Τα αίσχη της εκβιαζόμενης καθηγήτριας

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Μια Δασκάλα θα βρει τον μπελά της με έναν αχόρταγο επίμονο και τρελά καυλωμένο μαθητή της. Το θέμα είναι αν θα ξεμπλέξει μαζί του ή θα φάει ένα τρελό ξέσκισμα…

Η ιστορία:

Κεφάλαιο 1ο

Η Μαρία Βελλή* κατέφτασε στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Αθηνών τόσο χαρούμενη, που ένιωθε πιότερο ότι πετούσε, παρά ότι περπατούσε. Κατόπιν πολύχρονης περιπλάνησης στην επαρχία, είχε επιτέλους γυρίσει σπίτι της. Σ’ αυτό φυσικά είχε βοηθήσει κι η ταυτόχρονη μετάθεση του στρατιωτικού συζύγου της, που της έδωσε τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί το νόμο περί συνυπηρέτησης.

Οι δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει αυτά τα χρόνια, γέμιζαν... βιβλίο, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ το ταίρι της, κάθε χρόνο σ’ άλλο μέρος, να σέρνει μαζί και τα δυο παιδιά της, που δεν γινόταν φυσικά να αποχωριστούν τη μάνα τους στην πιο τρυφερή ηλικία τους. Τώρα όμως το μαρτύριο είχε τελειώσει, σκέφτηκε, ψάχνοντας τη νέα της τοποθέτηση στον πίνακα ανακοινώσεων.. Α, να το! Βελλή, 12ο Επαγγελματικό Λύκειο Αθηνών*, διάβασε και, χωρίς περιττές καθυστερήσεις, κίνησε για το νέο της σχολείο γεμάτη ορμή κι αισιοδοξία.

Η προσγείωσή της στην πραγματικότητα ήταν ανώμαλη, όταν έφτασε στο παμπάλαιο κτίριο και γνώρισε το διευθυντή, έναν γηραλέο, αδιάφορο κύριο, που, αντί να την καλωσορίσει, την πληροφόρησε απαθώς ότι είχε έρθει σ’ ένα από τα πιο κακόφημα και προβληματικά σχολεία της πόλης, του οποίου το μαθητικό δυναμικό αποτελούσαν, σε ποσοστό 70 %, αλλοδαπά αγόρια, μέλη ανήλικων συμμοριών.


Κεφάλαιο 2ο

Η Μαρία αναρωτήθηκε που είχε μπλέξει. Την άλλη κιόλας μέρα το έμαθε, σα μπήκε σε μια τάξη γεμάτη μαντράχαλους που έσκουζαν σαν παλαβοί! Μην έχοντας άλλη επιλογή, έβαλε τις φωνές. Τότε κάποιος από το πλήθος που συνωστιζόταν στη... γαλαρία της φώναξε «Άι γαμήσου, σκύλα!» κι όλοι σκάσανε στα γέλια, αφήνοντάς την να τους κοιτάζει σαν χαμένη για το υπόλοιπο της ώρας.

Στο διευθυντή δεν είπε τίποτα, κρίνοντας, απ’ την συνάντησή τους, πως δεν είχε καμία επιθυμία να τη συνδράμει. Μετά το διάλειμμα, μπήκε στην επόμενη τάξη ως ‘αμνός επί σφαγή’, επηρεασμένη από την πρότερη, εφιαλτική εμπειρία της. Προς ανακούφισή της όμως, το κλίμα ήταν πολύ καλύτερο, μιας κι οι μαθητές ήταν πολύ πιο λίγοι και σαφώς πιο ήσυχοι. Ωστόσο, ούτε αυτοί της έδιναν καμιά σημασία.

-    «Ρε παιδιά, τι συμβαίνει εδώ; Μάθημα δεν γίνεται καθόλου; Και τι συμπεριφορά είναι αυτή;», εξέφρασε ανοιχτά την αγανάκτησή της.

-    «Μη θυμώνετε, κυρία. Έτσι κάνουμε με όλους τους καθηγητές. Εμείς ερχόμαστε εδώ για το ‘χαρτί’…», απάντησε ένα μελαχρινό αγόρι.

Η Μαρία κοίταξε το μαθητή της εξεταστικά.. ήταν αναμφίβολα όμορφος και το γαλήνιο πρόσωπο απέπνεε ειλικρίνεια. «Βρε, τι έχουμε εδώ; Η κυρία είναι ‘μούναρος’! Και πόσο να ‘ναι; Καμιά 35αριά, το πολύ…», σκέφτηκε ο Ελία, ξεσκολίζοντας κι αυτός με τη σειρά του τη γυναίκα με τα μακριά, μαύρα μαλλιά, τα μεγάλα μελιά μάτια, τα σαρκώδη χείλη και το κορμί με τις πλούσιες καμπύλες.


Κεφάλαιο 3ο

Ο Αλβανός Ελία Κούστα έκοψε κάθε δεσμό με την οικογένειά του και ξεκίνησε να ζει μόνος στα δεκατέσσερα χρόνια του. Στα δεκαεπτά του, ήδη ηγείτο της πιο επικίνδυνης, ανήλικης συμμορίας της περιοχής. Παρά την αναμφίβολη σκληρότητά του, την επιτυχία του όφειλε πρωτίστως στην πανουργία του, που του επέτρεπε να εξαπατά και να χειραγωγεί τους πάντες, προκειμένου να αποκτήσει αυτό που ήθελε.

Από την πρώτη φορά που είδε τη Μαρία, ο Ελία αποφάσισε ότι θα την κατακτούσε με κάθε κόστος. Είχε αυτόν το συνδυασμό κορμιού πλασμένου για αμαρτίες και ψυχρής, διανοουμενίστικης ανωτερότητας που τον ξετρέλαινε κι έκανε το καυλί του να στέκεται... προσοχή.

Κατέστρωσε κι εφάρμοσε το σχέδιό του ταχύτατα, πείθοντας εύκολα τους συμμαθητές του - που τον έτρεμαν - να της συμπεριφέρονται άψογα, ενώ συνάμα εκείνος της έδειχνε σεβασμό και διέπρεπε στο μάθημά της, αξιοποιώντας την έμφυτη ευφυΐα του. Έτσι, κέρδισε την εύνοιά της αφενός, κι αφετέρου, χαλάρωσε τις άμυνες της, σε σημείο εκείνη να συζητά μαζί τους πιο πολύ σαν φίλη απ’ ότι καθηγήτρια.


Κεφάλαιο 4ο

Οι Ηλεκτρονικοί της Γ’ Λυκείου αποτελούσαν όαση για τη Μαρία.. ήταν το μόνο τμήμα όπου αισθανόταν πως δίδασκε πραγματικά. Το ‘πουλέν’ της βέβαια ήταν ο Ελία. Εκτός του ότι ήταν ευφυέστατος, πάντα της φερόταν μ’ ένα σεβασμό που κυριολεκτικά την σκλάβωνε.

Τέτοια παιδιά αξίζανε κάθε θυσία, γι’ αυτό κι εκείνη ξόδευε ακόμα και τα κενά της, ακούγοντας τις έγνοιες που βασάνιζαν τα νεανικά τους μυαλά. Μέχρι και σινεμά τους πήγε, ένα σαββατόβραδο, ως ανταμοιβή για τη φιλομάθεια και την άψογη συμπεριφορά τους.


Κεφάλαιο 5ο

Ο Ελία συμμετείχε στην έξοδο, θεωρώντας την ευκαιρία ιδανική, για να κάνει τη μεγάλη... κίνηση. Όσο διαρκούσε το πρώτο μέρος της ταινίας, καθόταν σε καρφιά, τρέμοντας από αδημονία. Στο διάλειμμα, βγήκε στον προθάλαμο με δυο τσιράκια του, τον Άκο και τον Έντι. Ωστόσο, η καρφωμένη στην πόρτα της αίθουσας προβολής ματιά του, εντόπισε αμέσως την κυρία Βελλή, όταν κίνησε για τις τουαλέτες.

-    «Παίδες, το αρνί άφησε το μαντρί. Ώρα για δράση», είπε συνθηματικά στα κολλητάρια του.

Στα οποία, όχι μόνο είχε εξομολογηθεί το σχέδιό του, αλλά τους είχε αναθέσει κι έναν... παράπλευρο ρόλο για την ευόδωσή του και κίνησαν όλοι μαζί στο κατόπι της Μαρίας. Η ταινία, μια ανιαρή διασκευή θεατρικού έργου, είχε προσελκύσει ελάχιστο κόσμο, γι’ αυτό και η ερημιά έξω από τις τουαλέτες ήρθε κουτί στα αγόρια, που μπήκαν αδίστακτα στο γυναικείο άβατο, κλείδωσαν την πόρτα από μέσα, προς αποφυγή απρόοπτων ενοχλήσεων, κι έκαναν ένα... πέρασμα μπροστά από όλες τις τουαλέτες, ανακαλύπτοντας ότι το μοναδικό που ήταν κλειστό, ήταν το προτελευταίο στη σειρά.

-    «Τέλεια!», ψέλλισε ο Ελία.

Οι λακέδες του, έχοντας ήδη μπουκάρει στα... όμορα, με την κατειλημμένο τουαλέτα κι έχοντας σκαρφαλώσει στις λεκάνες, τώρα έβγαζαν προσεκτικά τα κεφάλια τους πάνω απ’ τα χωρίσματα, κρατώντας τα κινητά τους ανά χείρας.


Κεφάλαιο 6ο

Με το που άνοιξε η Μαρία την πόρτα, ο Ελία την έσπρωξε ξανά μες στην τουαλέτα, μπήκε κι εκείνος ξοπίσω της και σφάλισε το σύρτη.

-    «Ελία, βγες έξω...», ψέλλισε η γυναίκα πιότερο αμήχανα παρά φοβισμένα, αδυνατώντας ακόμα να αποκωδικοποιήσει τι συνέβαινε.

-    «Γιατί, κυρία; Καλά δεν είμαστε εδώ οι δυο μας;», απόρησε δήθεν εκείνος.

Την στρίμωξε με το μακρύ, μυώδες σώμα του στο χώρισμα του κουβούκλιου κι εφάρμοσε τα χείλη του πάνω στα δικά της, χουφτώνοντας παράλληλα τα στήθια της σα να μην έτρεχε τίποτα! Η Μαρία τόξωσε αυτομάτως το κορμί της προς τα πίσω απελπισμένα, καταφέρνοντας να ξεφύγει από τον εναγκαλισμό του.

-    «Τι κάνεις εκεί, κτήνος; Σταμάτα!», του φώναξε με οργή.

Αλλά εκείνος έβγαλε από την πίσω τσέπη του παντελονιού του ένα παράξενο, κοντόχοντρο αντικείμενο, το οποίο η γυναίκα αναγνώρισε μόνο όταν είδε τη μακριά λεπίδα να πετάγεται άξαφνα από το εσωτερικό του.

-    «Σκασμός, βρόμα, γιατί θα σε κόψω φέτες!», μούγκρισε ο νεαρός.

Έπαιξε το στιλέτο μπροστά στα μάτια της επιδέξια για λίγο, κι όταν εκείνη παρέλυσε από τρόμο, το έχωσε διαδοχικά κάτω απ’ το πουλόβερ και τη φούστα της, κόβοντας το σουτιέν και το κιλοτάκι της. Ύστερα, της σήκωσε τα χέρια ψηλά, της ανέβασε το πουλόβερ μέχρι τους αγκώνες και το πέρασε πίσω απ’ το λαιμό της, επιτρέποντας έτσι στο κατεστραμμένο σουτιέν της να γλιστρήσει στο δάπεδο, με συνέπεια να χυθούν έξω τα μεγάλα, αφράτα και στητά στήθια της.

-    «Πω πω κάτι... ‘μπαλκόνια’, ρε πούστη μου!», θαύμασε το κτήνος.

Της κατέβασε τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη, φυλακίζοντάς τα εκεί με το μισοβγαλμένο πουλόβερ της, ζύγισε τους δυο επιβλητικούς, πεπονοειδείς, σάρκινους λόφους μες στις χούφτες του και ύστερα έτριψε αισχρά με τον αντίχειρα και το δείκτη του κάθε χεριού του τις καφετιές, δυσανάλογα μακριές θηλές της.

Η Μαρία απέστρεψε το πρόσωπό της με αηδία. Ωστόσο, δεν αντέδρασε, αφού η φρικτή απειλή του Ελία ηχούσε ακόμα στ’ αφτιά της. Επωφελούμενος της ακινησίας της, κείνος την έστρεψε γύρω από τον άξονά της, πίεσε την ράχη της - αναγκάζοντάς την έτσι να σκύψει και να τουρλώσει τα οπίσθιά της - ανέβασε τη φούστα της, την απάλλαξε από το κατεστραμμένο κιλοτάκι της και την υποχρέωσε να ανοίξει τα πόδια της, κλωτσώντας το εσωτερικό των πελμάτων της, σαν αστυνομικός που κάνει σωματική έρευνα σε ύποπτο.

-    «Έχεις φοβερή κωλάρα, μάνα μου!», δήλωσε μπάσα.

Έπιασε να θωπεύει χυδαία τους γυμνούς γλουτούς της, σέρνοντας βασανιστικά τη μεσαία δάχτυλα του κατά μήκος της σχισμής που τους χώριζε, ώσπου έφτασε στο φύλο της, το οποίο γρατζούνισε παρατεταμένα. Ένα ρίγος διαπέρασε τη Μαρία, το οποίο απέδωσε στην απέχθειά της. Όταν όμως το κωλόπαιδο τσίμπησε βίαια την κλειτορίδα της, η γυναίκα ένιωσε, προς μεγάλη της φρίκη, το μουνί της να συσπάται άγρια, να πρήζεται και να μουσκεύει σε κλάσματα δευτερολέπτου!

-    «Χο! Τι έγινε μανάρι μου; Άναψες; Γουστάρεις;», την τσίγκλισε ο Ελία, αντιλαμβανόμενος, όπως ήταν φυσικό, τι της συνέβαινε.

-    «Άι χάσου, κάθαρμα. Δεν ξέρεις τι λες…», του απάντησε εκείνη σκληρά, αναρωτώμενη όμως συνάμα με αγωνία γιατί είχε ερεθιστεί.

Σκέφτηκε ότι ίσως ήταν μια μηχανική αντίδραση, αλλά όταν το καθίκι τη γύρισε πάλι προς το μέρος του, έπιασε να πιπιλάει τις ρώγες της και να τρίβει τη σχισμή ανάμεσα τα μουνόχειλα της, προκάλεσε στο φύλο της μια έκρηξη τόσο ισχυρή, που την έκανε να… βογκήξει!

-    «Έτσι, καυλιάρικο μου.. χύσε! Μην καταπιέζεις τον εαυτό σου! Αφού το ξέρουμε κι οι δυο ότι σ’ αρέσει!», την... επιβράβευσε ο Ελία.

Χωρίς να πει τίποτα, εκείνη άφησε έναν ευδιάκριτο λυγμό κι έστρεψε το βλέμμα της ψηλά, σα να ζητούσε θεία παρέμβαση, για να μη νιώθει τόσο ερεθισμένη. Εντούτοις, το κορμί της, λες κι είχε δική του θέληση, τεντώθηκε προς το μαθητή της, αποζητώντας το χάδι του! Αντιλαμβανόμενος την αλλαγή στα αισθήματά της, ο ευφυής νεαρός την πρόσταξε να γονατίσει κι η Μαρία υπάκουσε υπνωτισμένα.

-    «Κοίτα δω τι σου έχω, μωρό μου…», κόμπασε το καθίκι.

Κατέβασε το παντελόνι και το μποξεράκι του, πετώντας έξω έναν απίστευτα πελώριο - για έφηβο αγόρι- κατάσκληρο πούτσο, πλαισιωμένο από ένα επιβλητικό ψωλοκέφαλο και δυο τεράστια αρχίδια. Η κυρία Βελλή ατένισε αποσβολωμένη από δέος τα υπερμεγέθη γεννητικά όργανά του, που έδειχναν διπλάσια από εκείνα του άντρα της. Επωφελούμενος του σοκ της, ο νεαρός έπιασε να κοπανά την ψωλάρα του σε όλο της το πρόσωπο, με εκείνη να δέχεται όλο αυτό το... τελετουργικό με αδόκητη απάθεια. Άξαφνα, σαν κάποιος να είχε πατήσει ένα κουμπί, άρχισε να τινάζεται σπασμωδικά δεξιά κι αριστερά.

Νομίζοντας ότι έκανε τη στερνή, απέλπιδα απόπειρά της να γλιτώσει, ο Ελία ετοιμάστηκε να αντιδράσει. Αλλά πριν προλάβει, είδε την καθηγήτριά του να ξεφορτώνεται το πουλόβερ της με τα τινάγματά της, ελευθερώνοντας έτσι τα χέρια της, να γραπώνει... γερά τα αρχίδια του από κάτω με το ‘να χέρι, και να τυλίγει το άλλο γύρω απ’ το μαρκούτσι του, το οποίο έπιασε να μαλακίζει αργά και ρυθμικά!

-    «Θεέ μου, τι κάνω;», αναρωτήθηκε η Μαρία με φρίκη.

Ωστόσο, ένιωσε όλη της την ύπαρξη να δονείται από μια τόσο έντονη βουλιμία για τη νεανική ψωλάρα, που τέντωσε το λαιμό της και την γράπωσε με τα χείλια της, δίνοντας στην κορυφή της ένα τρομερά μακρόσυρτο, ρουφηχτό φιλί, κι ύστερα κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο... καταλήγοντας, μέσα σε μισό λεπτό, να πνίγει τη βάλανο του μαθητή της στα φιλιά!

-    «Αουχ, αυτό είναι, μανάρι μου!» μούγκρισε ο Ελία, ενώ εκείνη μπουκωνόταν με το πετρωμένο παλαμάρι του μέχρι...σκασμού!

Κατόπιν έπιασε να κουνάει ασταμάτητα το κεφάλι της πίσω - μπρος, τρίβοντας απολαυστικά τα χείλια της κατά μήκος του θεόχοντρου πουτσοκορμού, δίχως να παραλείπει, συχνά - πυκνά, να βυζαίνει το πρησμένο ψωλοκέφαλο του με ανερμάτιστη, νοσηρή βουλιμία!

-    «Με τελειώνεις, πουτάνα! Χύνω!», γκάριξε ο Ελία.

Εκείνη, όχι μόνο δεν αποτραβήχτηκε, αντιθέτως καταβρόχθισε έως την τελευταία σταγόνα το ποτάμι πηχτού σπέρματος που αμόλησε μες στο στόμα της το τεράστιο πέος του έφηβου παρτενέρ της στην αμαρτία!

-    «Με στράγγιξες, καριολίτσα! Μα την πίστη μου, είσαι και γαμώ τις... ρουφήχτρες!», την χλεύασε ο Ελία.

Ντύθηκε και βγήκε από την τουαλέτα, σφυρίζοντας ανέμελα, ενώ εκείνη είχε απομείνει πεσμένη κατάχαμα να κοιτάει στο κενό.


Κεφάλαιο 7ο

Όσο κι αν πάλεψε, η Μαρία δεν μπόρεσε να βρει λογική στην πράξη της.. δεν είχε ξανακάνει ποτέ τσιμπούκι, ούτε καν στον άντρα της. Μια φορά μάλιστα που ο δόλιος της το είχε ζητήσει, εκείνη τον είχε αποπάρει σκαιότατα, αηδιάζοντας και μόνο στην ιδέα ότι τα χείλη της θα άγγιζαν το πέος του. Πώς, στην ευχή, κατέληξε να ρουφάει, όχι μόνο την ψωλή, αλλά και τα... χύσια, αυτού του ανήλικου, διπρόσωπου και αδίστακτου καθάρματος, όπως απέδειξε περίτρανα η ωμή, ένοπλη απειλή του εναντίον της σωματικής της ακεραιότητας;

Η συντριβή της ήταν τόση, που επέστρεψε στην αίθουσα προβολών, μοναχά για να πει στους μαθητές της, που παρακολουθούσαν το δεύτερο μισό της ταινίας, ότι δεν ένιωθε καλά κι ότι έπρεπε να φύγει, εν συνεχεία μπήκε στο αμάξι της και τράπηκε σε άτακτη φυγή. Όταν έφτασε στο σπίτι της, ξάπλωσε δίπλα στο κοιμισμένο ταίρι της, μην μπορώντας ούτε καν να τον κοιτάξει από τις τύψεις.

Παρά τις ομολογουμένως... φτωχές επιδόσεις του στο σεξ, ο Νίκος ήταν υπέροχος πατέρας και σύζυγος, γι’ αυτό κι η ιταμή προδοσία της σε βάρος του την αρρώσταινε από ντροπή. Το δίχως άλλο, έπρεπε να ξεκαθαρίσει μια και καλή στον Ελία, ότι τίποτα δεν επρόκειτο να ξανασυμβεί μεταξύ τους. Εξάλλου, δεν πίστευε ότι σκόπευε πραγματικά να την βλάψει.. θα ‘ταν σα να υπέγραφε την καταδίκη του.


Κεφάλαιο 8ο

-    «Λοιπόν, μάγκες, κάνατε ό, τι είπαμε;», ρώτησε ο Ελία τα τσιράκια του όταν έφυγαν απ’ το σινεμά, παίρνοντας καταφατική απάντηση.

-    «Τι θα κάνουμε το βίντεο, αφεντικό;», ρώτησε ο Άκο.

-    «Προς το παρόν, θα το χρησιμοποιήσουμε ως μέσο πίεσης…», απάντησε ο Ελία.

-    «Μέσο πίεσης; Δεν καταλαβαίνω. Τι εννοείς, αρχηγέ;», απόρησε ο Έντι.

-    «Θα καταλάβεις στην πορεία. Δεν χρειάζεται να ξέρεις τα πάντα…», γάβγισε ανυπόμονα ο Ελία, κοιτάζοντας άγρια το λακέ του, ο οποίος έκανε... μώκο στη στιγμή, εμφανώς φοβισμένος απ’ το βλέμμα που του έριξε ο αρχηγός του.


Κεφάλαιο 9ο

Η Κυριακή ήταν σωστό μαρτύριο για την Μαρία, καθώς τη σκέψη της μονοπωλούσε το επονείδιστο εξωσυζυγικό της ολίσθημα. Τη Δευτέρα ξύπνησε με έναν παράλογο φόβο ότι όλος ο κόσμος είχε μάθει ότι είχε πάρει πίπα στο μαθητή της! Με το που έφτασε στο σχολείο, έπιασε να κοιτά έντρομη γύρω της, πασχίζοντας να ανιχνεύσει κάποιο ειρωνικό μειδίαμα. Ευτυχώς για εκείνη, αυτό δεν συνέβη. Ωστόσο, το μαρτύριό της δεν είχε τελειώσει, αφού την τελευταία ώρα είχε μάθημα με το τμήμα του... διαφθορέα της.

Το 45λεπτο που διήρκεσε η διδακτική ώρα αποδείχτηκε ένας εφιάλτης κι αποκλειστικός υπεύθυνος αυτής της κατάστασης ήταν ο Ελία, ο οποίος, τώρα που είχαν πέσει οι... μάσκες και δεν ήταν υποχρεωμένος να κάνει τον ‘καλό’, εκτός του ότι της έστελνε συνέχεια φιλάκια στα κλεφτά, είχε το θράσος να μιμείται τη χαρακτηριστική κίνηση του στοματικού έρωτα, τρομοκρατώντας την και εξοργίζοντάς την σε απίστευτο βαθμό. Σαν χτύπησε το κουδούνι, πλησίασε βράζοντας από θυμό τον αλήτη, που σκόπιμα είχε ξεμείνει τελευταίος στην αίθουσα.

-    «Άκου να σου πω, καθίκι! Μην τολμήσεις και ξανακάνεις τέτοιες αηδίες γιατί θα σε θάψω!», του είπε με φωνή σφυριχτή απ’ το μίσος.

-    «Τι μου λέτε, κυρία; Ειλικρινά, νομίζετε ότι είστε σε θέση να με απειλείτε, μετά απ’ ό, τι κάνατε;», αποκρίθηκε ο νεαρός περιπαικτικά.

-    «Δεν καταλαβαίνω τι λες. Αλλά ακόμα κι αν έκανα κάτι, ποτέ δε θα μπορέσεις να το αποδείξεις…», απάντησε η Μαρία αταλάντευτα.

-    «Μ’ αυτό το πλευρό να κοιμάσαι…!», απάντησε εκείνος.

Έβγαλε έξω το κινητό του, πάτησε μερικά πλήκτρα και της το έχωσε στη μούρη.

-    «Ήμαρτον, Θεέ μου!» φώναξε η Μαρία χλωμή από τη φρίκη, κοιτώντας στην οθόνη την... πανοραμική, ολοκάθαρη λήψη της αφεντιάς της να βυζαίνει εξουθενωτικά τον ψώλαρο του Ελία μες την τουαλέτα του σινεμά, με το πρόσωπό της παραμορφωμένο από λαγνεία!

-    «Άκου, τα πολλά λόγια είναι φτώχια. Από ‘δω και πέρα, θα είσαι η πουτάνα μου και θα σε κάνω ό, τι θέλω.. Οκ;», είπε κυνικά ο νεαρός. «Και μιας κι έχουμε σχολάσει, λέω να σου ρίξω έναν... πήδουλο τώρα, έτσι για να συνηθίσεις την ιδέα…», συμπλήρωσε με αναίδεια.

-    «Μα, δεν γίνεται. Με περιμένουν σπίτι ο άντρας μου, τα παιδιά μου...», ψέλλισε η Μαρία, παλεύοντας να αναβάλλει το αναπόφευκτο.

-    «Στ’ αρχίδια μου! Τσακίσου και τράβα για το αμάξι σου!», την πρόσταξε ο αλήτης κι η γυναίκα υπάκουσε, με εκείνον ξοπίσω της...

(Copyright protected OW ref: 31091)