας τον χάμω. Ύστερα τον σήκωσε όρθιο σαν… κούκλα και τον κάθισε στον καναπέ.

-    «Ξέρεις, πάτερ, μου τη δίνει όταν με διακόπτουν πάνω στο γαμήσι. Λοιπόν, άκου προσεκτικά: αν δεν κάνεις μόκο, σαν καλό παιδί, και δε μας αφήσεις να κάνουμε τη… δουλειά μας, θα σε λιανίσω! Οκ;» απείλησε ο Σιρίλ το Θεόκλητο και κόλλησε τον πούτσο του στα χείλη της Θεοδούλης, η οποία τον πιπίλισε λαίμαργα, ‘αναστηλώνοντάς’ τον σ’ όλη του τη μεγαλοπρέπεια.

-    «Μανάρι μου κάνεις πρώτη πιπίλα! Είσαι μεγάλη τσιμπουκλού!» την επιβράβευσε το κτήνος.

Γονάτισε και ξανάμπηξε ολόκληρη την ψωλάρα του στην κωλοτρυπίδα της με μια μόνο σπρωξιά, αναγκάζοντάς τη να αφήσει ένα θρηνητικό κρώξιμο.

-    «Πες στον αντρούλη σου πόσο σου αρέσει να την τρως στον κώλο, πουτάνα!» την πρόσταξε κατόπιν, σκαμπιλίζοντας βάναυσα το ένα κωλομέρι της, ενώ ήδη ταλάνιζε ασταμάτητα τη λεκάνη του μπρος - πίσω, ξεχαρβαλώνοντας τον σφιγκτήρα της.

-    «Αχ, ναι! Ψοφάω να την τρώω στον κώλο! Ξέσκισέ με, ψωλαρά μου!» φώναξε η Θεοδούλη.

Και τότε ο Θεόκλητος αντελήφθη ότι η γυναίκα του δεν ήταν απλά άπιστη, αλλά μια αμετανόητη τσούλα, αντίληψη που διατράνωσαν κι οι ηδονικές κραυγές της λίγο μετά, ενώ στον πάτο της έκανε… βάρδια πλέον ο Θωμάς, πατώντας της συνάμα το κεφάλι κάτω και σφαλιαρίζοντας τα οπίσθιά της με λύσσα, αφήνοντας πάνω τους αποτυπώματα από ολόκληρες τις παλάμες του! Και το κερασάκι στην τούρτα ήταν όταν ο φτωχός ιερέας είδε την ελεεινή τσούλα να μπήγει το μούνο της στο παλούκι του Θωμά, να τρώει συνάμα στον κώλο το ‘τέρας’ του Σιρίλ, και, παρόλα αυτά, να χοροπηδάει σαν… παιδούλα που έκανε βόλτα στο πάρκο, ενώ τα δυο κτήνη της ξυλοφόρτωναν τα καπούλια κι έστριβαν σαδιστικά τις θηλές της γύρω απ’ τον άξονά τους!

-    «Που λες, πάτερ, αν στο μέλλον η αγάπη σου χέζει αφύσικα συχνά ή δεν μπορεί να κάτσει σε καρέκλα, θα ξέρεις το λόγο.. της έχει γίνει η σούφρα σα χωνί απ’ το πολύ ξεκώλιασμα!» είπε λίγο μετά σε καταφανή περιπαικτικό τόνο ο Σιρίλ στο δόλιο κερατά, ο οποίος, έχοντας εξαντλήσει πλέον τις αντοχές του, αναλύθηκε σε δάκρυα.

-    «Μα, εσύ κλαις! Στο λόγο μου, είσαι ο χειρότερος λαπάς που έχω δει ποτέ! Γι’ αυτό η γυναίκα σου σε φλομώνει στο κέρατο! Σύνελθε, πάτερ! Αν αντιδράς έτσι τώρα, τι θα κάνεις όταν πνίξουμε τη γυναίκα σου στο χύσι;» ξαναπρόγκηξε τον ιερέα ο Σιρίλ.

Και για να επιβεβαιώσει τα λόγια του, γύρισε τη Θεοδούλη ανάσκελα, μαλακίστηκε, μαζί με το Θωμά, κι ύστερα από μισό λεπτό, την έχυσαν κι οι δυο μαζί στη μούρη, εξαφανίζοντάς την, δίχως υπερβολή, κάτω από μια κρούστα… ψωλόκρεμας!

-    «Παιδιά, με κάνατε λούτσα! Έτσι μπράβο! Όλα στη μάπα! Μάσκα ομορφιάς από χύσι!» αστειεύτηκε η πρεσβυτέρα, ενώ έτριβε με ζήλο κάθε χιλιοστό της πασαλειμμένης μόστρας της και με τις δυο παλάμες της, χαχανίζοντας υστερικά και ηλίθια!

Μάλιστα, όσο σπέρμα δεν μπορούσε να απορροφήσει το δέρμα της, το έσπρωξε μες στη στοματάρα της και το χλαπάκιασε μ’ απίστευτη λαιμαργία, γλείφοντας, κυριολεκτικά, και τα δάχτυλά της, ενώ μούγκριζε από ευτυχία!

-    «Λοιπόν, Θεόκλητε, δεν έχω γνωρίσει άλλη γυναίκα που να είχε τόση αδυναμία στο ψωλόχυμα, όση η Θεοδούλη!» είπε εμβριθώς ο Σιρίλ στον ιερέα, που είχε απομείνει να κοιτάει τα αίσχη της γυναίκας του με μάτια γουρλωμένα και γυάλινα απ’ τη φρίκη, ανοιγοκλείνοντας μηχανικά το στόμα του, σαν ψάρι, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που έβλεπε.


Κεφάλαιο 18ο

Όταν το ζεύγος έμεινε μόνο, ο Θεόκλητος, για πρώτη φορά στη ζωή του, έχασε παντελώς την ψυχραιμία του, λούζοντας τη Θεοδούλη μ’ ένα σωρό βρισιές… τι πουτάνα την είπε, τι σκρόφα! Ωστόσο εκείνη, πλήρως ατάραχη, του είπε με φωνή ψυχρή:

-    «Έχεις δίκιο, Θεόκλητε. Γι’ αυτό κι εγώ θα σ’ εγκαταλείψω, για να σε γλιτώσω απ’ την παρουσία μου…»

Ο ιερέας έπαψε να κραυγάζει. Αν τον εγκατέλειπε, τα σχέδιά του για φήμη, δόξα κι αναγνώριση και μια ενδεχόμενη καριέρα στον ακαδημαϊκό τομέα, πήγαιναν περίπατο.

-    «Δεν το εννοείς, Θεοδούλη; Αν μ’ αφήσεις, με καταστρέφεις!», είπε με αγωνία, κάνοντας μια μεγαλειώδη... κωλοτούμπα.

-    «Φυσικά και το εννοώ, καλέ μου!» απάντησε εκείνη ανελέητα.

-    «Σ’ εξορκίζω, Θεοδούλη, ξανασκέψου το!» ικέτεψε ο κληρικός, έχοντας αποδεχθεί τη μειονεκτική του θέση.

-    «Θεέ μου, τι λαπάς! Συμβιβάζεσαι με το κέρατο, για να μη βλαφτεί η καριέρα σου;» τον ρώτησε η πρεσβυτέρα ειρωνικά.

-    «Ναι, ναι. Μόνο μη φύγεις! Μη μ’ αφήσεις και κάνε ότι θες…», εκλιπάρησε ο Θεόκλητος με φωνή αχνή και βλέμμα ηττοπαθές.

-     «Χμ, ας είναι∙ δεν υπόσχομαι τίποτα, αλλά θα το σκεφτώ», αποκρίθηκε η Θεοδούλη σε τόνο αυστηρό.


Κεφάλαιο 19

Ο Σιρίλ χάρηκε όταν η Θεοδούλη του είπε τα καθέκαστα. Εξάλλου δεν είχε καμιά όρεξη να τη σπιτώσει και να χάσει τη βολή του. Άσε που η προοπτική να τη σκυλογαμάει παρουσία του άντρα της, του προκαλούσε ανοικονόμητη σεξουαλική διέγερση. Την επόμενη κιόλας μέρα, επισκέφτηκε τον κερατά για να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα του καραπούτανου της γυναίκας του.

-    «Τι έμαθα, πάτερ; Συμφώνησες εγώ και η ‘λατρεία’ σου να το... γλεντάμε μπροστά στα μάτια σου;» τον ρώτησε αλαζονικά.

-    «Ναι», απάντησε μονολεκτικά και ξεψυχισμένα ο ιερέας.

-    «Δηλαδή, αν τη βάλω κάτω τώρα και της αλλάξω τα φώτα στο γαμήσι, εσύ θα κάτσεις και θα κοιτάς;» επέμεινε το κάθαρμα.

-    «Ναι», ξαναψέλλισε ο Θεόκλητος, έχοντας επίγνωση ότι θυσίαζε κάθε έννοια αξιοπρέπειας, στο βωμό των φιλοδοξιών του.

-    «Οκ, ας κάνουμε μια δοκιμή. Έλα, ψώλα, γονάτισε και πιάσε... δουλειά!», διέταξε ο Σιρίλ την παπαδιά, η οποία έσπευσε να βγάλει στη φόρα τον πούτσο του, που ήταν ήδη ντούρος, στην προσμονή, όχι τόσο του σεξ, όσο της ταπείνωσης του ιερέα.

-    «Τρελαίνεσαι για πίπες, έτσι δεν είναι, καριολίτσα;» τη ρώτησε το γουρούνι, καρφώνοντας με τη ματιά του τον ιερέα.

-    «Δεν τις χορταίνω. Και να φανταστείς ότι κάποτε τις θεωρούσα... αμαρτία! Τόσο ηλίθια ήμουν!» απάντησε ξετσίπωτα η Θεοδούλη, στα διαλείμματα που μεσολαβούσαν ανάμεσα στα αμέτρητα, ρουφηχτά φιλιά με τα οποία έπνιγε την ψωλάρα του.

Ύστερα μπουκώθηκε μ’ αυτήν τόσο βαθιά, που το κεφάλι της έτρεμε και τα μάτια της δάκρυσαν απ’ την υπερπροσπάθεια!

-    «Κοίτα εδώ, Θεόκλητε! Η ψωλή μου έχει φτάσει στις αμυγδαλές της! Λίγο ακόμα και θα πνιγεί!», πρόγκηξε τον ιερέα το χοντρογούρουνο κι ύστερα έπιασε να περιγράφει με λεπτομέρειες τι του έκανε η Θεοδούλη, για να επιτείνει το μαρτύριό του. «Αυτό είναι, πουτάνα! Σφίξε την με τις τσιμπουκοχειλάρες σου! Αου! Έτσι μπράβο! Ρούφα και το ψωλοκέφαλο!»

Ύστερα, τη σήκωσε όρθια και της έβγαλε τη ρόμπα, αποκαλύπτοντας τους βύζους της, που ξεχείλιζαν απ’ το σουτιέν της και την κωλάρα της, που ήταν τελείως ακάλυπτη, λόγω του στρινγκ, του οποίου την ύπαρξη ο Θεόκλητος δε γνώριζε καν!

-    «Είσαι θεόμουνο, μωρό μου! Που να φτουρήσει σε σένα ο λαπάς ο αντρούλης σου!» φώναξε το ζώο.

Ανέσυρε τα πεπόνια της παπαδιάς απ’ το σουτιέν, έχωσε ανάμεσά τους τη μάπα του και τα γέμισε φιλιά, ενώ συνάμα θώπευε επίμονα το φύλο της.

-    «Θεέ μου, καίγομαι! Έλα, παιδαρά μου, γάμα με! Δεν αντέχω άλλο!» στέναξε η Θεοδούλη, μαλακίζοντας το παπάρι του.

Στο καπάκι εκείνος την έριξε στον καναπέ, ακριβώς δίπλα στο Θεόκλητο, της άνοιξε τα πόδια, της κατέβασε το εσώρουχο, κοπάνησε λιγάκι παιχνιδιάρικα πάνω στην πρησμένη από καύλα κλειτορίδα της τον ψώλαρό του, κάνοντάς τη να βογκά από αδημονία, κι ύστερα έπιασε να τον μπήγει στο μουνί της πόντο - πόντο, σουβλίζοντάς τη σαν τον… Αθανάσιο Διάκο! Ο Θεόκλητος είδε τα γουρλωμένα μάτια της κι άκουσε τη σπαραχτική στριγκλιά της, καθώς όλος κείνος ο... σιδηρόδρομος σάρκας εξαντλούσε τις αντοχές του κόλπου της. Κι όταν το κτήνος έπιασε να σφυροκοπά το μουνί της με βίαιες ψωλιές, η σκύλα ούρλιαζε σαν επιληπτική και τον ικέτευε να την... ξεμουνιάσει, ώσπου έφτασε σ’ έναν ηφαιστειακό οργασμό.

-    «Κοίτα, πάτερ, πως χύνει! Άκου πως ουρλιάζει!» τσίγκλησε ο Σιρίλ τον κληρικό, επιτείνοντας το αίσθημα μειονεξίας που τον βασάνιζε, μιας κι εκείνος δεν είχε καταφέρει ποτέ να προσφέρει στη σύζυγό στιγμές ανάλογης σεξουαλικής έκστασης.

Το μόνο καλό μες στη δυστυχία του, ήταν ότι είχε, τουλάχιστον, παραμείνει ψύχραιμος. Κι ευελπιστούσε ότι αυτό δε θα άλλαζε. Δε θα ‘ταν τόσο αισιόδοξος όμως αν ήξερε τι είχε μηχανευτεί η αδυσώπητος του Σιρίλ, ο οποίος απέσυρε τον ψώλαρό του απ’ το μούνο της παπαδιάς, τον οποίον είχε άλλωστε ξεζουμίσει και την καθοδήγησε να πάρει τη σκυλίσια στάση, με τον κώλο στραμμένο προς τον άντρα της, κατά μήκος του καναπέ. Ύστερα σκαρφάλωσε κι αυτός πάνω, πάτησε γερά με το ένα πόδι πάνω στα μαξιλάρια, ακριβώς δίπλα στα τουρλωμένα οπίσθιά της, πέρασε το άλλο πάνω απ’ το κορμί της και το στήριξε στο μπράτσο του επίπλου, βάζοντας το Θεόκλητο στην πλάτη του και κοινοποίησε στο φτωχό κερατά τη θρασεία απαίτησή του.

-    «Λοιπόν, πάτερ, άκου τι θέλω να κάνεις. Καταρχήν, θέλω να γυρίσεις προς τα δω. Το έκανες; Ωραία! Τώρα θέλω να σκύψεις αρκετά, να πλησιάσεις στο μισό μέτρο την κωλάρα της γυναικούλας σου κι ύστερα θέλω να της ανοίξεις τα κωλομέρια για να την ξεκωλιάσω! Και πρόσεξε! Μην τολμήσεις και τα αφήσεις να κλείσουν όσο την ξεσκίζω, γιατί μαύρο φίδι που σ’ έφαγε!»

Ο φουκαράς ο Θεόκλητος δεν έκανε καμιά κίνηση, έχοντας μείνει κάγκελο απ’ την εξωφρενικότητα της απαίτησης του χυδαίου κτήνους, το οποίο, ούτε λίγο ούτε πολύ, του ζητούσε, όχι απλά να εμπλακεί στις εμετικά αίσχη εκείνου και της ξαναμμένης σκύλας που είχε την ατυχία να παντρευτεί, αλλά, στην ουσία, να… βοηθήσει να σοδομίσει την ίδια του τη γυναίκα!

-    «Ξέχασες κιόλας συμφωνία μας, πάτερ;» είπε δυσοίωνα ο Σιρίλ στον ιερέα.

Ο ιερέας έσκυψε, σιχτιρίζοντας τη δειλία του, πλησίασε τη σύζυγό του και της άνοιξε τον κώλο, ριγώντας από τρόμο, καθώς το γουρούνι, χαμήλωσε, ευθυγραμμίζοντας τα ψωλάρχιδά του με τα οπίσθιά της Θεοδούλης κι ακούμπησε απειλητικά το υπερφυσικό του πέος στο σφιγκτήρα της! Ωστόσο, παρότι το κάθαρμα πίεζε επίμονα τον... πολιορκητικό κριό του στην...  κερκόπορτά της, δεν προχωρούσε παραπέρα, αναγκάζοντας την πουτάνα, που εμφανέστατα ψοφούσε να ξεπατωθεί, να τινάζει ανυπόμονα τα καπούλια της.

-    «Έλα, γαμιά μου, τι περιμένεις; Σκίσε μου τον κώλο, σε παρακαλώ… Το έχω ανάγκη!» κλαψούρισε ξεδιάντροπα.

-    «Αφού το θες, ψώλα, έλα να το πάρεις!», την τσίγκλησε το γουρούνι.

Κι εκείνη, χωρίς ίχνος δισταγμού, τούρλωσε αστραπιαία τον κώλο της κι έπιασε να σπρώχνει προς τα πίσω με απαρέγκλιτη αποφασιστικότητα. Ο φουκαράς Θεόκλητος είδε με αισθήματα ανείπωτης φρίκης το σφιγκτήρα της να ανοίγει σαν... πιατέλα και να ‘καταπίνει’, πρώτα την πελώρια βάλανο του κακούργου, κι ύστερα την υπόλοιπη τερατώδη πούτσα του.

-    «Ωχ, Θεέ μου, πόσο μ’ αρέσει το ξεκώλιασμα!» έγρουξε η πόρνη, κουνώντας τον κώλο της πίσω - μπρος, ενώ ο γαμιάς της, μ’ ένα χυδαίο χαμόγελο στο χοντρό του μούτρο, της έριξε ένα πανίσχυρο χαστούκι στο δεξί της κωλομέρι!

-    «Μα την πίστη μου, πάτερ, το γυναικάκι σου είναι η πιο μεγάλη ξεκωλιάρα που έχω γνωρίσει! Βλέπεις πως μου γαμάει τον πούτσο με τον κώλο της; Κοίτα τώρα τι θα της κάνω…», δήλωσε.

Τραβήχτηκε πίσω, αποσύροντας την ψωλή του απ’ τη σούφρα της Θεοδούλης, κι ύστερα την ξανάμπηξε μονοκόμματα μέχρι τ’ αρχίδια του, μ’ ένα βιαιότατο τίναγμα της λεκάνης του! Η σκύλα σκλήρισε απεγνωσμένα, ενώ τα έντερά της στο καπάκι άφηναν έναν ανατριχιαστικό γουργούρισμα, προϊδεάζοντας έτσι το Σιρίλ, ο οποίος μόλις πρόλαβε να αποτραβήξει το μόριό του, πριν η ξεκωλιάρα αμολήσει ένα εξαιρετικά μακρόσυρτο, βροντώδες κορδόνι από πορδές, μες στα μούτρα του δυστυχή συζύγου της, που λίγο έλειψε να λιποθυμήσει απ’ τη μπόχα.

-    «Κοίτα καλά, Θεοκλητάκο, και πες μου.. έχεις ξαναδεί ποτέ τόσο ξεχειλωμένη κωλοτρυπίδα; Το ξέρεις ότι είναι πιθανό το γυναικάκι σου να χρειαστεί συρραφή πρωκτού; Ζωγραφίζω σήμερα ο πούστης!», αναφώνησε το γουρούνι, επιτείνοντας σκοπίμως το βασανιστήριο του φουκαριάρη ιερέα με τα ανάλγητα και ταπεινωτικά του σχόλια.

Στο καπάκι τίναξε τα λαγόνια του μπροστά, έμπηξε ξανά ολόκληρο τον ψώλαρό του στην ξεχαρβαλωμένη κωλοτρυπίδα της κι ύστερα έπιασε να την ξεκωλιάζει όσο πιο βάναυσα και ξέφρενα του επέτρεπαν οι αντοχές του

-    «Αουχ, ναι γαμιά μου, έτσι.. μη με λυπάσαι! Βγάλε μου τα άντερα απ’ τον κώλο!», βόγκηξε από ευτυχία η αχαλίνωτη κι αμετανόητη πόρνη.

Σε αντίθεση με το φουκαρά κληρικό που παρακολουθούσε συγκλονισμένος από φρίκη το γαϊδουρινό πούτσο του εραστή της να της ανασκάπτει την κωλοτρυπίδα.

-    «Αγάντα, Θεόκλητε, τα βάσανά σου τελειώνουν. Θα χύσω, καριόλα!», δήλωσε το κτήνος.

Η πρεσβυτέρα έκανε αυτόματη αναστροφή, μάγκωσε με τις χειλάρες της το γυαλιστερό απ’ τα υγρά του κώλου της ψωλοκέφαλο του, κι άρχισε να το βυζαίνει με ειδεχθή βουλιμία, κυριολεκτικά, μες στα μούτρα του άντρα της!

-    «Αχ ναι! Ρούφα καύλα μου. Αυτό είναι! Χύνω!!!», γκάριξε ο Σιρίλ.

Της έσπρωξε το κεφάλι πίσω και το κράτησε ακίνητο με το ένα χέρι και μαλακίζοντας την ψωλή του με το άλλο, της έλουσε τη μάπα με έννα πίδακα παχιάς κρέμας, μερική απ’ την οποία βρήκε και το Θεόκλητο, που, με το στομάχι δεμένο κόμπο από αηδία, άρχισε να ξερνοβολάει. Η Θεοδούλη του έριξε μια μονάχα στιγμιαία ματιά απέραντης απέχθειας, κι ύστερα έπιασε να βυζαίνει επιμελώς τη βάλανο του εραστή της, παραμονεύοντας για σπέρμα.

Η επιμονή της ανταμείφθηκε όταν το παχύδερμο σφίχτηκε κι αμόλησε μια μακριά, παχύρρευστη βλέννα απ’ την ουρήθρα του, την οποία η ελεεινή τσούλα άρπαξε με τις χειλάρες της και την καταβρόχθισε, γουρλώνοντας τα μάτια και πλαταγίζοντας τα χείλη της απολαυστικά, σα να γευόταν την πιο εκλεκτή λιχουδιά! Αυτή ήταν κι η τελευταία εικόνα που κράτησε ο Θεόκλητος από εκείνη. Ωστόσο, για πρώτη φορά όσο διαρκούσε το μαρτύριό του, η απεχθής σκηνή δεν του έκανε καμία αίσθηση.. αυτή δεν ήταν η γυναίκα του, αλλά μια ξένη...

Τέλος

(Copyright protected OW ref: 34768)