Στον γάμο της ξαδέρφης

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Το e-mail μου είναι το:
Η ξαδέρφη μου έχει δικό της γυμναστήριο σε μια συνοικία της Αθήνας το οποίο τύχαινε να κρατάω κι εγώ που και που, όταν είχε εξωτερικές δουλειές.

Η αλήθεια είναι ότι θα περίμενε κανείς να είναι ενδιαφέρον το να βλέπεις καμιά δεκαριά ιδρωμένες γκομενάρες να λιώνουν στη γυμναστική κι εσύ να τις παίρνεις μάτι κάνοντας πως διαβάζεις κανένα περιοδικό. Δυστυχώς όμως η πραγματικότητα ήταν εντελώς διαφορετική…

Τα πρωινά που τύχαινε να κρατάω το γυμναστήριο το μόνο που έβλεπες ήταν τίποτα νοικοκυρές μέσα στην κυτταρίτιδα να κάνουν ποδήλατο και να έχουν τα μάτια τους στο ρολόι μπας και σχολάσει ο Γιωργάκης από το νηπιαγωγείο και δεν προλάβουν να πάνε να τον πάρουν.

Μόνη μου παρηγοριά ήταν η Αντωνία, μια τριανταπεντάρα παιδική φίλη της ξαδέρφης μου, η οποία ήταν παντρεμένη και είχε κι ένα μικρό παιδάκι. Η Αντωνία λοιπόν μελαχρινή, γύρω στο 1.75 με μια άγρια ομορφιά στο πρόσωπό της και μια κωλάρα απίστευτη (με χερούλια) ήταν η μόνη μου παρηγοριά για κουβέντα. Ήταν πολύ καλή σύζυγος, αν και απ' ότι είχα μάθει από την ξαδέρφη μου, ο άντρας της ήταν πολύ αυταρχικός και δεν την άφηνε να ξεπορτίσει.

Κλασσική περίπτωση καταπιεσμένης γυναίκας, μικροπαντρεμένης και οικονομικά εξαρτημένης από τον άντρα της. Αυτό που μου έλεγε συνέχεια σαν να το είχε καημό ήταν να ζω τα πράγματα τον καιρό που πρέπει, ούτε νωρίτερα, ούτε αργότερα. Φυσικά δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι θα μπορούσε να γίνει οτιδήποτε με την Αντωνία, αφού κάθε άλλο παρά κάτι τέτοιο έδειχνε η συμπεριφορά της. Άλλωστε με περιέβαλε με τέτοια αγάπη σαν να ήμουν παιδί της, που γι' αυτό ίσως δεν μου μπήκαν τέτοιες σκέψεις.

Το Σάββατο που μας πέρασε παντρεύτηκε η ξαδέρφη μου. Την Πέμπτη φυσικά έγινε το καθιερωμένο στρώσιμο του κρεβατιού και ήμασταν όλοι καλεσμένοι. Κι ενώ λοιπόν μετά το φαγοπότι είχα πιάσει την πάρλα με μια πιτσιρίκα από το σόι του γαμπρού, τη Θάλεια, σκάει μύτη η Αντωνία με ένα μαύρο φόρεμα μακρύ, εφαρμοστό, με διακριτικά ανοιχτό ντεκολτέ και μια λάμψη εντυπωσιακή. Ίσως να ήταν που την είδα για πρώτη φορά έτσι ντυμένη και καύλωσα απίστευτα. Ενώ συνέχισα να μιλάω με την Θάλεια, ήρθε και έκατσε κοντά μου και εντάχθηκε στην κουβέντα.

Αφού τελικά μείναμε μόνοι μου έπιασε το μάγουλο και μου είπε:

-    «Πονηρούλη, την είδες τσαχπίνα και χώθηκες κατευθείαν!»

Την ρώτησα πως και είχε έρθει μόνη και μου απάντησε ότι ο άντρας της ερχόταν στις κοινωνικές εκδηλώσεις μαζί της μόνο όταν υπήρχε λόγος για να ανησυχεί. Φυσικά σε τέτοιον κύκλο που ήταν όλοι γνωστοί δεν υπήρχε τέτοιος λόγος. Η νύχτα κύλησε χωρίς κάτι το αξιοσημείωτο και ανυπομονούσα να έρθει το Σάββατο για να την ξαναδώ να φοράει κάτι εξίσου ξεσηκωτικό.

Τελικά όταν θες κάτι πολύ, πραγματικά συνωμοτεί όλο το σύμπαν για να το πετύχεις και μάλιστα χωρίς να κάνεις περίεργες αλχημείες.. Λίγο πριν την τελετή λοιπόν μου ανακοίνωσε η ξαδέρφη μου (η νύφη) ότι εγώ, η Αντωνία και η Θάλεια από το σόι του γαμπρού έπρεπε να πάμε νωρίτερα στο μαγαζί που θα γινόταν η γαμήλια δεξίωση για να βάλουμε τον κόσμο στις θέσεις που έπρεπε να κάτσει. Εμπιστευτικά μάλιστα μου είπε ότι αυτή πίεσε να έρθει η Θάλεια και όχι ο αδερφός της γιατί είδε ότι τη γουστάρω.

Τι θα έκανε ένας λογικός άνθρωπος λοιπόν; Θα την έπεφτε στη Θάλεια. Σε όλη τη διαδρομή λοιπόν οδηγώντας άρχισα το ψήσιμο στη Θάλεια λέγοντας της αστειάκια και θα έλεγα ότι ήμουν σε καλό δρόμο για να πάρω το τηλέφωνό της. Η Αντωνία θα έλεγα ότι δεν μιλούσε και πολύ, αλλά ομολογουμένως αυτή την παρατήρηση την έκανα εκ των υστέρων.

Φτάνοντας στο μαγαζί η Αντωνία παρήγγειλε ένα μπουκάλι κρασί το οποίο πίναμε οι τρεις μας μέχρι να αρχίσουν να έρχονται οι πρώτοι καλεσμένοι. Τότε ήταν που τελικά έφυγε το μάτι μου από την Θάλεια και έπεσε στην Αντωνία. Φορούσε μια μαύρη φούστα ασύμμετρη και σχετικά αεράτη, με ένα μπλουζάκι που άφηνε λίγο έξω τη μέση της και μαύρο διχτυωτό καλσόν.

Περιττό να σας πω ότι πάλι το μυαλό μου έκανε ασυναίσθητα τις πιο πρόστυχες σκέψεις μαζί της. Ποια Θάλεια να σκεφτείς όταν το μυαλό σου αναστατώνεται από μια τόσο γοητευτική γυναίκα.. Όσο τακτοποιούσαμε τους καλεσμένους, ένιωθα ότι ο τρόπος που με κοιτούσε ήταν διαφορετικός. Ίσως ήτανε το κρασί που επιδρούσε έτσι πάνω μου, αλλά με τρέλαινε τόσο πολύ η σκέψη ότι υπήρχε έστω και μία πιθανότητα να με κοιτούσε όντως διαφορετικά, που δε σταμάτησα να πίνω.

Όταν τελικά κάτσαμε στα τραπέζια μας και ήμασταν μακριά, παρόλο που ήταν δίπλα μου η Θάλεια και μου μίλαγε, ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που ένιωθα το χρόνο να έχει παγώσει κάθε φορά που με κοιτούσε.

Καθώς προχωρούσε η νύχτα και το κρασί έρεε άφθονο, άρχισα να χαλαρώνω και να μιλάω πάλι με τη Θάλεια. Η συζήτηση μάλιστα είχε αρχίσει να πηγαίνει σε πονηρά μονοπάτια και είχα ψιλοφτιαχτεί. Σε κάποια φάση λοιπόν που οι μισοί καλεσμένοι χόρευαν στην πίστα, πήρα το ποτήρι μου και πήγα και έκατσα δίπλα της. Στο τραπέζι της ήταν μόνο μια φίλη της που καθόταν από την απέναντι πλευρά.

Είχε το ένα πόδι της πάνω στο άλλο και όπως κοιτούσαμε τον κόσμο να χορεύει ασυναίσθητα ο αγκώνας μου ακούμπησε πάνω στο γόνατό της.. Ούτε καν κοιταχτήκαμε. Εκείνη τη στιγμή ήταν που ένιωσα να μην ελέγχω τον εαυτό μου. Άφησα τον αγκώνα μου να κυλήσει αργά προς το μπούτι της παρασύροντας μαζί και το φόρεμά της. Με το άλλο μου χέρι έκανα μια κίνηση και σκέπασα με το τραπεζομάντιλο του τραπεζιού το πόδι της ώστε να μην φαίνεται τι κάνω.

Τα μάτια μας δεν είχαν ξεκολλήσει από την πίστα. Δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε μία ματιά. Τότε ήταν που η αίσθηση από το δικτυωτό καλσόν της αντικαταστάθηκε από τη βελούδινη επιδερμίδα στο μπούτι της. Δεν μπορούσα να ελέγξω τον εαυτό μου πια, αλλά ούτε και η Αντωνία.

Αργά κατέβασε το πόδι της κάτω και μου έδωσε πρόσβαση ακόμα πιο ψηλά. Με απαλές κινήσεις, νιώθοντας την υγρασία της επιδερμίδας της από τον ιδρώτα, με τα ακροδάκτυλά μου ακούμπησα το κιλοτάκι της που ήταν μούσκεμα και την ένιωσα να τινάζεται ελαφρά. Τράβηξα πάλι το χέρι μου μιας και τελείωνε το τραγούδι και πλησιάζοντας στο αφτί της, της είπα να έρθει σε πέντε λεπτά στο αμάξι.

Μπαίνοντας στο αμάξι άναψα ένα τσιγάρο και προσπάθησα να μαζέψω τα απομεινάρια της λογικής μου μπας και καταλάβαινα τι είχα κάνει. Με τη δεύτερη ρουφηξιά όμως άνοιξε η πόρτα του συνοδηγού και μπήκε μέσα.. Τα τζάμια ήταν φιμέ και αφού έκλεισε την πόρτα πάτησε την ασφάλεια. Δεν είχαμε ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα.

Έκανα πίσω το κάθισμα μου, και ξεκούμπωσα το παντελόνι μου. Την τράβηξα προς το μέρος μου και παραμέρισα τη φούστα της βάζοντάς την να κάτσει πάνω μου. Βύθισα τη γλώσσα μου μέσα στο στόμα της και φιληθήκαμε τόσο έντονα που ένιωθα ότι θα τελείωνα. Κατέβασα το παντελόνι μου και με το άλλο χέρι μου τράβηξα το στρινγκάκι της κάτω από τη φούστα της. Ήταν τόσο υγρή που δε δυσκολεύτηκα να μπω μέσα της.

Άρχισε να κουνάει τη λεκάνη της αργά και με τα μάτια της κλειστά να βγάζει ακαταλαβίστικους ήχους άκρως καυλωτικούς. Δεν άντεχα άλλο, ήθελα να τελειώσω μέσα της..

Με το άλλο χέρι μου ανέβασα το σουτιέν της και άρχισα να γλείφω τις ρώγες της που ήταν έτοιμες να σπάσουν. Κρατώντας το στρινγκάκι της ένιωθα τα δάχτυλά μου να ακουμπάνε την κωλοτρυπίδα της. Την πίεσα με το ένα δάχτυλό και ανεβάζοντας το ρυθμό της έβγαλε μια κραυγή και τελείωσε. Πριν προλάβω να τραβηχτώ τελείωσα κι εγώ βαθιά μέσα της λίγα δευτερόλεπτα μετά.

Καθίσαμε έτσι τουλάχιστον κανένα τέταρτο. Δεν είχα βγει από μέσα της και ένιωθα τις συσπάσεις της. Απίστευτη αίσθηση αυτή η ζεστασιά..

Χαλάρωσα τη γραβάτα μου και κάναμε ένα τελευταίο τσιγάρο πριν την αφήσω σπίτι της. Επισήμως ανακοινώθηκε ότι ένιωσε μια ζαλάδα και την γύρισα εγώ, γι' αυτό φύγαμε ξαφνικά.

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")