Τον άντρα μου τον ναυτικό τον έχω κάνει τάρανδο (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η Σοφία έχει γίνει η πόρνη της εταιρίας με αποτέλεσμα να ξεσκίζεται με όλους και να περάσει ακόμα και σε σαδομαζοχιστικά μονοπάτια.


Η ιστορία:

Κεφάλαιο 7ο

Ήταν πλέον τελεσίδικο.. είχα μεταμορφωθεί σε μια αμετανόητη ψωλαρπάχτρα! Η μεταμόρφωσή μου βέβαια βόλευε το Γιάννη, που επινοούσε ολοένα πιο… ευφάνταστους τρόπους για να με ξεφτιλίζει. Λόγου χάρη, είχε εσχάτως αναπτύξει το χούι να με… πασάρει και σ’ ένα σωρό συναδέλφους του, εν ώρα εργασίας, μετατρέποντάς με κατ’ ουσίαν στην πόρνη της εταιρείας! Κι εγώ ήμουν πια τόσο αχαλίνωτη, που οργίαζα απροκάλυπτα, παρότι όλο το κτίριο βοούσε για τα… επιτεύγματά μου!

Η δουλοπρέπειά μου επέτρεψε επίσης στο δυνάστη μου να με μυήσει στο σκοτεινό κόσμο μιας ευρείας γκάμας διαστροφών. Έτσι, βρέθηκα να εντρυφώ πρόθυμα στα μονοπάτια του μαζοχισμού, νιώθοντας στο πετσί μου τις συνέπειες της χρήσης αντικειμένων, που θύμιζαν όργανα βασανιστηρίων, όπως σκοινιά, χειροπέδες, κολάρα, αλυσίδες, φίμωτρα, μαστίγια και καμτσίκια ιππασίας!

Ο εθισμός μου στο... άγριο παιχνίδι, έκρυβε βέβαια και κινδύνους, όπως φάνηκε όταν γύρισα σπίτι μετά από μια παρτούζα μ’ όλο το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και τα πεθερικά μου αντίκρισαν με φρίκη την πρησμένη απ’ το… ξύλο μάπα μου! Όταν με ρώτησαν τι είχε συμβεί, τους παραμύθιασα ότι δήθεν με είχαν δείρει τσαντάκηδες στην απόπειρά τους να με ληστέψουν, καταφέρνοντας τελικά να τους πείσω να μην καλέσουν την αστυνομία, με τη δικαιολογία ότι τελικά δεν μου είχαν πάρει τίποτα.

Η αθλιότητά μου δεν έγκειτο στο ψέμα που τους ξεφούρνισα, αλλά στο ότι, σαν έμεινα μόνη μου, τους χλεύασα κιόλας, σκεφτόμενη ότι θα ‘χαν πάθει αποπληξία αν είχαν δει τις τρύπες μου, τις οποίες, πλην μιας ντουζίνας ψωλών, είχαν ξεκατινιάσει ένας δονητής μεγάλος σαν αγγούρι κι ένα μαραφέτι που θύμιζε γιγάντιο κομπολόι, αποτελούμενο από πλαστικές χάντρες, μεγέθους μπάλας του γκολφ, το οποίο ο κύριος Αναγνώστου μου φύτεψε επανειλημμένως στον κώλο, φτάνοντας μέχρι την... κοιλιά μου!


Κεφάλαιο 8ο

Στις λίγες στιγμές μοναξιάς μου -αφού στα καθήκοντά μου ως εργαζόμενης μητέρας, μ’ άντρα που απουσίαζε- είχαν προστεθεί και τα οργιαστικά γαμήσια- σκεφτόμουν ότι ποτέ δε ξαναγινόμουν η γυναίκα που ήμουν, πριν από εκείνη τη νύχτα που ο Γιάννης με ‘ρήμαξε’ για πρώτη φορά με τη συγκλονιστική ψωλάρα του. Έτσι, όσο πλησίαζε η άφιξη του Νίκου, στη σκέψη ότι θα ‘πρεπε να πάψω να πηδιέμαι, αρκούμενη μοναχά στο πουλάκι του και στις γελοίες προσπάθειές του να με ικανοποιήσει, μ’ έπιανε τρέλα!

Κι όταν η αναπόφευκτη επιστροφή του συζύγου μου έλαβε σάρκα και οστά, παρότι τον αγκάλιασα και τον φίλησα θερμά, προσποιούμενη την ευτυχισμένη, στην πραγματικότητα ένιωθα τέτοιο θυμό, που με το ζόρι κρατιόμουν να μην ουρλιάξω! Πιο άθλια δε ήταν η στάση μου, όταν κάναμε σεξ. Τα φιλιά και τα χάδια του, όχι μόνο δε μ’ ερέθιζαν, αλλά μου προκαλούσαν αφόρητη ανία! Κι όταν μου έχωσε το πουλάκι του, αηδίασα τόσο πολύ, που χρειάστηκε να φαντασιωθώ τα παλαμάρια του Γιάννη και του Τζος, για να μην τον κλωτσήσω μακριά μου!

Πάνω στη βδομάδα, η στέρηση μ’ είχε φτάσει στα όριά μου. Δεν άντεχα άλλο. Έτσι, φτάνοντας στη δουλειά την όγδοη ημέρα, όρμησα στο γραφείο του Γιάννη, γονάτισα μπροστά του κι έπιασε να τον ξεβρακώνω, ενώ εκείνος μου έκανε πλάκα:

-    «Μα τι κάνεις εκεί, Σοφάκι; Μη, άσε τα ρούχα μου! Γιατί με γδύνεις; Συγκαταλέγεται αυτό στα καθήκοντα της γραμματέως;»

Όταν έφερα στο φως την πούτσα του, έπιασα να τη μαλακίζω, ωσότου την αναστήλωσα στο πλήρες μέγεθός της, και κατόπιν πιπίλισα το ψωλοκέφαλό του με απερίγραπτη λύσσα, ενώ ζύγιζα παράλληλα τις αρχιδάρες του με τη χούφτα μου.

-    «Κάτι μου λέει, Σοφάκι, ότι ο Νικολάκης σε παραμελεί. Κι έλειπε τόσους μήνες. Απαράδεκτο!», με ειρωνεύτηκε το κάθαρμα.

Δε μπήκα στον κόπο ν’ απαντήσω. Απλά έσκισα το βρακάκι μου κι έκατσα πάνω του, μπήγοντας ηδονικά το μουνάκι μου στον ψώλαρό του, βγάζοντας ένα αναστεναγμό τεράστιας ανακούφισης! Εν συνεχεία, έπιασα να τον ιππεύω, ξεσκίζοντας μόνη μου τον εαυτό μου και βογκώντας πουτανιάρικα, καθώς με πλημμύριζε η πιο υπέροχη ηδονή!

-    «Αυτό είναι, κούνα την κωλάρα σου! Τι μητρομάνα είσαι εσύ, καυλίτσα μου! Πώς ρουφάει η μουνάρα σου την πούτσα μου;», βόγκηξε ο αρχιμηχανικός ενώ σφαλιάριζε δυνατά τα κωλομέρια μου, δίνοντας ρυθμό στην κίνηση που εκτελούσε η λεκάνη μου.

Τότε όμως κάποιος χτύπησε την πόρτα, αλαφιάζοντάς μας. Εγώ έσπευσα να στριμωχτώ κάτω απ’ το γραφείο -άλλη κρυψώνα διαθέσιμη δεν υπήρχε άλλωστε- ενώ ο γαμιάς μου, ξεβράκωτος όπως ήταν, ξεφύσησε για ν’ ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του και φώναξε ‘εμπρός’ όσο πιο σταθερά γινόταν. Ο άνθρωπος που μπήκε μέσα, ήταν, προς μεγάλη φρίκη μου, ο… Νίκος! Αμέσως αναρωτήθηκα με αγωνία αν είχε πάρει πρέφα τίποτα, αλλά ευτυχώς το άγχος μου διασκέδασε ο ίδιος ο σύζυγός μου.

-    «Γεια, αφεντικό. Ήμουν στη γειτονιά για κάτι δουλειές κι είπα δεν πάω να δω και το μωρό μου;», είπε αθώα στο Γιάννη.

-    «Καλά έκανες, αγορίνα μου. Είσαι πάντα ευπρόσδεκτος στο γραφείο μου, το ξέρεις! Το ‘μωρό’ σου απουσιάζει όμως. Το έχω στείλει στην τράπεζα…», απάντησε ο Γιάννης εγκάρδια, ξεφουρνίζοντας το παραμύθι μ’ αξιοζήλευτη φυσικότητα.

Μολονότι είχα πλήρη συναίσθηση της κρισιμότητας της κατάστασης, μιας κι ο άντρας μου βρισκόταν, έστω εν αγνοία του, μόνο δυο μέτρα μακριά μου, όπως ήμουν στριμωγμένη κάτω απ’ το γραφείο και χωμένη ανάμεσα στα μπούτια του ξεβράκωτου προϊσταμένου μου, κόλλησα ενστικτωδώς τα χείλη μου στις αρχιδάρες του και τις ρούφηξα αθόρυβα. Στ’ άγγιγμά μου, ο Γιάννης αναπήδησε ανεπαίσθητα κι έχωσε το χέρι του κάτω απ’ το γραφείο για να μ’ εμποδίσει, εγώ όμως του ‘δωσα μια τσιμπιά, αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει την προσπάθεια, κι έπιασα να μαλακίζω και να ρουφάω την ψωλή του.

Για μια μονάχα στιγμή σκέφτηκα πόσο εμετικά ξεδιάντροπη ήταν η στάση μου, ιδίως καθώς εκείνη τη στιγμή ο δόλιος ο άντρας μου ζητούσε απ’ τον αρχιμηχανικό να ‘ναι επιεικής μαζί μου στη δουλειά και να μη με παιδεύει, με φωνή παλλόμενη από λατρεία. «Αχ», έκανε ο Γιάννης όταν άρχισε να χύνει, όμως τελικά κατάφερε να ελέγξει τον εαυτό του, κάτι που ισοδυναμούσε με άθλο, μιας και άρμεγα κατευθείαν απ’ το ψωλοκέφαλό του το ψωλόζουμο που ανάβλυζε από την ουρήθρα του! Αλλά παρά την αξιοπρόσεκτη αυτοπειθαρχία του, η κραυγή που του ξέφυγε αρκούσε για να κάνει το Νίκο ν’ απορήσει.

-    «Όλα οκ, αφεντικό;», ρώτησε, χωρίς φυσικά να φαντάζεται, πως για το βογκητό του αρχιμηχανικού ευθυνόταν η ίδια του η γυναίκα, που ρούφαγε τα χύσια του συνομιλητή του κι εραστή της!

-    «Άστα, αγόρι μου, έχω ένα πόνο στη μέση που μ’ έχει τσακίσει. Το γήρας βλέπεις!», απάντησε εκείνος πάντα ετοιμόλογος.

Όταν ο Νίκος έφυγε, εγώ πλατάγισα ηδονικά τα χείλη μου, μετά το σνακ… από ψωλόχυμα και είπα κυνικά:

-    «Ουφ, έφυγε επιτέλους ο παλιομαλάκας. Μας έπρηξε! Έλα τώρα να μου γαμήσεις τα πρέκια, πουτσαρά μου!»

-    «Τι να πω για σένα μωρό μου! Είσαι η πιο μεγάλη πουτάνα που έχω συναντήσει!», μου πέταξε ο αρχιμηχανικός με… θαυμασμό.


Κεφάλαιο 9ο

Κατά το μεσημέρι, ενώ η Τίνα κι εγώ τρώγαμε στο εστιατόριο της εταιρείας, ο Γιάννης έκανε ένα πέρασμα απ’ το τραπέζι μας.

-    «Ξέρετε, κορίτσια, τι σκέφτηκα; Γιατί δεν περνάτε απ’ το σπίτι αύριο, που είναι και Σάββατο; Θα... φάτε καλά!», είπε με νόημα.

Ένα πλατύ χαμόγελο άνθισε στο μούτρο μου, φαντασιωνόμενη ήδη τις τρύπες μου να… στενάζουν απ’ τη μαλαπέρδα του.

-    «Λοιπόν, φιλενάδα, θα περάσω να σε πάρω ή θα περάσεις εσύ;», ρώτησα την Τίνα.

-    «Ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Κοίτα Σοφία, εγώ σταματάω εδώ…», απάντησε εκείνη ήρεμα.

-    «Μη μου πεις ότι έχεις… τύψεις;», αναφώνησε ο αρχιμηχανικός με πρόδηλη ειρωνική διάθεση.

-    «Αν πω ναι, κανείς σας δεν θα με πιστέψει και με το δίκιο σας. Έχω κάνει ένα σωρό βρομιές. Τώρα όμως που ο Πέτρος είναι εδώ, όσο απίστευτο κι αν φαίνεται, θέλω να δώσω στο γάμο μας μια ευκαιρία. Οπότε, μη με υπολογίζετε…», είπε η Τίνα σταθερά.

Η εξέλιξη αυτή με προβλημάτισε. Η Τίνα με τον αδύναμο χαρακτήρα, η οποία ενέδωσε πρώτη στον πειρασμό, εύρισκε το σθένος να ξεκόψει, ενώ εγώ η σοβαρή, η αξιοπρεπής, δεν μπορούσα καν να διανοηθώ την πιθανότητα! Παρά τον προβληματισμό μου όμως, την επόμενη μέρα, αφού παραμύθιασα πρώτα το Νίκο, βρέθηκα να χτυπάω την πόρτα του αρχιμηχανικού, ο οποίος μου άνοιξε και με οδήγησε στο σαλόνι. Ο συνωστισμός που αντίκρισα εκεί, με συνέλαβε εξ απήνης, αφού ο Γιάννης είχε… παραλείψει να μ’ ενημερώσει για την παρουσία του Τζος, του κυρίου Στεργίου, προέδρου της εταιρείας και περιστασιακού γαμιά μου, και τριών άγνωστων, ‘φουσκωτών’ τύπων.

Εντούτοις, δε μπορώ να πω ότι δυσαρεστήθηκα.. ίσα - ίσα, κάθισα με βιάση στον καναπέ πλάι στο Τζος κι έπιασα να γρατζουνάω τολμηρά το φούσκωμα στο παντελόνι του, ικετεύοντάς τον αισχρά να βγάλει έξω τη μαύρη ψωλάρα του για να του τη ρουφήξω! Πριν όμως εισακουστεί η επιθυμία μου, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας, την οποία ο οικοδεσπότης έσπευσε ν’ ανοίξει.

-    «Βρε, καλώς τον! Τι χαμπάρια, Νικολάκη;», είπε δυνατά.

Εγώ έπαψα στη στιγμή να πασπατεύω τον καβάλο του Τζος και πετάχτηκα όρθια, κοιτώντας πανικόβλητη προς την πόρτα. Στη φάτσα του Νίκου χαράχτηκαν έκπληξη κι απορία μόλις αντιλήφθηκε την παρουσία μου.

-    «Τι γίνεται προϊστάμενε; Τι κάνει εδώ το μωρό μου; Νόμιζα ότι είχε πάει για ψώνια…», ρώτησε μάλλον αμήχανα.

-    «Κάθισε, αγόρι μου. Έχω να σου πω κάτι σοβαρό. Θα μπορούσα φυσικά να το αποφύγω, αλλά, ως πρώην συνάδελφος, θεωρώ ότι έχω το καθήκον να το κάνω. Λοιπόν, λυπάμαι που στο λέω, αλλά όσο ταξίδευες, το… μωρό σου, σου φόρεσε τέτοιο κέρατο, που απορώ πως χωράς και περνάς απ’ τις πόρτες!», είπε το κάθαρμα δήθεν συμπονετικά.

-    «Πλάκα κάνεις, έτσι;», ψέλλισε ο Νίκος, αλλά όταν είδε το ένοχο βλέμμα μου, πετάχτηκε σαν ελατήριο, αφρίζοντας από θυμό.

Μ’ ένα νεύμα του αρχιμηχανικού, οι ‘φουσκωτοί’ άρπαξαν τον άντρα μου και τον έδεσαν πάνω σε μια καρέκλα χειροπόδαρα.

-    «Αγόρι μου, καταλαβαίνω το θυμό σου. Η ‘καλή’ σου είναι μεγάλη ψώλα! Για να καταλάβεις τι εννοώ, μάθε ότι προχτές που μ’ επισκέφτηκες, όσο εμείς οι δυο μιλούσαμε, εκείνη μου ‘κανε τσιμπούκι κάτω απ’ το γραφείο!», είπε ο Γιάννης κυνικά.

-    «Γαμιέσαι μ’ αυτό το ζώο, πουτάνα; Γιατί; Σου δίνει λεφτά;», ούρλιαξε ο Νίκος, μα εγώ δεν τόλμησα ν’ απαντήσω.

-    «Λογική η απορία σου, μικρέ. Για να σου λυθεί, θα σου κάνουμε μια μικρή επίδειξη…», επενέβη ξανά ο προϊστάμενός μου. «Εμπρός, Σοφούλα! Ξέρεις τη...δουλειά σου!», μου είπε κατόπιν με αυταρχικό ύφος.

Αμίλητη εγώ, γονάτισα, τον ξεβράκωσα, άρπαξα την ψωλή του και γέμισα τη βάλανό του μ’ αμέτρητα φιλιά! Ύστερα κατάπια το παλούκι τόσο βαθιά που κόντεψα να πνιγώ, αδιαφορώντας για τον άντρα μου, που κοίταγε άναυδος απ’ τη φρίκη!

-    «Καταλαβαίνεις τώρα γιατί γαμιέται μαζί μου το γυναικάκι σου, μικρέ; Γιατί δεν χορταίνει πούτσο!», είπε το κάθαρμα στο Νίκο, ενώ ο Τζος, που με είχε ήδη πλησιάσει στο μεταξύ, έτριβε το εξωπραγματικό, εβένινο μακρινάρι του σ’ όλο μου το μούτρο.

Χωρίς να το πολυσκεφτώ, άδραξα την ευκαιρία κι έπιασα να ρουφάω τις δυο μαλαπέρδες εναλλάξ μ’ αβυσσαλέα πείνα!

-    «Αυτό είναι πουτανίτσα! Ρούφα τα παπάρια μας! Σ’ αρέσει, ε; Πες το και στον αντρούλη σου!», βόγκηξε ο αρχιμηχανικός.

-    «Αχ ναι! Ψοφάω για μεγάλες πούτσες!», ομολόγησα τελείως αναίσχυντα, ενώ το κάθαρμα έβαζε τα γέλια.

Έπειτα με σήκωσε όρθια, μ’ έγδυσε, με ξάπλωσε ανάσκελα, γονάτισε ανάμεσα στα πόδια μου, έμπηξε της το παλούκι του στο μουνί μου ως τη ρίζα κι έπιασε να με ξεσκίζει με τρομερά βίαιες ψωλιές, ενώ εγώ σπαρταρούσα, φωνάζοντας πανευτυχής!

-    «Ουχ, μπράβο γαμιά μου! Σκίσε μου τα ράμματα! Αυτό είναι γαμήσι! Χριστούλη μου, πως μ’ αρέσει!»

Οι φωνές μου έπαψαν όταν ο αράπης με μπούκωσε με το παπάρι του και μου γάμησε κυριολεκτικά τη μάπα, κολλώντας, που και που, στο στόμα μου και τις αρχιδάρες του, τις οποίες τραβούσα μανιασμένα με τα χείλια μου, σα να ‘θελα να τις ξεκολλήσω!

-     «Υπάρχει καμιά… θεσούλα και για μένα;», ρώτησε άξαφνα ο κύριος Στεργίου, που ‘χε μείνει ρέστος να χαϊδεύει την ψωλή του.

-     «Μα φυσικά πρόεδρε! Έλα δω και σκίσε της τον κώλο. Σίγουρα θα της αρέσει!», τον παρότρυνε ο αρχιμηχανικός.

Με το που άκουσα τα λόγια του, δίχως να μου το ζητήσει κανείς, πήρα την κλασσική, σκυλίσια στάση, πεσμένη στα τέσσερα, με την πατούρα μου τουρλωμένη αναίσχυντα όσο δεν παίρνει, ανυπομονώντας για το… μοιραίο. Ο πρόεδρος έμπηξε εύκολα τον πούτσο του στην... προπονημένη σούφρα μου κι άρχισε να με κωλοξεσκίζει με βίαια τινάγματα της λεκάνης του, ενώ ο Γιάννης κι ο Τζος με τάιζαν εναλλάξ, πότε με τις μαλαπέρδες τους και πότε με τα αρχίδια τους.

-    «Κοίτα, Νίκο, πόσο ευχαριστιέται το ξεκώλιασμα, η βρόμα!», τσίγκλησε ο Γιάννης τον άντρα μου, που μ’ ατένιζε εμβρόντητος να χτυπιέμαι απ’ την ηδονή που μου προξενούσε το κωλοσφήνωμα, ενώ βύζαινα αδιάκριτα ό,τι μου ‘βαζαν μπροστά στο στόμα μου!

Ύστερα το κάθαρμα αντικατέστησε τον κύριο Στεργίου, μπήγοντας συνοπτικά ολόκληρο το πελώριο παλαμάρι του στη σούφρα μου και ξεκωλιάζοντάς με, με λυσσώδεις ψωλιές. Μολαταύτα εγώ, όχι μόνο δε δυσφόρησα διόλου, αλλά τον ικέτευσα να μου σκίσει τα… κωλοφάρδουλα! Ακόμα κι όταν με περίλαβε ο αράπακλας, ξεχειλώνοντας το σφιγκτήρα μου με τον τερατώδη, αλογίσιο ψώλαρό του σε σημείο… αποκόλλησης, εγώ συνέχισα να ουρλιάζω πανευτυχής, ανεμίζοντας τον κώλο μου σα... σημαία!

Κατόπιν ο Γιάννης είχε την έμπνευση να με ‘πάρουν’ όλοι μαζί -μηδέ των ‘φουσκωτών’ εξαιρουμένων- με συνέπεια να στηθεί ένα φοβερό όργιο, στα πλαίσια του οποίου έξι ρεμπεσκέδες μου ξεχαρβάλωναν το μουνί και, πολύ περισσότερο, τον κώλο δίχως έλεος, βρίζοντάς με, ξυλοκοπώντας με ή, ακόμα - ακόμα, πατώντας με κάτω σα σκουπίδι, ενώ εγώ τσίριζα από ευχαρίστηση!

Κανένα μισάωρο μετά, ο αρχιμηχανικός έδωσε… διάλειμμα για όλους εκτός από μένα, υποχρεώνοντάς με, μ’ ένα γερό χαστούκι, προς αποφυγή τυχόν ανυπακοής, πεσμένη όπως ήμουν στα τέσσερα, ν’ ανοίξω τα κωλομέρια μου.

-    «Διάολε, αυτό θα πει ξεκώλιασμα. Κύριοι, η αποστολή μας εστέφθη από πλήρη επιτυχία. Όχι μόνο της ανοίξαμε τη σούφρα σα λαγούμι, αλλά της βγάλαμε έξω τα... άντερα. Τα θερμά μου συγχαρητήρια!», αναφώνησε με επισημότητα.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ο δόλιος ο Νίκος άφησε ένα στριγκό ουρλιαχτό άφατης οργής κι απελπισίας και, δεμένος όπως ήταν στην καρέκλα, έπιασε να τινάζεται πέρα - δώθε τόσο βίαια, που έπεσε κάτω, ενώ εγώ πάλευα αξιοθρήνητα να σπρώξω την άμορφη μάζα από… γλυκάδια που προεξείχε απ’ τη σούφρα μου μες στον κώλο μου, με τα ίδια μου τα χέρια.

-    «Χμ… ο κερατούκλης θύμωσε, γιατί βγάλαμε τ’ άντερα της γυναίκας του απ’ τον κώλο!», τον χλεύασε αναίσθητα ο Γιάννης.

Ύστερα τρόμπαρε την πούτσα του για λίγο κι αμόλησε μες στο στόμα μου, το οποίο κράτησα ανοιχτό κατόπιν εντολής του, ένα ποτάμι αχνιστής, παχύρρευστης ψωλόκρεμας. Και δεδομένου του ότι και οι υπόλοιποι πέντε έσπευσαν να μιμηθούν το… φωτεινό παράδειγμά του, δεν είναι απορίας άξιο που το στόμα μου τίγκαρε οσονούπω στο χύσι!

-    «Άσπρο πάτο, σκρόφα!», αστειεύτηκε το ρεμάλι.

Ο Νίκος με κοιτούσε μαρμαρωμένος απ’ τη φρίκη, πρώτα ν’ αναδεύω το σπέρμα μες στο στόμα μου σα μπετονιέρα, κι ύστερα να το καταπίνω βουλιμικά, βγάζοντας ένα μουγκρητό αληθινής απόλαυσης!

-    «Λατρεύω το χύσι! Θα μπορούσα να το τρώω με τα λίτρα! Είναι η αγαπημένη μου λιχουδιά!», δήλωσα τελείως ξετσίπωτα.

«Άκουσες, Νίκο; Εγώ πάντως δεν έχω ξαναδεί γυναίκα να κάνει έτσι για χοντράδια…», το καθίκι χλεύασε τον… κερασφόρο άντρα μου, που άρχισε πάλι να ουρλιάζει απόκοσμα και να χτυπιέται, λες κι είχε παραφρονήσει απ’ την εκτρωματική σκηνή που είχε δει.


Κεφάλαιο 10ο


Μετά το πέρας του οργίου, κι αφού τα πνεύματα είχαν ηρεμήσει, ο Γιάννης με εξοβέλισε απ’ το σαλόνι, για να μπορέσει να ‘χει μια ήρεμη συζήτηση με τον άντρα μου, όπως είπε χαρακτηριστικά. Δεν ξέρω τι ακριβώς του είπε αλλά είμαι σίγουρη ότι είχε σχέση με την ανεξήγητα ήπια στάση που κράτησε ο Νίκος όταν φτάσαμε σπίτι μας. Ούτε φωνές, ούτε βρισιές, ούτε ψόγοι, ούτε το παραμικρό ίχνος βίας, τίποτα απολύτως!

Περιττό να πω ότι η… μοιρολατρική συμπεριφορά του, εξόν του ότι με βόλευε μια χαρά, μ’ αποθράσυνε τόσο πολύ, που έκανα καθεστώς να οργιάζω μπροστά του. Καθώς δε τον έβλεπα ν’ αλλάζει σιγά - σιγά και ν’ αποδέχεται το νέο του ρόλο, παρατηρώντας πειθήνια τους επιβήτορές μου να με ξεσκίζουν απ’ όλες τις πάντες και να με ταΐζουν με τα χύσια τους, στην ψυχή μου γεννήθηκε μια αμετρίαστη περιφρόνηση γι’ αυτόν!

Βέβαια, η επονείδιστη δουλοπρέπεια του συζύγου μου, δεν αποθράσυνε μοναχά εμένα, αλλά και τον αρχιμηχανικό, ο οποίος κατέστρωνε ολοένα και πιο ‘προχωρημένα’ σε διαστροφικότητα σχέδια για να τον κατεξευτελίζει και να τον τυραννάει. Όπως εκείνες τις φορές που το κτήνος με έβγαζε… βόλτα στο σαλόνι, πεσμένη στα τέσσερα, τραβώντας με απ’ το λουρί που είχε δέσει στο λαιμό μου, δηλώνοντας ότι είμαι η σκύλα του, μ’ εμένα μάλιστα να τον επαληθεύω γαβγίζοντας! Εξάλλου, σα σκύλα αλυχτούσα, όταν οι εκάστοτε γαμιάδες μου, προεξαρχόντων των Γιάννη και Τζος, μου ξέσκιζαν το μουνί και τον κώλο με τις ψωλάρες τους, μέχρι να βγάλουν… αίμα!

Κι όταν το έμψυχο δυναμικό κουραζόταν, ο Γιάννης κατέφευγε στους άψυχους… βοηθούς του. Ο φουκαράς ο Νίκος είχε πάθει σοκ όταν πρωτοείδε τον τριαντάποντο δονητή κι εκείνο το γιγάντιο κομπολόι με τις οκτώ πελώριες χάντρες. Εντούτοις, ατένισε άπραγος το ζώο να μπήγει πρώτα ολόκληρο το ομοίωμα πούτσου στο μουνί μου με δυο μόνο σπρωξιές, κι ύστερα να μου ταπώνει την κωλοτρυπίδα και με τις οκτώ  χάντρες του γιγαντιαίο κομπολογιού, κάνοντάς μου... κολονοσκόπηση!

-    «Σφίξου, μωρή! Σπρώξε έξω το κομπολόι που ‘χει ρουφήξει η κωλάρα σου!», με πρόσταξε, χαστουκίζοντάς με ανάλγητα.

Ποτέ δε θα ξεχάσω την έκφραση απόλυτης αηδίας του Νίκου, μόλις με είδε να υπακούω ανερυθρίαστα την εντολή του αφέντη μου και να σφίγγομαι μανιασμένα, με τη μούρη μου να πρήζεται απ’ το καστίγο*, καταφέρνοντας εν τέλει να αποβάλλω τις πελώριες χάντρες μια - μια. Μάλιστα, όταν έχεσα και την τελευταία, αμόλησα μια βροντώδη πορδή!

-     «Ουά, μπράβο κερατούκλη. Να σου ζήσει!», χλεύασε το γουρούνι, με τους υπολοίπους να κρατάνε τις κοιλιές τους απ’ τα γέλια.
* καστίγο = σφίξιμο


Κεφάλαιο 11ο

Όταν οι μέρες παραμονής του Νίκου σώθηκαν κι έφτασε η ώρα να μπαρκάρει, τον ξεπροβόδισα, για τα μάτια του κόσμου κυρίως, δίχως το παραμικρό ίχνος διαχυτικότητας που ‘χα επιδείξει σε ανάλογες στιγμές στο παρελθόν. Η ψυχρότητα μεταξύ μας, απόρροια του σκοτεινού μυστικού που μοιραζόμασταν, ήταν τόσο απτή, που θα μπορούσες να την κόψεις με μαχαίρι.

Παρότι η παρουσία του δεν είχε αποτελέσει παράγοντα ανάσχεσης στην ακόλαστη δράση μου και παρ’ ότι ήταν παροιμιώδης η ευκολία με την οποία αποδεχόταν τα κέρατά του -επιβλέποντας μάλιστα και τη διαδικασία φυτρώματός τους- η αναχώρησή του με ανακούφισε. Όσο κι αν σιχαινόμουν πλέον το άγγιγμά του και το μικροσκοπικό τσουτσούνι του, ακόμα μ’ ενοχλούσε να τον βλέπω να πονάει και να ξεφτιλίζεται κατά τέτοιο σκανδαλώδη τρόπο.

Τώρα που ‘χε φύγει όμως, μπορούσα να επικεντρωθώ ξανά στο αγαπημένο μου... σπορ, δίχως να τηρώ κανενός είδους πρόσχημα και δίχως να καταπιέζω στο ελάχιστο τη μόνιμη κι ακόρεστη δίψα μου για ανωμαλίες! «Ας αρχίσουν οι χοροί!», σκέφτηκα περιχαρής και κίνησα για το σπίτι του Γιάννη ψοφώντας για γαμήσι μέχρι τελικής πτώσεως.

Τέλος

(Copyright protected OW ref: 26035