Δυο γυναίκες κι εγώ

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ένα φανταράκι και μια μικρή παρθένα που ζει σ’ ένα νησί θα ζήσουν τον πιο μεγάλο αλλά και τον πιο παράξενο έρωτα της ζωής τους. Όμως, υπάρχει και μια άλλη γυναίκα που μπαίνει ανάμεσα τους…

Η ιστορία:

Πάντοτε ήμουν ήσυχος και πιστός. Ακόμη κι όταν η κοπέλα μου με την οποία ήμασταν μαζί οκτώ χρόνια απείχε από το σεξ σε σημείο να το κάνουμε τρεις φορές το χρόνο. Πάχυνε αρκετά, κόλπα ποτέ δεν έκανε. Έβρισκα απλά άλλα πράγματα να κάνω. Έπαιζα ηλεκτρονικά παιχνίδια, διάβαζα κανένα βιβλίο, περιπάτους. Μπορώ να πω ότι για κάποιον που πήδηξε την πρώτη του κοπέλα στα δεκαπέντε κι από τότε είχε σταθερή ερωτική ζωή ήταν περίεργη φάση.

Κάποια στιγμή έφτασα στο σημείο να βλέπω τσόντες, μεγάλη ένταση και καύλα. Όμως καλή η παλάμη αλλά δεν είναι γυναίκα με ότι κι αν συνεπάγεται αυτό. Ήρθε ο καιρός να κάνω το στρατιωτικό μου. Ως οδηγός είχα ελευθερία χρόνου κι όλα αυτά κλωθογύριζαν στο μυαλό μου. Ο εγωισμός που ποτέ δεν πίστευα ότι έχω, η αντιστροφή του αισθήματος δικαίου, δηλαδή κι εγώ τι γίνομαι, άρχισαν να γίνονται ορατά.

Η κοπέλα μου τηλεφωνούσε στο κινητό δυο φορές την ημέρα και κάθε τόσο με περίμενε να βγω με άδεια. Έδειχνα καλή διαγωγή κι έκανα αρκετά έξω από τη βάρδια μου ώστε να παίρνω κάπως μεγαλύτερες άδειες από τους υπόλοιπους αλλά για να μην υπάρχουν παράπονα τις έπαιρνα τελείως σπαστά. Έτσι αφού ήμουν και σε νησί, όταν οι ημέρες ήταν μαζεμένες, κατέβαινα Αθήνα, ενώ όταν ήταν μια μέρα ή ένα διήμερο η τριήμερο έμενα στο νησί και χαζολογούσα.

Εκείνη την άνοιξη γνώρισα τη Άννα, μια γυναίκα πέντε χρόνια μεγαλύτερη μου, η οποία διατηρούσε ένα κατάστημα με είδη τουρισμού. Είχα πρωτοπάει να πάρω ένα σαχλαμαρο-μπλουζάκι απ’ αυτά που έχουν το όνομα του νησιού. Η κοπέλα ήταν ψηλότερη από μένα, με ωραίο στήθος, όχι πολύ μεγάλο αλλά ανασηκωμένο, μακριά μαύρα μαλλιά και σχιστά μάτια, μέση δαχτυλίδι και πολύ όμορφα πόδια, το δέρμα της δε είχε ένα σταρένιο χρώμα. Το πρώτο πράγμα όμως που με τράβηξε ήταν το χαμόγελο της, πολύ καθαρό και αληθινό.

Άρχισα να την φλερτάρω συστηματικά, αλλά πολύ διακριτικά. Δεν έδειχνε να υποχωρεί στο ελάχιστο. Όταν στα γενέθλια της, της πήρα λουλούδια δεν περίμενα ποτέ ότι θα με καλέσει σπίτι της να το γιορτάσουμε με τους δικούς της. Το τερατώδες της υπόθεσης είναι όμως πως μες στη μοναξιά μου δέχτηκα. Όλοι μου φάνηκαν συμπαθείς μέχρι τη στιγμή που ο πατέρας της άρχισε να με ρωτάει μ’ ένα πούστικο γαλίφικο στιλάκι, που δουλεύω και πόσα βγάζω κι αν έχω κάνα σπίτι δικό μου.

Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αφτιά. Ανακοίνωσα αρκετά απότομα ότι θα πάω στην τουαλέτα και μετά θα πρέπει να φύγω. Όταν στην τουαλέτα μπήκε η Άννα τα έχασα αρχικά. Φαντάστηκα ότι θα μου ζητούσε συγνώμη για την αδιακρισία του πατέρα της ή κάτι τέλος πάντων για να κρατήσει τα προσχήματα. Όταν αντ’ αυτού μου ξεκούμπωσε το παντελόνι, ήμουνα πλέον σίγουρος που πήγαινε το πράγμα και γιατί όταν έφευγα για στρατό όλοι μου λέγανε «Κοίτα μη σε δέσει καμία!». Αποφάσισα να το εκμεταλλευτώ αλλά με προσοχή.

Στο μεταξύ η Άννα είχε κάτσει στα πόδια της και μου τον έπαιρνε τσιμπούκι κανονικά. Δε φαινόταν να ξέρει κόλπα απλά τον έβαζε ολόκληρο και τον ξανάβγαζε ολόκληρο στο στόμα της. Ούτε κόλπα με τη γλώσσα, ούτε χουφτώματα στα αρχίδια, μόνο πίπα. Είχα φορτώσει και σύντομα χωρίς να βγάλω κιχ γέμισα το στόμα της με τα χύσια μου. Από εκείνη την ημέρα με έπαιρνε πολλά τηλέφωνα, βγαίναμε συνέχεια και κάνα δυο βράδια στα κλαμπάκια που πηγαίναμε την έβαζα να γονατίζει και της φέρμαρα το στόμα. Της έκανα κι εγώ μερικά γλειφομούνια αλλά δεν έλεγε να χύσει.

Απέφευγα το σεξ, ήθελα να είναι ελεγχόμενο από ‘μένα και οπωσδήποτε με προφυλακτικό. Θα πηγαίναμε για μπάνιο σε μια ερημική παραλία. Πήρα μαζί μου προφυλακτικά, ξυρίστηκα γύρω από τα αρχίδια και ξεκίνησα. Στην παραλία, αφού κάναμε μπάνιο γυμνοί, ξαπλώσαμε στην άμμο που έκαιγε από τον πρωινό ήλιο. Σε κάποια φάση φιλιόμασταν κανονικά. Μετατοπίστηκα μπροστά στο μουνί της με δύναμη, έτριβα την περιοχή γύρω από την κλειτορίδα της με τη γλώσσα μου βαθιά στον κόλπο της.

Σαρανταπέντε λεπτά μετά ένιωσα για πρώτη φορά τους σπασμούς της και λίγα υγρά έβρεξαν τη γλώσσα μου. Ήταν έτοιμη για μένα και από την σαστιμάρα και τις κραυγές της ήμουνα σίγουρος ότι δεν πρέπει να είχε ξανάρθει σε οργασμό. Στη συνέχεια ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο της και δάγκωσε τα χείλη της με ευχαρίστηση όταν την κοίταξα. Ξάπλωσα δίπλα της ενώ εκείνη βαριανάσαινε. Πρώτη φορά φερόταν μη προσποιητά και πρώτη φορά εξέφραζε επιθυμία. Ως τότε απλώς συμφωνούσε σε ότι έλεγα.

-    «Θέλω κι άλλο…» μου είπε απλά και πολύ σιγανά.

Δεν της χάλασα φυσικά το χατίρι αλλά αυτή τη φορά με τη γλώσσα μου χάιδευα την περιοχή γύρω από την κλειτορίδα της, κι ενώ αρχικά της έβαλα ένα δάχτυλο στο μουνί, στη συνέχεια της έβαλα δυο και μετά τρία. Βόγκαγε πολύ δυνατά και άσθμαινε, ενώ οι κινήσεις μου ήταν αργές. Μόλις ένιωσα ότι είναι έτοιμη, τα δάχτυλα μου τα κινούσα μέσα - έξω στην τρυπούλα της φρενιασμένα. Αν η πρώτη φορά έφερε το χαμόγελο στα χείλη της, η δεύτερη την γαλήνεψε.

Είχαμε πια ξαπλώσει αγκαλιά και λαγοκοιμόμασταν. Γύρισε στο πλάι τουρλώνοντας τον κωλαράκο της προς εμένα και κοιμόταν κανονικά. σιγά σιγά έπιασα τον πούτσο μου και τράβηξα μαλακία. Γύρισε, με κοίταξε κι έκανε να σκύψει να τον πάρει στο στόμα της. Δεν την άφησα. Την έβαλα να κάτσει πάνω στο στόμα μου κι ενώ την έγλειφα πάλι, ξεκίνησε κι εκείνη το τσιμπούκωμα. Είχαμε χρόνο μπροστά μας. Έτσι, όταν ένιωσα έτοιμος, της τα έριξα όλα και τα κατάπιε χωρίς να τραβηχτεί. Λίγο μετά έτριβε με μανία το μουνί της στο στόμα μου και σχεδόν ούρλιαζε και χοροπηδούσε όταν ήρθε για τρίτη φορά.

Κάναμε μπάνιο στη θάλασσα κι όπως ήμασταν αγκαλιασμένοι, σε κάποιο σημείο κι από την άνωση ήταν πολύ ελαφριά, είχε γαντζωθεί ολόκληρη πάνω μου, ήμουνα και καυλωμένος, χωρίς αντίσταση της τον έβαλα. Το μουνί της ήταν ζεστό και στενό. Πάτησα γερά στην άμμο, την κράτησα από τη μέση και την έσπρωχνα μια και την άλλη την τράβαγα δυνατά κι απότομα. Την κάρφωνα και μου άρεσε, αν και πονούσε λίγο. Βόγκαγε τόσο δυνατά που ενώ ήμασταν μόνοι μας και το πιο κοντινό σημείο με κόσμο απείχε 4-5 χιλιόμετρα κι ήταν πίσω από το βουνό φοβήθηκα ότι θα μας ακούγανε.

Τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από το λαιμό μου. σιγά σιγά πήρε το ρυθμό και με λαβή στο λαιμό μου κουνιόταν από μόνη της μπρος - πίσω διατηρώντας το καρφωτό κι απότομο. Έτσι μπόρεσα το ένα μου χέρι να το ελευθερώσω και να το περάσω στην κλειτορίδα της. Φάνηκε να πονάει από την επαφή με το χέρι μου στο , αλλά δεν σταμάτησα. Την ώρα που εκτόξευα τα υγρά μου βαθιά μέσα της, ήρθε κι η ίδια σε κολπικό οργασμό με πολύ έντονους σπασμούς. Την έβγαλα προς τα έξω συνεχίζοντας να παίζω με την κλειτορίδα της.

Όταν βγήκαμε από το νερό, γονάτισα μπροστά της και πήρα για πρώτη φορά ολόκληρη την κλειτορίδα της στο στόμα μου. Μεγάλη κλειτορίδα, σα να την έπαιρνα πίπα ήταν. σιγά σιγά περιορίστηκα γύρω από την κλειτορίδα της και όχι στην ίδια την κλειτορίδα και τότε ήρθε ο κλειτοριδικός και για άλλη μια φορά χαμογελούσε, αν κι έτσι όρθια όπως ήταν έτρεμε ελαφρά.
Κοιμηθήκαμε αγκαλιά, γυμνοί, χυμένοι ο ένας από τον άλλο στην έρημη παραλία. Όταν ξυπνήσαμε ο ήλιος έδυε.

-    «Σε θέλω…» μου είπε μόνο.

Χωρίς κανένα προκαταρκτικό καύλωσα και πήρα ένα προφυλακτικό.

-    «Μωρό μου δεν έχω πάει μ’ άλλον για πολύ καιρό…» μου είπε ανήσυχα.

-    «Κι αν έχω πάει εγώ με άλλη, δεν σε ανησυχεί;»

-    «Θέλω να σε νιώσω μέσα μου όπως είσαι αληθινό, σαν πριν…»

Πού να της πω ότι δεν είμαι καινούργιος κι έχω ξανακάνει μαλακιούλες στο νερό για να ξέρω ότι αυτομάτως το σπέρμα χάνει τη δράση του;

-    «Θέλω να προσέχω!» είπα πιο αυστηρά.

-    «Έτσι δεν θέλω τότε, αν δεν μου έχεις εμπιστοσύνη…»

Ξενέρωσα. Της είπα να φύγουμε γιατί έχει σκοτεινιάσει. Δεν είπε άλλη κουβέντα, μόνο ντύθηκε. Για μέρες δεν είχαμε μιλήσει όταν πήρα άδεια και κατηφόρισα προς το λιμάνι. Έφαγα σε ένα μαγειρείο σε άσχετο σημείο κι εκεί που δεν το περίμενα την συνάντησα. Ήταν με μια φίλη της και κυριολεκτικά γύρισε από την άλλη τη μούρη της κι έφυγε. Δεν ξανασυναντηθήκαμε μέχρι ένα τετράμηνο μετά που απολύθηκα. Ήταν χειμώνας.. ο κόσμος ήταν κλεισμένος μες στα σπίτια. Έτσι, ενώ περίμενα το πλοίο για να πάρω οριστικά το δρόμο για την Αθήνα, βρέθηκε μπροστά μου. Πήγε να με αποφύγει...

-    «Αν θες να πούμε κάτι τώρα είναι η στιγμή. Απολύθηκα και φεύγω... οριστικά».

-    «Είσαι πολύ μαλάκας!»

-    «Ναι μπορεί, αλλά για πες μου.. εσύ ήσουν σε ωορρηξία τότε;»

-    «Δεν καταλαβαίνω…»

-    «Δεν πειράζει. Πάντως πες στους γονείς σου ότι και στη δουλειά μου συνεταίρος είμαι και δικό μου σπίτι έχω και κάνανε μαλακία!»

Βέβαια τίποτα απ’ αυτά δεν ίσχυε αλλά λέμε τώρα...

-    «Είσαι τελείως μαλάκας. Εγώ να είμαστε μαζί ήθελα μόνο…»

Βασικά επέμενε κι άρχισα να έχω αμφιβολίες. Να σκέφτομαι μπας και εκτίμησα λάθος τα πράγματα. Το πλοίο που έφτασε ήταν η αφορμή για να τελειώσει εκεί το θέμα. Τα χρόνια που πέρασαν βασανιστικά αρκετές φορές με τη σκέψη της. Ήμουν σίγουρος ότι της άρεσα όπως κι αυτά που κάναμε ότι τα ένιωθε, αλλά επίσης ήμουνα και σίγουρος τι θέλανε οι δικοί της.

Τρία χρόνια μετά δυστυχώς φιλικό ζευγάρι αποφάσισε να πάει διακοπές σ’ εκείνο το νησί και η παρέα με την οποία θα πηγαίνανε ακύρωσε. Τα δωμάτια ήταν πληρωμένα κατά το ήμισυ, οπότε όταν το προτείνανε στην κοπέλα μου, δέχτηκε αφού φαντάστηκε ότι θα θέλω να ξαναπάω σε αυτό το νησί. Ο άντρας της κοπέλας ήταν παλιός φίλος και ήξερε την ιστορία αυτή. Όταν του είπα που πρόκειται να πάμε, μου είπε ότι αν και δεν ήξερε τι θα συναντήσουμε εκείνος θα με κάλυπτε αν χρειαζόταν. Άλλωστε κι εγώ τον είχα καλύψει πολλές φορές στο παρελθόν.

Τις πρώτες ημέρες τις περάσαμε στο ξενοδοχείο. Τη δεύτερη εβδομάδα κατά τύχη βρεθήκαμε στην ίδια παραλία από ένα λάθος δρόμο που πήραμε κι ο οποίος δεν υπήρχε τρία χρόνια πριν. Οι άλλοι κολυμπούσαν, εγώ έκοβα βόλτες κι είχα θυμηθεί την Άννα και η αλήθεια είναι πως η ανάμνηση της με συγκίνησε. Όσο κι αν προσπάθησα να αποφύγω να περάσουμε μπροστά από το μαγαζί της δεν την γλίτωσα. Όχι μόνο περάσαμε, αλλά την είδα, αν κι εκείνη εξυπηρετούσε κάποιον κι ευτυχώς δεν με είδε. Πολύ πιο όμορφη απ’ ότι την θυμόμουν. Ο κολλητός μου λέει:

-    «Μαλάκα, σου έκατσε τέτοιο καθαρόαιμο;»

Είχα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση, δεν ήξερα τι να κάνω. Ήθελα και δεν ήθελα να την συναντήσω. Και να μην ήθελα στο γυρισμό δεν είχα επιλογή. Ήταν με μια παρέα στο ίδιο πλακόστρωτο ενώ εμείς ερχόμασταν από την αντίθετη πλευρά. Σε μια στιγμή χαζομάρας, μιας κι είχα αφήσει μακριά μαλλιά και μούσι σκέφτηκα πως δεν θα με γνωρίσει. Έτσι σήκωσα το κεφάλι και κοίταζα ανέμελα από την άλλη πλευρά. Το δρομάκι ήταν στενό, δεν χωράγαμε όλοι, άρα κάποιοι έπρεπε να προχωρήσουν πρώτοι, με αποτέλεσμα να κοντοσταθούμε όλοι κι έτσι η Άννα κι εγώ να έρθουμε μούρη με μούρη. Κι όταν λέω μούρη με μούρη, εννοώ σε απόσταση μισού μέτρου.

Αυτό δεν το περίμενα. Με το που με κοίταξε την πήραν τα ζουμιά. Και δεν το είδε μόνο η παρέα της, το είδε ο κολλητός μου και το είδαν κι η κοπέλα μου με τη γυναίκα του κι εγώ να έχω μείνει κάγκελο. Πολύ απλά τράπηκα σε φυγή. Αποφασιστικά προχώρησα μπροστά. Αμ έλα ντε που η Άννα έτρεξε πίσω μου και υποψιασμένη πλέον ακολούθησε κι η κοπέλα μου. Με έπιασε από το χέρι.

-    «Δεν με θυμάσαι;»

-    «Σε θυμάμαι…;»

-    «Ποια είναι αυτή;»

Η Άννα κοίταξε την κοπέλα μου.

-    «Είχαμε σχέση».

-    «Πότε;»

-    «Πριν τρία χρόνια περίπου…»

Η κοπέλα μου με κοίταξε σα να ήμουν ένα σκατό. Δεν είπε κουβέντα κι έφυγε.

-    «Μίλησε μου…» η φωνή της Άννας γλυκιά και παρηγορητική.

Και το ερώτημα πετάς έντεκα χρόνια σχέση για ένα γαμήσι που ήταν και κάτι παραπάνω, ή όχι; Γύρισα από την άλλη αφήνοντας και την Άννα σύξυλη και χωρίς να ακολουθήσω την κοπέλα μου και σηκώθηκα κι έφυγα. Κατέληξα στο στρατόπεδο να τα πίνω με έναν μόνιμο που με θυμόταν και να του λέω ψιλοτυφλά την ιστορία της ζωής μου. Κι έτσι για να με κάνει να νιώσω ακόμη πιο μαλάκας να μου λέει ότι την ξέρει τη Άννα κι ότι είχε ακουστεί παλιότερα -περίοδος που συνέπιπτε με την περίοδο που ήμουνα εκεί - ότι είχε σχέση με ένα στρατιώτη κι ότι την παράτησε κι εκείνη κλείστηκε σπίτι της. Λοιπόν, ή που έπαιρνε προφυλάξεις για να μην την πούνε τσούλα, ή που είχα ξεπεράσει κάθε ρεκόρ βλακείας.

Το βράδυ νοίκιασα ένα άσχετο δωμάτιο σ’ ένα ξενοδοχείο που έμενα τότε στις άδειες μου και κάπνιζα ως τις εννέα το πρωί όπου με πήρε ο ύπνος. Τα ωραία τα έμαθα το απόγευμα που ξύπνησα. Μ’ έψαχνε ο κολλητός μου. Πού να ξυπνήσω εγώ; Τρελή από ζήλια η κοπέλα μου είχε πάει κι είχε βρει τη Άννα ψάχνοντας όλο το νησί φανταζομένη ότι θα ήμουν μαζί της. Κάθε πτυχή της ιστορίας ήταν γνωστή τώρα σε όλα τα μέλη.

Η κοπέλα μου δεν ήθελε να με ξαναδεί ακόμη κι όταν της θύμισα ποιος είχε πρωτοαπομακρυνθεί. Η Άννα επίσης με απέφευγε κι εγώ γύρισα Αθήνα, μετακόμισα σε άλλο σπίτι κι έστησα μια νέα ζωή τελείως διαφορετική. Όταν όμως έχεις ζήσει έντεκα χρόνια με μια κοπέλα είναι πολύ δύσκολο να την βγάλεις από το πετσί σου, όπως είναι και πολύ δυσκολότερο να μάθεις να ζεις μόνος.

Με την κοπέλα μου δεν τα βρήκαμε ακριβώς αλλά κάνουμε παρέα. Τελικά μου έχει αναγνωρίσει ένα μέρος δίκιου και μια στο τόσο κάνουμε έρωτα. Είναι πολύ γλυκό όταν ενωνόμαστε, πολύ διαφορετικό, περιέχει η επαφή μας μνήμες, συναισθήματα, εικόνες. Αλλά ώρες - ώρες με κοιτάει με καχυποψία σα να μη μου έχει καμιά εμπιστοσύνη. Πάντως εγώ την υπολογίζω ακόμη σαν ένα κομμάτι της ζωής μου.

Τη Άννα την ξαναείδα άλλη μια φορά. Πήγα επί τούτου στο νησί να μιλήσουμε και μιλήσαμε για τα πάντα. Το γεγονός ότι και εκείνη ενοχλήθηκε που είχα άλλη σχέση είναι ένα πάτημα πως ίσως να την έκρινα υπερβολικά βιαστικά. Φυσικά και καταλήξαμε στο κρεβάτι όταν προκλητικά μου είπε ότι της έλειψε αυτό που της είχα κάνει τότε κι ότι συχνά το κάνει μόνη της. Την έγλειψα όπως την πρώτη φορά. Μου πήρε πίπα κι αυτή τη φορά την πήρα από πίσω, ενώ την τράβαγα από τα μαλλιά κι ενώ το χέρι μου πείραζε την κλειτορίδα της ρυθμικά.

Και με τις δυο κρατάω τηλεφωνική επαφή και τώρα κατεβαίνει κι η Άννα Αθήνα, συνήθως μένει σπίτι μου. Κι οι δυο τον τρώνε από μένα, είμαι πάντα ανάμεσα στις δυο και ίσως πιο ευτυχισμένος απ’ το να ήμουν με μια απ’ τις δυο...

(Copyright protected OW ref: 31032)