Στο Πόρτο Χέλι (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Τελικά δεν θα αποκαλυφθεί η φίλη μας αλλά σήμερα θα δοκιμάσει την διπλή… διείσδυση.

Η ιστορία:

Το πρωί περίμενα την αδερφή μου για να κατέβουμε για πρωινό. Φοβόμουνα να κατέβω μόνη, μην ξέροντας τι θα αντιμετωπίσω. Ο πατέρας μου έλειπε για ψώνια, η θεία, ο κύριος Βασίλης και η μητέρα μου στην αυλή πίνανε καφέ. Τίποτα διαφορετικό, ακόμα και όταν ο κύριος Βασίλης ρώτησε πως περάσαμε, δεν έδειξε καμία περίεργη διάθεση. Ηρέμησα και σκέφτηκα ότι μάλλον αυτός πιο πολύ δεν θα ήθελε να αποκαλυφθεί κάτι.

Κατεβήκαμε στην παραλία με την αδερφή μου, στο δρόμο μου ζήτησε να μην μου ξεφύγει τίποτα στην παρέα για το χθεσινό της σκηνικό με τον Δημήτρη, καθώς ήταν φίλος με τον Τζώρτζη. Ο Τζώρτζης σχεδόν κάθε καλοκαίρι, που μέναμε στο εξοχικό της θείας, ήτανε κατά κάποιο τρόπο ο γκόμενος των διακοπών της Βίκυς και όλοι το ξέρανε ότι ήταν γκόμενα του. Ένα ψηλό, πολύ ωραίο αγόρι γύρω στα 23, γυμνασμένος σχετικά, μελαχρινός με φοβερά μάτια. «Κι άλλο κέρατο η Βικούλα» σκέφτηκα.

Το απόγευμα που γυρίσαμε και ξαπλώσαμε, στο μυαλό μου στριφογύριζε στην προηγούμενη νύχτα. Άρχισα να ερεθίζομαι τρελά. Είδα ότι η Βίκυ είχε γυρίσει πλάτη και κοιμότανε στο απέναντι κρεβάτι και ασυναίσθητα άρχισα να χαϊδεύω το στήθος μου. Δεν μπορούσα να απαλλαγώ από την εικόνα του Δημήτρη να γαμάει την αδερφούλα μου στημένη στην αποθηκούλα και το καυλί του κύριου Βασίλη μπροστά μου να μαλακίζεται. Γλίστρησα το χέρι μου, κάτω από το σεντονάκι μέσα από το σορτς μου, και άρχισα να χαϊδεύω την τρυπούλα μου. Είχα τρελαθεί από καύλα.

Οι εικόνες άρχισαν να μπερδεύονται στο μυαλό μου… Τη μια ήμουνα εγώ στημένη με τον Δημήτρη να με πηδάει με δύναμη ενώ την άλλη ρούφαγα το καυλί του κύριου Βασίλη και έπαιρνα μάτι την αδερφή μου. Έπαιζα την κλειτορίδα μου, προσέχοντας μην με καταλάβει η Βίκυ. Για μια στιγμή φαντάστηκα τον Δημήτρη να με πηδάει ενώ με έχυνε στη μάπα ο κύριος Βασίλης. Ένιωσα το μουνί μου να χύνει. Με πιάσανε σπασμοί. Έπνιξα το βογκητό μου και φυλάκισα το χέρι μου με τα πόδια μου. Ήμουνα μούσκεμα. «Τι καύλες είναι αυτές;» σκέφτηκα.

Ξεκινήσαμε να ντυνόμαστε για το βράδυ. Φόρεσα ένα άσπρο φορεματάκι της αδερφής μου, όχι πολύ κοντό αλλά με βαθύ ντεκολτέ και όλη την πλάτη έξω, κόκκινα πεδιλάκια και ένα κορδόνι στρινγκ της Βίκυς, πολύ καύλα. Η διάθεση μου είχε αλλάξει. Ήθελα να πηδηχτώ.. το καταλάβαινα. Ευτυχώς δεν με είδε ο μπαμπάς ντυμένη έτσι, και την Βίκυ ντυμένη τσόντα γιατί μπορεί να μην μας άφηνε να βγαίναμε. Ο κύριος Βασίλης μας κατέβασε στο Beach Bar που θα πηγαίναμε. Ένιωθα να με κοιτάει διακριτικά από τον καθρέφτη και με καύλωνε που του άρεσα.

Στο Beach Bar ήτανε δυο φίλες και ο Δημήτρης με ένα φίλο του από Αθήνα. Με έκπληξη είδα και τον Τζώρτζη εκεί. Η αδερφή μου, χαλαρή. Όλο το βράδυ κολλημένη πάνω του. Ο Δημήτρης, για να μην καρφωθεί, μίλαγε με τον φίλο του, τον Κώστα, έναν σχετικά χοντρούλη αλλά πολύ συμπαθητικό. Με πειράζανε και με κερνάγανε σφηνάκια. Είχα αρχίσει να μεθάω. Η αδερφή μου είπε να περιμένω εκεί ενώ θα πήγαινε μια βόλτα με τον Τζώρτζη. Νευρίασα και της είπα να πάει όπου θέλει και ότι θα πάρω ταξί, και θα φροντίσω να μην με ακούσει κανείς στο σπίτι.

Ο Δημήτρης που είδε το σκηνικό, προσφέρθηκε με το φίλο του να με γυρίσει. Η Βίκυ έφυγε κι εμείς ήπιαμε μερικά σφηνάκια ακόμα. Είχα αρχίσει να ζαλίζομαι πολύ. Έκατσα πίσω στο αμάξι και ο Δημήτρης μαζί μου για να με προσέχει καθώς με το ζόρι στηριζόμουνα. Ξάπλωσα στα πόδια του και ξεκινήσαμε. Δεν καταλάβαινα πολλά, αλλά αισθανόμουν τα χέρια του να μου χαϊδεύουν σιγά σιγά τα μαλλιά, το λαιμό, το στήθος ψηλά.

Δεν το σταμάτησα, δεν ξέρω γιατί… Μου άρεσε πολύ. Το άλλο του χέρι ακουμπούσε μια στο κωλαράκι μου και μια στα γυμνά μου μπούτια. Είχα μεθύσει τόσο, που δεν θυμάμαι το ενδιάμεσο και πως βρέθηκα να είμαι πάνω του στο πίσω κάθισμα και να φιλιόμαστε τρελά, τα χέρια του να χουφτώνουν τα βυζιά και τα κωλομέρια μου τόσο, που πρέπει να κοκκινίζανε. Κατάλαβα, ότι είχαμε σταματήσει σε μια ερημιά.

-    «Ο Κώστας;» ρώτησα.

-    «Τον αφήσαμε» μου είπε και μου σήκωσε τη φούστα.

-    «Τι κορδόνι είναι αυτό μωρό μου;» τον άκουσα να λέει. «Πέταξες τα βυζάκια έξω, σήμερα καυλάκι..;»

Εγώ απαντούσα μια στα τόσο ναι, ζαλισμένη και καυλωμένη απίστευτα. Με έσπρωξε λίγο μπροστά και κατέβασε το τζιν του. Με έβαλε να κάτσω αμέσως πάνω στον πούτσο του, χωρίς ούτε καν δαχτυλάκι για να με καυλώσει. Ένιωθα να με ανοίγει σιγά σιγά όλη. Βόγκηξα σαν σκύλα… δεν ήξερα τι έκανα… που ήμουν… Με πήδαγε ενώ με πίεζε πάνω του κι εγώ το μόνο μου έβλεπα ήταν τη θέα από το πίσω παράθυρο του αυτοκινήτου. Με γάμαγε πολύ άγρια, χτυπώντας πολύ δυνατά τον κώλο μου και αποκαλώντας με συνέχεια πουτανάκι και καυλίτσα.

-    «Έτσι σου αρέσει πουτανάκι, σαν την αδερφούλα σου;»

Δεν απάνταγα ενώ συνέχιζε να με σουβλίζει. Ένιωθα τα υγρά μου να τρέχουνε πρώτη φορά έτσι.  Άκουσα ένα περίεργο ήχο, έστριψα το κεφάλι μου και τα έχασα. Ο φίλος του ο Κώστας από τη θέση του οδηγού πέρναγε στο πίσω κάθισμα. Πήγα να κουνηθώ αλλά με κόλλησε πάνω του.

-    «Έλα μωράκι, αφού το θέλεις…» τον άκουσα να λέει, ενώ ένιωθα την παλάμη του Κώστα στα βυζιά μου.

Ακόμα δεν ξέρω γιατί δεν αντέδρασα όταν με αλλάξανε θέσεις και με στήσανε στο πλάι να ρουφάω τον πούτσο του Δημήτρη, ξέροντας ότι θα έστηνα τον κώλο μου στον χοντρούλη φίλο του. Ο Κώστας άνοιξε λίγο τα κωλομέρια μου και έγλειψε λίγο την κλειτορίδα, όσο μπορούσε, καθώς δεν ήταν και πολύ βολικά. Σχεδόν αμέσως άρχιζε να χώνει το καυλί του στο μουνί μου, λες και ήθελε να με κάνει να ουρλιάξω. Κουνιόμουνα μπρος πίσω, με τον πούτσο του Δημήτρη να μπαίνει όλος μέσα στο λαρύγγι μου. Με σκίζανε δυο πούτσες πρώτη φορά. Με χτυπάγανε και ο Δημήτρης με έφτυνε στο πρόσωπο. Με ερεθίζανε όλα.

-    «Καριολάκι ρούφα! Είσαι πουτανάκι μεγάλο ε;»

Δεν απάνταγα. Άρχισα να χύνω πρώτη φορά στη ζωή μου ενώ με πηδάγανε και όχι με γλειφομούνι ή δάχτυλο. Είχα μπερδέψει το πόση ώρα με σκίζανε μέχρι που άκουσα τη φωνή του Δημήτρη:

-    «Θα σε χύσω καύλααα!!!»

Ζεστό σπέρμα στο στοματάκι μου έτρεχε κι εγώ ρούφαγα. Ακόμα δεν τα είχα πιει όλα… νομίζω όταν με γύρισε ο Κώστας και άδειαζε τα δικά του χύσια πάνω στα βυζιά μου με το πουτσοκέφαλο του να μου κουνάει τη ρώγα. Ντυθήκαμε, κάναμε ένα τσιγάρο και γυρίσαμε. Εγώ σχεδόν αμίλητη. Στο γυρισμό και οι δυο ήτανε πολύ τρυφεροί και καθησυχαστικοί, καμία σχέση με τα ζώα που μόλις είχανε εκμεταλλευτεί το μεθύσι μια μικρότερης τους.  Έφτασα σπίτι και τρύπωσα από την κουζίνα μέσα και αμέσως στο κρεβάτι. «Τι κάνω φέτος; Τι άλλο θα κάνω…;» σκέφτηκα.

(Copyright protected OW ref: 33393)