Οι κόρες του αφεντικού (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Επίθεση δέχεται από την κόρη του αφεντικού ο φίλος μας που θα αποδειχθεί μεγάλο ξεκωλάκι.

Η ιστορία:

Η ιστορία συνέβη πριν από δέκα χρόνια. Από τότε που ξεκίνησα το Γυμνάσιο, κάθε καλοκαίρι δούλευα σε ένα βιβλιοπωλείο ενός γνωστού του πατέρα μου, κυρίως για να βγάζω χαρτζιλίκι. Εκείνο το καλοκαίρι είχαν αλλάξει λίγο τα πράγματα, μιας και ήμουν ο μόνος που θα δούλευε την αποθήκη, μιας και ήμουν πλέον δεκαοκτώ. Είχα μόλις δώσει Πανελλήνιες και περίμενα τα αποτελέσματα, οπότε δούλευα παραπάνω γιατί θα χρειαζόμουν τα λεφτά στο ξεκίνημα μου ως φοιτητής.

Το αφεντικό είχε δυο κόρες, την Μαρία και την Ντίνα. Η Μαρία ήταν στην ηλικία μου και ήμασταν και στην ίδια τάξη. Ήταν γύρω στο 1.75, με κοντά κόκκινα μαλλιά και γεμάτα, κόκκινα χείλη. Το στήθος ήταν μέτριο, αλλά το κωλαράκι της ήταν μεγάλο και στρουμπουλό. Η Ντίνα ήταν λίγο κάτω από το 1.70, με μακριά μαύρα μαλλιά και μεγάλα καστανά μάτια. Είχε πιο γυμνασμένο σώμα από την αδερφή της και ελαφρώς πιο σκούρο δέρμα. Το στήθος ήταν μικρό, αλλά το κωλαράκι της ήταν μικρό και πεταχτό. Η Ντίνα ήταν δεκαεπτά.

Όπως είπα, με την Μαρία πηγαίναμε μαζί σχολείο. Ήξερα ότι ήταν λίγο σνομπ και είχα φάει και ‘’χυλόπιτα’’ έναν χρόνο πριν, αλλά όσο δούλευα στο μαγαζί δεν είχαμε πρόβλημα. Εκείνο το καλοκαίρι έτυχε της Παναγίας (15 Αυγούστου) να κάτσει Δευτέρα. Έτσι το μαγαζί θα ήταν κλειστό για τρεις μέρες (Κυριακή, Δευτέρα, Τρίτη). Γύρω στις 10 του μήνα είχαμε παραλάβει την ‘’μεγάλη’’ παραγγελία με σχολικά βιβλία και τσάντες και έπρεπε να ταξινομηθούν. Επειδή το αφεντικό γιόρταζε τη Δευτέρα, του είπα ότι θα πήγαινα εγώ τις τρεις μέρες που θα ήμασταν κλειστά να τα φτιάξω. Μου έδωσε τα κλειδιά και έτσι βρέθηκα Κυριακή πρωί στην αποθήκη για δουλειά.

Η αποθήκη ήταν ουσιαστικά ένα ημι-υπόγειο διαμέρισμα στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Ενώ είχε άπλετο χώρο για τη δουλειά που το θέλαμε, δεν είχε αερισμό. Είχε μόνο ένα μικρό παράθυρο στο επίπεδο του δρόμου που έβλεπε στον ακάλυπτο, με αποτέλεσμα κάθε καλοκαίρι να είναι φούρνος.

Ήταν κοντά στις τέσσερις το απόγευμα όταν άκουσα την Μαρία να μου φωνάζει ότι ήρθε στο μαγαζί. Εγώ ήμουν στην αποθήκη, φορώντας ένα κομμένο τζιν που είχα κάνει σορτς και αθλητικά. Η μπλούζα μου ήταν πεταμένη πάνω σε κάτι κιβώτια λόγω ζέστης. Η Μαρία κατέβηκε τα λίγα σκαλιά και μπήκε στην αποθήκη. Φορούσε ένα κοντό μοβ φορεματάκι και αθλητικά. Εκείνο που παρατήρησα αμέσως ήταν ότι δε φορούσε σουτιέν, μιας και οι ρώγες της προσπαθούσαν να σκίσουν το λεπτό ύφασμα που τις κάλυπτε.

-    «Τι έγινε Αλέξη; Όλα καλά;»

-    «Καλά μωρέ, απλά ζέστη…» της απαντάω.

Παρατήρησα ότι κοιτούσε το στήθος μου. Είχα περάσει το χειμώνα πηγαίνοντας γυμναστήριο και το καλοκαίρι, με τις κούτες που κουβαλούσα, είχα φτιάξει αρκετά το σώμα μου.

-    «Θες βοήθεια με τίποτα;» με ρώτησε.

-    «Μπα, κοντεύω να τελειώσω έτσι κι αλλιώς…» της απάντησα και γύρισα να τακτοποιήσω κάποια βιβλία που είχα στα χέρια μου.

-    «Είσαι σίγουρος ότι δεν θες κάτι;» με ξαναρώτησε, αυτή τη φορά η φωνή της ακούστηκε πιο κοντά μου.

Γυρίζω και παραλίγο να πέσω επάνω της. Είχε πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής, αλλά δεν ήταν εκεί το θέμα. Το μικρό μοβ φόρεμα είχε εξαφανιστεί και εκτός από σουτιέν, δεν φορούσε ούτε κιλοτάκι. Το μουνάκι της ήταν τελείως ξυρισμένο.

-    «Είσαι σίγουρος ότι δεν θες τίποτα;» με ξαναρώτησε, αυτή τη φορά όμως οι ρώγες της ακουμπούσαν στο στήθος μου.

-    «Τι κάνεις;» τη ρώτησα με κομμένη την ανάσα.

-    «Ξέρω ότι με θες και σε θέλω κι εγώ!» μου απάντησε.

Πριν προλάβω να απαντήσω, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της και με φίλησε (είμαι κοντά στο 1.90), ενώ το χέρι της χάιδευε το φούσκωμα στη βερμούδα μου. Δεν ήθελα άλλη πρόσκληση. Την έσφιξα επάνω μου και χούφτωνα την κωλάρα της ενώ φιλιόμασταν. Όταν σταματήσαμε το φιλί, έπεσα στα γόνατα και μου ξεκούμπωσε την βερμούδα. Μου κατέβασε την βερμούδα μαζί με το μποξεράκι και ο πούτσος μου πετάχτηκε έξω, χτυπώντας την στο σαγόνι. Είναι κοντά στους 20 πόντους, λίγο χοντρός.

-    «Μμμμμ…» είπε, ενώ έγλειφε τα χείλη της. «Όλο αυτό είναι για μένα;» με ρώτησε.

Για απάντηση, της άρπαξα το κεφάλι και το έσπρωξα στον πούτσο μου. Δεν δίστασε ούτε μια στιγμή. Τον πήρε με την μια μέσα και άρχισε να με γλείφει. Προσπάθησε κάνα δυο φορές να με πάρει όλο μέσα, αλλά επειδή δεν τα κατάφερνε, επιδόθηκε στο κλασικό τσιμπούκι. Σε κάποια φάση, άρπαξα το όμορφο κεφαλάκι της και άρχισα να το γαμάω το στόμα. Η αγαμία που περνούσα εκείνο το διάστημα με έφερε γρήγορα σε οργασμό και φώναξα:

-    «Χύνωωωω!!!»

Πήγε να τραβηχτεί, αλλά της κρατούσα ακόμα το κεφάλι. Άδειασα μια σεβαστή ποσότητα σπέρματος στο στόμα της. Δεν έχασε σταγόνα.

-    «Αυτό ήταν;» με ρώτησε, όταν πλέον την άφησα.

Είχε ένα βλέμμα τσαντίλας. Για απάντηση της έσκασα ένα πουτσοσκάμπιλο με τον ακόμη καυλωμένο πούτσο μου. Την σήκωσα και την γύρισα πλάτη. Την έσπρωξα να λυγίσει πάνω στα κουτιά και επιτέθηκα με μανία στο εκτεθειμένο μουνάκι της με την γλώσσα μου. Ήταν εντελώς υγρή και ‘’εύγεστη’’! Όση ώρα την έγλειφα, εκείνη έβγαζε κραυγούλες ηδονής.

-    «Γάμα με! Χώσ’ τον μου επιτέλους!» μου είπε.

Σηκώθηκα και με μια κίνηση της τον έβαλα μέχρι τ’ αρχίδια στο μουνάκι της. Άρχισα να την γαμάω γρήγορα, ενώ εκείνη φώναζε. Όπως ήμασταν στην καύλα, της αρπάζω με το ένα χέρι τα μαλλιά και με το άλλο της έριχνα χαστούκια στα κωλομέρια της.

-    «Γάμα με την πουτάνα! Κάνε με να χύσω γαμιά μου!» και άλλα ωραία μου φώναζε.

Όλη αυτή την ώρα είχαμε μουσκέψει από τον ιδρώτα. Τα υγρά της έτρεχαν στα πόδια της. Τον βγάζω και την γυρίζω ανάσκελα πάνω στα κιβώτια. Βάζω τα πόδια της στους ώμους μου και σπρώχνω. Κι εκεί γίνεται το μοιραίο. Κάτι ότι δεν σημάδεψα όταν έσπρωξα, κάτι ότι γλιστράγαμε και οι δυο από τον ιδρώτα, έχωσα τον μισό πούτσο μου στον κώλο της.

-    «Ααααααα!!!» φώναξε.

Εγώ συνέχισα να σπρώχνω.

-    «Σταμάτα! Βγάλ’ το! Με πονάς!» φώναζε.

-    «Θα σ’ αρέσει σε λίγο!» της είπα.

-    «Σε παρακαλώ, βγάλ’ το! Δεν το έχω ξανακάνει από πίσω!» μου είπε, σχεδόν κλαίγοντας.

-    «Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά…» της είπα χαμογελώντας και έσπρωξα πιο βαθιά.

Άρχισε να βογκάει, πιο πολύ από πόνο, αλλά εγώ συνέχισα ακάθεκτος. Ο κώλος της ήταν στενός και πρέπει να έλεγε αλήθεια ότι δεν τον είχε ξαναπάρει από εκεί. Άρχισα να την γαμάω πιο γρήγορα, ενώ με το χέρι έπαιζα με το μουνάκι της.

-    «Αχ, καριόλη! Τι μου κάνεις! Με ανοίγεις στα δυο!» άρχισε να λέει.

Τελείωσε πριν από εμένα, αλλά ο οργασμός της έσφιξε πιο πολύ τον κώλο της, με αποτέλεσμα να είμαι έτοιμος να χύσω. Τον βγάζω και την τραβάω στα γόνατα. Πριν προλάβει να πει τίποτα, αρχίζω να χύνω στο πρόσωπό της. Την έκανα εντελώς άσπρη. Έγλειψε μερικά με τη γλώσσα της και μετά πήγε στο μικρό μπάνιο να πλυθεί. Όταν γύρισε, εγώ είχα ξαναβάλει τη βερμούδα μου. Φόρεσε το μικρό φορεματάκι της πάλι και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες.

-    «Θα τα πούμε πάλι αύριο...» γύρισε και μου είπε με ένα στραβό χαμόγελο.

Το τι συνέβη την επόμενη μέρα, στη συνέχεια...

(Copyright protected OW ref: 33350)