Μια ανοησία μου που την πλήρωσα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Μια ανοησία της Τζένης, έγινε η αφορμή να προσελκύσει έναν άγνωστο άντρα και να γίνει υποχείριο στις σεξουαλικές ορέξεις του… χωρίς τη θέληση της.

Η ιστορία:

Σταμάτησα στο ξέφωτο κάτω κοντά στη θάλασσα. Ήταν ένα ανοιξιάτικο απόγευμα και το φως της ημέρας ήταν ακόμη αρκετό. Προχώρησα προς τη θάλασσα. Από μακριά είδα κάποιον να με κοιτάζει. Δεν έδωσα σημασία και προχωρώντας κατέβηκα σε ένα σημείο των βράχων που με έκρυβε από τα μάτια κάποιων πιθανόν αδιάκριτων.

Άρχισα να βγάζω τα ρούχα μου μένοντας τελείως γυμνή φορώντας μόνο από πάνω το φανελάκι μου που έφτανε μέχρι την μέση των μηρών μου σα φούστα. Από κάτω δεν φορούσα τίποτε ούτε το σουτιέν μου. Στεκόμενη έτσι όρθια κοίταζα τον εαυτό μου. Μου άρεσε η θέα των καλλίγραμμων λευκών ποδιών μου, το υποτιθέμενο φουστανάκι μου και τα στητά στήθη μου.

Δεν είχε περάσει ούτε ένα δεκάλεπτο όταν τον είδα σχεδόν μπροστά μου σε απόσταση τριάντα μέτρων. Με κοίταζε επίμονα προσπαθώντας να καταλάβει τι έκανα και αν εκείνο που κάλυπτε το σώμα μου ήταν τα ρούχα μου ή αυτό που πραγματικά έβλεπε. Ήθελε να είναι σίγουρος για τις αντιδράσεις μου. Έπιασε το πουλί του πάνω από το παντελόνι και το πίεζε δυνατά. Τον κοίταζα κλεφτά πιστεύοντας ότι θα φύγει. Τίποτε, επέμενε και σε λίγο την έβγαλε έξω και την έπαιζε. Ήταν αρκετά μεγάλη.

Μαζεύτηκα και βάζοντας ενστικτωδώς το ένα χέρι μου στα στήθη μου και το άλλο μπροστά στο φανελάκι και γέρνοντας λοξά τα πόδια μου πιέζοντας τους μηρούς προσπάθησα να αντιδράσω. Αυτό πιθανόν να τον ερέθισε περισσότερο. Τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου και πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω αλλά ούτε και προλάβαινα να κάνω κάτι άλλο.

-    «Τι κάνεις εδώ;»

Δεν απάντησα.

-    «Τι φοράς; Μου φαίνεσαι ότι είσαι γυμνή από κάτω…»

Πάλι δεν απάντησα.

-    «Σήκωσε την φανέλα σου να σε δω από κάτω».

Πίεσα με το χέρι μου περισσότερο το ρούχο στους μηρούς μου.

-    «Σήκωσε την!» μου λέει ξανά.

Αρνήθηκα και τότε με το χέρι του με τραβάει προς τα πίσω. Χάνω την ισορροπία μου και προσπαθώ να πιαστώ από κάπου. Έτσι ελευθερώνοντας την φανέλα μου με πιάνει και την σηκώνει προς τα πάνω μέχρι τους ώμους, αφήνοντας να φανεί όλη η γύμνια μου από κάτω μέχρι και τα στήθη μου.

-    «Τι έγινε; Δε φοράς τίποτε;».

Και κρατώντας με έτσι άρχισε να με πιέζει πάνω στον βράχο.

-    «Βγάλε το πανί που φοράς γιατί θα στο σκίσω!» μου λέει.

Αρνήθηκα και με τα χέρια μου το επανέφερα και το κρατούσα πάνω στα μπούτια μου. Με πίεσε με το σώμα του δυνατά ενώ το γόνατό του προσπαθούσε να χωθεί ανάμεσα στα κλειστά και σφιχτά πόδια μου. Με τα χέρια του μου πήρε με δύναμη τα δικά μου και τα σταύρωσε ανοιχτά πάνω στο βράχο που ήταν πίσω μου.

-    «Μην αντιστέκεσαι. Δεν θα γλιτώσεις από αυτό που θα σου συμβεί».

Με πίεζε συνεχώς με το πόδι του μέχρι που τα δικά μου άνοιξαν τελείως. Όπως μου είχε τα χέρια ψηλά, το φανελάκι από κάτω είχε ανέβει μέχρι ψηλά, αφήνοντας να φαίνεται το πράμα μου. Το χέρι του κατευθύνθηκε εκεί και πιέζοντας με το σώμα του άρχισε να το πιάνει με δύναμη προσπαθώντας να μπει ακόμα πιο μέσα.

-    «Έχεις ωραίο σώμα! Και το μουνί σου από ότι βλέπω είναι βρεγμένο…!» μου λέει ενώ το άλλο του χέρι είχε μπει και αυτό κάτω από την φανέλα πιάνοντας το σώμα μου και τα βυζιά μου. «Να ήξερες τι σε περιμένει πουτανάκι δεν θα το ξανάκανες αυτό άλλη φορά».

Χαλάρωσα λίγο και μετά απότομα του ξέφυγα. Μα για λίγο γιατί αμέσως με έπιασε από πίσω με τη φανέλα. Με έπιασε από τα μαλλιά με δύναμη και με γονάτισε κάτω. Το πουλί του ήρθε σχεδόν πάνω στο πρόσωπο μου. Ήταν ερεθισμένο και αρκετά μεγάλο.

-    «Το βλέπεις αυτό; Σε λίγο θα το νιώσεις κιόλας».

Έτσι όπως με είχε γονατισμένη το φανελάκι είχε ανέβει μέχρι την μέση μου και το μαύρο τριχωτό φαινόταν καθαρά.

-    «Πιάσ’ το και χάιδεψε το. Θέλω να σε δω να μαλακίζεσαι…», μου λέει.

Δεν τον άκουσα και τότε με χτύπησε με την ανάποδη του χεριού του στο πρόσωπο.

-    «Θα σε σημαδέψω αν δεν με ακούς».

Έβαλα το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια μου και άρχισα να χαϊδεύομε μπροστά του.

-    «Σήκω πάνω και ακούμπα με την πλάτη πάνω στον βράχο. Συνέχισε να χαϊδεύεσαι».

Έκανα ότι μου είπε, ενώ μου σήκωσε το ρούχο πάνω από τα βυζιά μου και συνέχισα να μαλακίζομαι. Με το άλλο χέρι κρατούσα το φανελάκι ψηλά έχοντας εκτεθειμένα και τα μικρά στητά αλλά και λευκά βυζάκια μου.

-    «Πιο γρήγορα με το μουνί σου. Θέλω να σε δω να χύνεις. Και τσίμπα τις ρώγες σου με το άλλο χέρι».

Συνέχισα στον ίδιο αλλά πιο γρήγορο ρυθμό. Με το άλλο χέρι χάιδευα και τσιμπούσα τις ρώγες μου. Πρόσεξα ότι είχαν ερεθιστεί και είχαν φουσκώσει. Το είδε και ο άγνωστος.

-    «Έτσι μπράβο! Θα δεις ότι θα σου αρέσει κι εσένα».

Σε λίγο αισθανόμουν από κάτω μια γλυκιά ζεστασιά να με πλημμυρίζει ενώ είχα μουσκέψει ολόκληρη. Ντράπηκα έτσι όπως ήμουν γυμνή μπροστά σε έναν άγνωστο και ασυναίσθητα έκλεισα τους μηρούς μου. Με το χέρι του με χτύπησε δυνατά στα μπούτια αφήνοντας μια κοκκινίλα και ένα τσούξιμο.

-    «Άνοιξε τα καριόλα! Θέλω να σε βλέπω να χύνεις».

Συνέχισα και δεν άργησα σε λίγο να αισθάνομαι αυτό που δεν ήθελα να γίνει τουλάχιστον μπροστά σε κάποιον που δεν ήξερα. Μια ζέστη άρχισε να με παίρνει και ένας χείμαρρος να με πλημμυρίζει, ενώ σπασμοί συγκλόνιζαν το σώμα μου. Άνοιξα χωρίς να το θέλω περισσότερο τα πόδια μου και ένας καταρράκτης από χύσια άρχισαν να τρέχουν πάνω στα μπούτια μου ενώ άθελα μου μια κραυγή έβγαινε από μέσα μου.

Κράτησε για κάμποση ώρα μέχρι να συνέλθω. Τον παρεκάλεσα να με αφήσει τώρα μια και έκανα ότι μου είπε. Είχα αφήσει το φανελάκι να σκεπάζει το σώμα μου ενώ τα μπούτια μου αν και μούσκεμα είχαν κλείσει το επίμαχο σημείο. Στεκόμουν εκεί μπροστά του, αδύναμη, εκτεθειμένη στις ορέξεις του.

-    «Βγάλ’ το αυτό που φοράς. Τώρα είναι η σειρά μου».

Δεν τον άκουσα και παρέμενα εκεί που ήμουν ακίνητη.

-    «Είπα βγάλ’ το! Θέλω να μείνεις τελείως γυμνή».

Και πάλι τον κοίταζα χωρίς να κάνω τίποτε.

-    «Άσε με!» του λέω. «Θέλω να φύγω».

Χωρίς απάντηση ορμάει πάνω μου με πιάνει από τα μαλλιά με δύναμη, ενώ με το άλλο χέρι μου σήκωνε το πανί που σκέπαζε την γύμνια μου. Από τον πολύ πόνο με ανάγκασε να βγάλω τελείως την φανέλα μένοντας ολόγυμνή. Με πίεσε προς τα κάτω και το τεράστιο καυλί του χώθηκε μέσα μου στο στόμα μου. Κάθε τόσο το έβγαζε και με χτυπούσε μ’ αυτό στο πρόσωπο ενώ συγχρόνως μ’ έβριζε χυδαία.

Μετά ξανά και ξανά μου γέμιζε το στόμα με το καυλί του ενώ σπρώχνοντας από πίσω με δύναμη το κεφάλι μου το κρατούσε μέσα μου αρκετή ώρα μέχρι που μου κοβόταν η αναπνοή. Τον έσπρωχνα με δύναμη προς τα έξω και τα σάλια μου έπεφταν στα βυζιά μου και στα πόδια μου. Ξανά με χτύπησε με τα χέρια του βρίζοντας με.

-    «Σήκω όρθια».

Υπάκουσα και τότε πιάνοντας με από την μέση με γύρισε από πίσω.

-    «Σκύψε! Θέλω να σε γαμήσω και από πίσω».

Του είπα να μην το κάνει και ότι δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Αντ’ αυτού με χτύπησε δυνατά πολλές φορές στον κώλο κάνοντάς με να φωνάξω δυνατά και με την δύναμη ανθρώπου, προφανώς γυμνασμένου, με έπιασε από την μέση και σφίγγοντας το σώμα του πάνω μου με τα χέρια του έσπρωξε το κεφάλι μου προς τα κάτω με δύναμη. Το σώμα μου λύγισε και ήρθε ο κώλος μου σε ευθεία με την καυλωμένη πούτσα του. Με δύναμη την έσπρωξε μέσα μου και ένας ξαφνικός πόνος με πλημμύρισε.

Προσπάθησα να τραβηχτώ και να ξεφύγω, δεν τα κατάφερα. Πονούσα πολύ και ούρλιαξα δυνατά. Το χέρι του με χτυπούσε από πίσω ενώ το άλλο με είχε πιάσει από τα μαλλιά και με έσπρωχνε μια μέσα, μια έξω με το σώμα του. Αισθανόμουν να με έχει διαλύσει και ένα κάψιμο να με τσούζει. Το έκανε αρκετή ώρα βρίζοντας με και χτυπώντας με ακατάπαυστά. Ύστερα βγάζοντας έξω το πουλί του με γύρισε από μπρος σαν μια κούκλα που την παίζει στα δάχτυλα και σπρώχνοντας με προς τα κάτω μου ζήτησε να του τον πάρω πίπα.

Έσκυψα και μετά γονάτισα μπροστά του. Το καυλί του μπαινόβγαινε μέσα μου σαν έμβολο ενώ τα χέρια του βοηθούσαν σπρώχνοντας το κεφάλι μου. Αργότερα βγάζοντας μια κραυγή δυνατή έβγαλε έξω το καυλωμένο πουλί του και άρχισε πραγματικά να με καταβρέχει με τα χύσια του παντού φωνάζοντας:

-    «Πάρτα μωρή σκρόφα! Όλα δικά σου!».

Το πρόσωπο μου γέμισε από σπέρμα και έσταζε πάνω στα βυζιά μου και στα μπούτια μου. Δεν έβλεπα σχεδόν καθόλου. Αισθανόμουν το σπέρμα να κυλά πάνω μου. Μού έδωσε μερικά σκαμπίλια δυνατά ενώ με την πούτσα του πίεζε δυνατά το πρόσωπο μου. Έβγαλε μια χαρτοπετσέτα και σκουπιζόταν.

Αφού ντύθηκε πιάνοντας με δυνατά από τα μαλλιά με ευχαρίστησε και με χτύπησε στο πρόσωπο με το χέρι του ενώ γυρίζοντας να τον αποφύγω μου έδωσε δυο δυνατές παλαμαριές στο κωλομέρι που με έκανε να φωνάξω. Καθόμουν γονατισμένη, ακίνητη και μούσκεμα από τα χύσια του… δεν έλεγα τίποτε. Με κοίταζε έτσι όπως ήμουν και σίγουρα του άρεσε το θέαμα που παρουσίαζα με την γύμνια μου και εκτεθειμένη στις ορέξεις του.

-    «Πουτανάκι, δεν σε χορταίνω. Σήκω όρθιο να σε δω».

Σηκώθηκα και τα χύσια είχαν ήδη σχεδόν ξεραθεί πάνω στα βυζιά μου. Μου τα έπιασε με δύναμη σφίγγοντάς τα και φιλώντας τα, ενώ το άλλο του χέρι του χώθηκε ανάμεσα στα σκέλια μου και τα δυο του δάχτυλα βυθίστηκαν βαθιά μέσα στο υγρό μουνάκι μου. Με πίεζε πάνω στο βράχο με το σώμα του γυμνή όπως ήμουν. Έμεινε για λίγο έτσι και μετά με άφησε φεύγοντας χωρίς κουβέντα. Πλύθηκα με νερό της θάλασσας και γρήγορα ντύθηκα έφυγα από ‘κει.

(Copyright protected OW ref: 33688)