Τα αίσχη της εκβιαζόμενης καθηγήτριας (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Συνεχίζεται το ξέσκισμα της Δασκάλας και κάποια στιγμή που νομίζει ότι θα γλιτώσει από τον επίμονο μαθητή, την περιμένει μια έκπληξη…

 

Η ιστορία:

Κεφάλαιο 10

Λίγο μετά, πάρκαραν έξω από μια πολυκατοικία, μπήκαν στον προθάλαμο κι ο Ελία κάλεσε το ασανσέρ. Όταν επιβιβάστηκαν σ’ αυτό, με το που έθεσε τη μηχανή σε κίνηση, πατώντας το κουμπί, ο κωλοπαιδαράς όρμησε στη Μαρία ακάθεκτος, φιλώντας την ασφυκτικά και συνάμα χουφτώνοντας με το ένα χέρι τον κώλο της και τα στήθη της με το άλλο, ενώ εκείνη δεν πρόβαλλε την παραμικρή αντίσταση.

Όταν πια κατέλυσαν στο σαλόνι του, εκείνος την έγδυσε συνοπτικά, την κάθισε στον καναπέ, κάθισε πλάι της, κόλλησε την πλατιά σαν φτυάρι παλάμη του στο μουνί της κι έπιασε να το τρίβει, παρεμβάλλοντας τη μεσαία δαχτύλα του στα μουνόχειλα της. Η Μαρία έβγαλε ένα κλαψούρισμα κι έστρεψε το πρόσωπό της προς την αντίθετη πλευρά απ’ αυτή του μαθητή της, για να μη βλέπει πόσο την ερέθιζαν, παρά τη θέλησή της, τα χάδια του. Όμως το υγρό και πρησμένο φύλο της την πρόδιδε αδιάψευστα.

-    «Καύλωσες πάλι, μανάρι μου, ε; Χα χα!», αναφώνησε το ρεμάλι κι επιτάχυνε το ρυθμό με τον οποίον μαλάκιζε το μουνί της.

Έχοντας εξαντλήσει τα όρια της αυτοσυγκράτησής της, η Μαρία έπιασε να τινάζει σπασμωδικά το κορμί της πάνω - κάτω και το κεφάλι της δεξιά - αριστερά, βαριανασαίνοντας και λαχανιάζοντας, ώσπου παραδόθηκε σ’ έναν ατέλειωτο οργασμό.

-    «Αυτό είναι, καύλα μου! Χύσε! Μην το παίζεις ψυχρή. Αφού είσαι ηφαίστειο! Έλα τώρα, γδύσε με... », της είπε ο Ελία.

Εκείνη σηκώθηκε όρθια, μόνο και μόνο για να γονατίσει ανάμεσα στα πόδια του, τον ξεβράκωσε ανυπόμονα, βγάζοντας στη φόρα τα πελώρια...  προσόντα του και με την καρδιά να φλέγεται απ’ την ίδια βουλιμία που είχε νιώσει εκείνο το βράδυ στην τουαλέτα του σινεμά, κόλλησε τα χείλη της σα βεντούζες πάνω στα υπερμεγέθη αρχίδια του και τα ρούφηξε μ’ όλη της τη δύναμη, σχεδόν συρρικνώνοντάς τα!

-    «Χμ, καλά τα πας. Πριν συνεχίσεις όμως, έχεις αμελήσει ένα... θεματάκι, δε νομίζεις; Ξέχασες το δόλιο τον αντρούλη σου; Κάνε του κακομοίρη ένα τηλεφωνάκι για να μην ανησυχεί…», πρότεινε το τσογλάνι, με τη Μαρία να παραλύει απ’ το μέγεθος του θράσους του. «Άκουσες τι είπα, ψώλα; Τηλεφώνησε στον κερατούκλη σου τώρα!», πρόσταξε τούτη τη φορά το καθίκι, όταν την είδε να διστάζει.

Έχοντας πλήρη επίγνωση της ανήμπορης θέσης της, η Μαρία πήρε το κινητό της και κάλεσε το κινητό του συζύγου της.

-    «Έλα καρδιά μου, που είσαι; Σε περιμένουμε για να φάμε…», απάντησε ο Νίκος, πιο πολύ τρυφερά, παρά επιτιμητικά.

-    «Αχ μωρέ, το ξέρω, συγνώμη. Προέκυψε κάτι... έκτακτο σχολείο. Φοβάμαι ότι θα μου πάρει καμιά ώρα…», είπε νευρικά η Μαρία.

-    «Μη σκας, αγάπη. Εγώ και τα παιδιά θα φάμε και θα κάνουμε νάνι. Φιλιά!», απάντησε ο σύζυγός της κι έκλεισε το τηλέφωνο.

-    «Μπράβο… Αγάπη! Χα χα! Ο μαλάκας ο άντρας σου έχαψε το παραμύθι σα χάνος!», σχολίασε περιπαικτικά ο Ελία.

«Σκουλήκι!» σκέφτηκε η Μαρία με οργή, ωστόσο, αυτό δεν την εμπόδισε να βυζάξει το ψωλοκέφαλο του με μανία, λες κι ήθελε να το κόψει, για να καταλήξει με την ψωλή του στο λαρύγγι να τη ‘δουλεύει’ με ζήλο, κουνώντας το κεφάλι της πάνω - κάτω.

-    «Ουχ, ναι! Ρούφα, πουτάνα! Πιο δυνατά, πιο γρήγορα! Γαμότο μου, τι τσιμπούκι είναι αυτό!», γκάριξε ο Ελία στεντόρεια.

Λίγη ώρα μετά, της τράβηξε δυνατά τα μαλλιά, αναγκάζοντάς την, προς απογοήτευσή της (!), να ξεκολλήσει απ’ το καυλί του.

-    «Οκ, φτάνει. Ήρθε η ώρα να... συγυρίσω το μουνάκι σου!», της ανακοίνωσε απερίφραστα.

Ύστερα την ξανακάθισε στον καναπέ με τα πόδια ανοιχτά, γονάτισε ανάμεσά τους, γράπωσε το πέος του κι άρχισε να το κοπανά και να το τρίβει πάνω στην πρησμένη κλειτορίδα της, κάνοντάς την να συστρέφεται και να νιαουρίζει από καύλα! Κι όταν ο λεχρίτης έπιασε να σουβλίζει το κάθυγρο φύλο της, η καθηγήτρια, πρώτα εισέπνευσε, γεμίζοντας τα πνευμόνια της με αέρα, κι ύστερα άφησε μια τσιρίδα τόσο σπαραχτική, που σήκωσε στο πόδι όσα σκυλιά διέμεναν στην πολυκατοικία, τα οποία έπιασαν να αλυχτάνε πένθιμα!

Σκέφτηκε ενοχικά ότι ποτέ δεν είχε νιώσει έτσι με τον υπέροχο, μα σεξουαλικά... ανεπαρκή, άντρα της. Οι ενοχές της γιγαντώθηκαν, όταν ο Ελία έπιασε να ξεσκίζει το μουνί της με άγριες ψωλιές. Εκείνη, ενώ ούρλιαζε από ηδονή, σπαρταρώντας άγρια, σκεφτόταν, ότι η μαλαπέρδα του έφηβου γαμιά της έφτανε σε τέτοια βάθη μέσα της, που ούτε να... ονειρευτεί δεν μπορούσε το πουλάκι του Νίκου!

-    «Έτσι, ερωτιάρα μου, ούρλιαξε! Σ’ αρέσει που η ψωλάρα μου σου ξεχειλώνει το μούνο, ε;» τη ρώτησε χυδαία ο νεαρός.

-    «Αχ ναι, Θεέ μου, μ’ αρέσει! Δώσ' το μου άγρια. Είναι τρέλα!», άκουσε με φρίκη τον εαυτό της να ομολογεί η Μαρία!

-    «Πάρε να ‘χεις τότε, σκύλα!», φώναξε το κτήνος.

Έπιασε να ταλανίζει τη λεκάνη του ακόμα πιο γρήγορα, προκαλώντας στο φύλο της τον πιο συγκλονιστικό οργασμό που είχε ποτέ, ο οποίος την έκανε να χτυπάει το κεφάλι της στην πλάτη του καναπέ με... αυτοκτονική μανία! Η στάση της επηρέασε και τον Ελία, που απέσυρε τον πούτσο του απ’ το μουνί της και τον έχωσε ανάμεσα στα στήθη της.

-    «Σφίξε τον, μωρό μου, με τα πεπόνια σου!», τη διέταξε.

Η Μαρία, όχι μόνο υπάκουσε, αλλά, ενώ το κάθαρμα κουνούσε παλινδρομικά τη λεκάνη του, μαλακίζοντας την ψωλάρα του με τα βυζιά της. Κάθε φορά που έσπρωχνε μπροστά, φέρνοντας το ψωλοκέφαλο του κοντά στο στόμα της, εκείνη το μάγκωνε με τα χείλια της και το βύζαινε εξοντωτικά, επισπεύδοντας και τη δική του κορύφωση.

-    «Χύνω, γαμότο, χύνω! Πάρ’ τα στη μούρη, μωρή βρόμα!», κραύγασε ο Ελία.

Μαλάκιζε ξέφρενα το μαρκούτσι του, ενώ η ουρήθρα του εκτόξευε αλλεπάλληλες ριπές αχνιστής ψωλόκρεμας, που όλες ανεξαιρέτως μύστριζαν την καθηγήτριά του στο πρόσωπο! Όλως περιέργως όμως, εκείνη δεν ένιωσε καμία αηδία.. μόνο ηδονή!

Χωρίς δισταγμό, άρπαξε τον πούτσο του Ελία, αποδιώχνοντας το χέρι του με το χέρι της, τον τράβηξε, αναγκάζοντάς τον κάτοχό του να τον φέρει στο στόμα της, κι έπειτα βύζαξε τη βάλανό του, με μάτια γουρλωμένα από λαχτάρα, τρώγοντας τα τελευταία αποθέματα σπέρματος που ανάβλυζαν απ’ την ουρήθρα του, ενώ μούγκριζε σα ζώο!


Κεφάλαιο 11

Ο Ελία κοίταξε την... στολισμένη με το χύσι του μάπα της καθηγήτριάς του, προσπαθώντας να ανιχνεύσει σε αυτήν κάποιο συναίσθημα. Μολαταύτα, εκείνη παρέμεινε ανέκφραστη σα σφίγγα. Εντελώς σιωπηλή, μάζεψε αργά τα ρούχα της κι αμπαρώθηκε στην τουαλέτα, από όπου βγήκε μετά από κανένα δεκάλεπτο, καθαρή και σουλουπωμένη, κι έφυγε βεβιασμένα, δίχως να αρθρώσει την παραμικρή κουβέντα.

Όταν μπήκε στο αμάξι, έκλαψε με απόγνωση, που πήγαζε από την πλήρη αδυναμία της, τόσο να ξεφύγει από την αριστοτεχνική παγίδα του μαθητή της, όσο και να ελέγξει στο νοσηρό πάθος της για την ψωλή του. Στη μορφή της είχε χαραχτεί μια θλίψη τόσο εμφανής, που, σαν έφτασε σπίτι, ο Νίκος τη ρώτησε τι έτρεχε, με εκείνη να του σερβίρει το πρώτο ψέμα που της ήρθε, ότι, δήθεν, ήταν κουρασμένη.

Με το ίδιο μάλιστα ψέμα, αργά τη νύχτα, ματαίωσε την απόπειρά του να της κάνει έρωτα. Ωστόσο, δεν τόλμησε να ξεκαθαρίσει μέσα της αν το έκανε αυτό γιατί το αμαρτωλό μυστικό της δεν της άφηνε μυαλό για τίποτα άλλο, ή γιατί την αηδίαζε η προοπτική να τη γαμήσει με το πουλάκι του, μετά το υπέροχο ξεμούνιασμα που της είχε κάνει ο Ελία με τον τεράστιο ψώλαρο του!


Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 31340)