Αποπληρώνω σε είδος τα χρέη του ανάπηρου άντρα μου (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Έρχεται στην παρέα ξεσκίσματος της Σούλας και ο παππούς γείτονας και τα όργια συνεχίζονται…

Η ιστορία:

Κεφάλαιο 5ο

Με το πέρασμα το χρόνου, ο Μηνάς περιόρισε τις εξόδους του απ’ το σπίτι στο ελάχιστο, μην έχοντας τα μούτρα να βγει έξω στη γειτονιά, καθώς τα άτομα που έπαιρναν χαμπάρι τα ανομήματά μου αυξάνονταν με γεωμετρική πρόοδο, όπως κατέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό κι αδιαμφισβήτητο τρόπο το περιστατικό με τον κυρ-Πέτρο.

Ο κυρ-Πέτρος ήταν ένα κουτσομπόλικο ραμόλιο, που έμενε στην ακριβώς διπλανή πολυκατοικία. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τον είχα συλλάβει να με παίρνει… μάτι απ’ το μπαλκόνι του σαλονιού του, το οποίο απείχε ούτε πέντε μέτρα απ’ το σπίτι μας.

Εκείνο το μεσημέρι που ο Κίμων, οι μπράβοι, εγώ κι ο Μηνάς είχαμε καταλύσει στην κρεβατοκάμαρα, στο δεύτερο όροφο της οικίας μας, το γερόντιο -συμπτωματικά ή σκοπίμως- πότιζε τις γλάστρες στο μπαλκόνι του, ακριβώς απέναντι απ’ την ορθάνοιχτη μπαλκονόπορτά μας. Όπως ήταν φυσικό, μας εντόπισε αμέσως, μας χαιρέτισε και η αδιάκριτη ματιά του καρφώθηκε πάνω μας. Εγώ τον αντιχαιρέτησα ευγενικά, ωστόσο, στο καπάκι, στράφηκα προς τους… συνοδούς μου και τους ψιθύρισα συνωμοτικά:

-    «Τούτος είναι ο μεγαλύτερος κουτσομπόλης της γειτονιάς, ο κυρ-Πέτρος, που μου την πέφτει συν τοις άλλοις! Προτείνω να του προσφέρουμε ένα ανεπανάληπτο θέαμα.. Πού ξέρετε; Ίσως έτσι να του ‘ρθει κόλπος και να γλιτώσουμε απ’ αυτόν μια και καλή!»

-    «Φοβερή ιδέα, έγραψες μωρό μου!», συγκατένευσε μες στην καλή χαρά ο Κίμωνας, που έτσι εξυπηρετούνταν τα σχέδιά του.

-    «Ποιοι είναι οι κύριοι γειτόνισσα; Δε θα μας συστήσεις;», απαίτησε να μάθει ο πάντα περίεργος γεράκος.

-    «Οι κύριοι είναι οι γαμιάδες μου, παππούλη!», απάντησα εγώ μελιστάλαχτα, αφήνοντας τον κάγκελο.

-    «Εμπρός παιδιά, ξέρετε τη δουλειά σας!», είπα κατόπιν στους εραστές μου, οι οποίοι άρχισαν αυτομάτως να με γδύνουν.

Όταν απέμεινα ολόγυμνη, ο Κίμωνας χούφτωσε τους βύζους μου και τους ανασήκωσε. Ύστερα, έστρεψε το κορμί μου γύρω απ’ τον άξονά του, ούτως ώστε ο γεράκος ν’ αντικρίζει την πίσω πλευρά μου, μπάτσισε ένα κωλομέρι μου και είπε χιουμοριστικά:

-    «Δες βύζοι, παππού, κωλάρα! Δε σε αδικώ που τη... ζαχαρώνεις, κι ας μην έχεις τα κότσια να την… κουλαντρίσεις, λόγω ηλικίας.. Ούτε ο ανάπηρος τα ‘χει, φυσικά. Εγώ τα ‘χω, έτσι την έκανα πουτάνα μου. Δίκιο δεν έχω, μούναρέ μου;»

-    «Δίκιο έχει, παππού, είμαι η πουτάνα του γιατί δε χορταίνω την ψωλάρα του!», συμφώνησα αναίσχυντα, ενώ τα δάχτυλά μου πίεζαν το μεγάλο φούσκωμα ανάμεσα στα πόδια του.

-    «Ωραία τα είπες, καύλα μου. Τώρα όμως, είναι ώρα να δείξουμε στον παππού τι ψωλαρπάχτρα είσαι!», πρότεινε έπειτα εκείνος.

Άλλο που δεν ήθελα εγώ. Ξεβράκωσα τους γαμιάδες μου, τους έστησα στη σειρά και πέρασα από μπροστά τους, επιθεωρώντας σαν αξιωματικός τις πούτσες, τις οποίες και μαλάκιζα, μέχρι να τις… ‘αναστηλώσω’ σ’ όλη τους τη μεγαλοπρέπεια!

-    «Βλέπω αγόρια πως είστε ετοιμοπόλεμα. Ελάτε λοιπόν, τι περιμένετε; Ειδική πρόσκληση;», είπα με νόημα.

Εκείνοι με περικύκλωσαν και, γονατιστή όπως ήμουν, με άρχισαν στα... πουτσοσκάμπιλα. Όμως κι εγώ δεν έμενε άπραγη, αφού κατάφερνα, που και που, να γραπώνω κάποια πούτσα με τα πιπόχειλά μου και να τη βυζαίνω. Παράλληλα, χούφτωνα τα αρχίδια του καθενός και τα ταλάνιζα, κοιτάζοντας προκλητικά τον κυρ-Πέτρο. Τελικά, του είπα χαμογελώντας σατανικά:

-    «Κοίτα δω ψωλάρες παππούλη, κοίτα δω αρχίδια. Δεν νιώθεις τώρα γελοίος που μου την έπεφτες; Με τι προσόντα παππούλη;»

Έπειτα εστίασα πάλι στο ανόσιο έργο μου. Άρπαξα το μαραφέτι του Κίμωνα και το έσφιξα με τέτοια μανία, που μπλάβισε σα μελιτζάνα. Κατόπιν κόλλησα τα χείλια μου στο ψωλοκέφαλο, που προεξείχε σα μπαλόνι αερόστατου, και το ρούφηξα ανελέητα.

-    «Δε φαντάζεσαι μπάρμπα, πως ρουφάει το καυλί μου, η καριόλα! Μηνάκο, η γυναίκα σου δεν κάνει απλά φοβερό τσιμπούκι! Είναι η πιο λυσσασμένη τσιμπουκλού που ‘χω γνωρίσει!», είπε περιπαικτικά ο σάτυρος.

Ο γέρος μειδίασε ειρωνικά, σ’ αντίθεση με το φουκαρά το Μηνά, που άφησε έναν υπόκωφο λυγμό, ο οποίος μετατράπηκε σε παρατεταμένο, αξιοθρήνητο κλαψούρισμα, βλέποντάς με να βυζαίνω, εκτός απ’ τον ‘εξοπλισμό’ του Κίμωνα, κι εκείνον των μπράβων, για να μη μείνουν παραπονεμένοι, κι έπειτα να ξαπλώνω ανάσκελα στο συζυγικό κρεβάτι μας, επιτρέποντας σε όλους ανεξαιρέτως να γαμήσουν τον αχόρταγο μούνο μου, ενώ συνάμα φώναζα, εν μέσω οργασμών, ότι ήθελα να γαμιέμαι όλη μέρα!

Αλλά εκεί που το μαρτύριο του άντρα μου κλιμακώθηκε, ήταν όταν ο Κίμων προέβη στη συνήθη πλέον πρακτική της πρωκτικής παραβίασής μου, βάζοντάς με να γονατίσω με τον κώλο μου στραμμένο προς τον κυρ-Πέτρο, τον οποίον ρώτησε, ενώ μαλακιζόταν.

-    «Έχεις δει ποτέ ξεκώλιασμα… ζωντανά, παππούλη; Τώρα είναι η ευκαιρία σου!»

Έπειτα χαμήλωσε πάνω απ’ τα τουρλωμένα κωλομέρια μου, τα παραμέρισε με τις δαχτύλες του, κι άρχισε να καρφώνει, πόντο - πόντο, τη γαϊδουρόπουτσά του στη σφραγιδόσχημη κωλοτρυπίδα μου, ενώ εγώ ούρλιαζα διαπεραστικά!

-    «Ξέρεις, παππού, γιατί ανοίγει τόσο εύκολα η σούφρα της; Γιατί την έχω ξεκωλιάσει άπειρες φορές!», δήλωσε ο δυνάστης μου. «Έπιασα πάτο, μπάρμπα! Της σούβλισα τον κώλο της ρουφιάνας!», συμπλήρωσε κατόπιν σκωπτικά.

Έπιασε να κουνιέται άγρια μπρος - πίσω, καρφώνοντας και ξεκαρφώνοντας την τρομερή μαλαπέρδα του στα βάθη του σφιγκτήρα μου με λύσσα, ενώ εγώ αλυχτούσα ακατάσχετα, τουρλώνοντας μοιρολατρικά τον πολύπαθο κώλο μου.

-    «Έχω φτάσει στην κοιλιά της! Σε λίγο το ψωλοκέφαλό μου θα της βγει απ’ τον αφαλό! Αυτό θα πει σούβλισμα, έτσι Μηνάκο;», αναφώνησε εν συνεχεία το σαδιστικό κάθαρμα.

Η αναφορά στο όνομα του άντρα μου, μ’ έκανε να στρέψω το πρόσωπό μου προς το μέρος του, για να τον δω να σφίγγει το αμαξίδιό του τόσο απελπισμένα, που οι αρθρώσεις τον δαχτύλων του άσπρισαν. Προφανώς, εκείνο που τον καταρράκωνε, δεν ήταν τόσο ότι κάποιος ξεκώλιαζε τη γυναίκα του -εξάλλου το ‘χε δει να συμβαίνει τόσες πολλές φορές που το ‘χε συνηθίσει- όσο ότι έβλεπε τα πάντα ο κυρ-Πέτρος, ο οποίος είχε βρει… υλικό να σχολιάζει για μήνες.

Κατόπιν ο Κίμων έβαλε στο κόλπο και τα τσιράκια του, που πέρασαν όλοι τον κώλο μου ένα χεράκι, περατώνοντας το ξεχείλωμα της σούφρας μου, όπως επεσήμανε εξάλλου κι ο αρχηγός τους, που κράτησε ανοιχτά τα κωλομέρια μου και ρώτησε τον κυρ-Πέτρο:

-    «Χαίρε βάθος αμέτρητο! Έτσι μπάρμπα; Δεν έχω δίκιο που τη λέω ξεκωλιάρα;»

Ύστερα με πλησίασε από μπροστά, όπως ήμουν πεσμένη στα γόνατα, μου ανασήκωσε το κεφάλι τραβώντας με απ’ τα μαλλιά με το ‘να χέρι του, μαλακίστηκε με το άλλο και μ’ έχυσε στη μάπα. Το ‘φωτεινό’ παράδειγμά του έσπευσαν να μιμηθούν κι οι μπράβοι του, με συνέπεια η… μόστρα μου να καλυφθεί, στην κυριολεξία, από ένα κρεμώδες, παχύρρευστο, λευκό σεντόνι ψωλόζουμου.

-    «Amber alert! Χάθηκε η Σούλα, μια 35χρονη μούνα που ‘χει χάσει το μυαλό της απ’ τον πολύ πούτσο. Ή μάλλον, δε χάθηκε.. εδώ είναι, απλά έχει τόσο πολύ χύσι στη μάπα, που δε γνωρίζεται!», σχολίασε εν είδει αστεϊσμού ο Κίμων, προκαλώντας τα χάχανα της ομήγυρης, συμπεριλαμβανομένου και του κυρ-Πέτρου, πλην του Μηνά, που συνέχιζε να κλαψουρίζει παθητικά και δειλιάρικα.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχα χάσει το μυαλό μου, όπως ισχυριζόταν ο Κίμων. Κατανοούσα ότι ο εξευτελισμός μου ήταν εξίσου μεγάλος με τον εξευτελισμό του συζύγου μου. Εκείνο που αδυνατούσα να ερμηνεύσω ήταν γιατί η άθλια κατάντια μου δε μετρίαζε στο ελάχιστο τη δίψα μου για ανωμαλίες, η οποία με έσπρωξε να βουτήξω το δείχτη και το μέσο του δεξιού μου χεριού στον υγρό διάκοσμο που στόλιζε τη μούρη μου κι έπειτα να ρουφήξω εκκωφαντικά τα δάχτυλά μου, αναφωνώντας συνάμα ξεδιάντροπα:

-    «Νιαμ νιαμ, νόστιμοοο! Θέλω να φάω και το υπόλοιπο, Κίμωνα! Μπορώ;»

-    «Φυσικά και μπορείς, μωρό μου!», απάντησε εκείνος μεγαλόψυχα.

Εγώ ανακάθισα οκλαδόν κι έπιασα να σπρώχνω με τα δάχτυλά μου μες στο στόμα μου το σπέρμα που λίμναζε στη μούρη μου και να το χλαπακιάζω, αφήνοντας ηδονικά μουγκρητά, ενδεικτικά της λατρείας μου για τη χυσοποσία, ενώ το… φιλοθεάμον κοινό εξέφραζε την επιδοκιμασία του με φωνές και σφυρίγματα, εξαιρουμένου του Μηνά, ο οποίος έδειχνε στα πρόθυρα εγκεφαλικού.


Κεφάλαιο 6ο

Μετά το συμβάν με τον κυρ-Πέτρο, ο δύσμοιρος ο σύζυγός μου δεν τολμούσε να βγει απ’ το σπίτι παρά μόνο για να πάει στη δουλειά, μη μπορώντας ν’ αντέξει τις αδιάκριτες ματιές των γειτόνων μας, που ‘χαν πληροφορηθεί το ξεφτιλίκι του απ’ το γερόντιο.

Το δράμα του, βέβαια, απολάμβανε ο αποθρασυμένος απ’ τη δουλοπρεπή συμμετοχή μου σε κάθε είδους ανωμαλία Κίμωνας, ο οποίος, βλέποντας το Μηνά ν’ αδυνατεί να χωνέψει τη δημοσίευση της παθητικότητας με την οποίαν δεχόταν να μου αλλάζουν τα φώτα στον πούτσο, ακριβώς εκεί πατούσε για τον πονέσει πιο πολύ, βρίσκοντας νέους τρόπους εμπλουτισμού του μαρτυρίου του.

Το καθίκι έφτασε κυριολεκτικά στο σημείο να με… εκπορνεύει ακόμα και σε άντρες απ’ το στενό κοινωνικό μας περίγυρο, όπως κείνους τους τρεις μεσόκοπους γείτονές μας, οι οποίοι μας είχαν επισκεφτεί, υποτίθεται, κατόπιν πρόσκλησης του Μηνά για να δουν μαζί ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, και κατέληξαν να μου γαμάνε συγχρόνως το στόμα το μουνί και τον κώλο, περιχαρείς που επαλήθευαν από... πρώτο χέρι τις φήμες που ‘χε διασπείρει ο κυρ-Πέτρος για τη γειτόνισσά τους!

Τα αλλοιωμένα απ’ τη θλίψη χαρακτηριστικά του προσώπου του άντρα μου δεν άφηναν αμφιβολία για τα αισθήματά του, καθώς κοιτούσε άναυδος τα σκουλήκια, που τόσο καιρό του το ‘παιζαν φίλοι, και που τις φάτσες τους ήταν αναγκασμένος να βλέπει κάθε μέρα, να επωφελούνται της ανημποριάς του, ξεμουνιάζοντας και ξεκωλιάζοντας τη γυναίκα του μες στα μούτρα του. Όταν μάλιστα με είδε να βυζαίνω λυσσασμένα τα ψωλοκέφαλα και των τριών με τη σειρά, ‘σαβουρώνοντας’ βουλιμικά τα χύσια τους, δε μπόρεσε να συγκρατήσει, πολλοστή φορά, τα δάκρυά του, αναρωτώμενος συνάμα με οργή:

-    «Γαμώ το κέρατό μου! Έχεις αποβλακωθεί τελείως τρισάθλια πόρνη; Πώς θα βγεις έξω στη γειτονιά μετά από τέτοια αίσχη;»

Δεδομένου του γεγονότος ότι εδώ και μήνες με παρακολουθούσε να γαμιέμαι ασύστολα από όλες τις… μπάντες και να τρώω σπέρμα με τα λίτρα, η ερώτησή του μου φάνηκε τόσο υποκριτική, που δε μπόρεσα να συγκρατήσω ένα χλευαστικό ρουθούνισμα. Κι αυτή ήταν συγκριτικά μια ήπια δοκιμασία επινόησης Κίμωνα, υπό την έννοια ότι ήταν τουλάχιστον ενδεδυμένη μ’ ένα πέπλο σχετικής μυστικότητας, αφού λάμβανε χώρα μες στο άβατο του σπιτιού μας, κάτι που δε μπορούσε κανείς να ισχυριστεί για τη συνήθειά του αριβάρει συχνά-πυκνά με τα τσιράκια του στο μαγαζί μας, να με οδηγούν φανερά στην αποθηκούλα πίσω απ’ το ταμείο, όπου ήταν το πόστο του ανάπηρου συζύγου μου, και να με αλαλιάζουν στο γαμήσι εν μέσω βρισιών και ουρλιαχτών!

Παρότι δεν ήμουν παρούσα, μπορούσα να φανταστώ την αβάσταχτη ντροπή του Μηνά, αναγκασμένος καθώς ήταν να εξυπηρετεί τους πελάτες μας, στων οποίων τα αυτιά έφταναν ολοκάθαρα οι ικεσίες μου προς τους γαμιάδες μου να μου σκίσουν τελείως το μουνί και τον κώλο, ενώ συνάμα ομολογούσα αισχρά ότι πάντα σιχαινόμουν το σύζυγό μου με το ψόφιο πουλάκι του, όταν όμως σακατεύτηκε, τον σιχάθηκα διπλά, γιατί, εξόν του ότι έπρεπε να τον φροντίζω σα μωρό, έγινε ανίκανος και με τη βούλα!


Κεφάλαιο 7ο


Ενάμισης χρόνος έχει περάσει απ’ τη μέρα εκείνη που ο Κίμων εγκαινίασε τη χρήση του κορμιού μου ως μέσο αποπληρωμής του χρέους του συζύγου μου. Δεν είναι λίγες οι φορές που σκέφτομαι πόσο πολύ έχω αλλάξει από τότε.

Το δίχως άλλο, η ελευθεριότητα με την οποία επιτρέπω στο βασανιστή του άντρα μου, στον καταστροφέα του μέλλοντός μας, να με χρησιμοποιεί σαν ένα τιποτένιο και φτηνό σκεύος ηδονής, είναι κατάπτυστη, εντούτοις, δε μπορώ να σταματήσω. Δε μπορώ να διανοηθώ ότι θα πάψω να γεύομαι το υπέροχα αδυσώπητο τρυπάνισμα του μουνιού και του κώλου μου απ’ τα ντούρα παλαμάρια των εκάστοτε γαμιάδων μου κι ότι θα γίνω ξανά εκείνη η μίζερη, δυστυχισμένη κι αγάμητη, για χρόνια και χρόνια, ύπαρξη.

Όχι, αυτό δε θα συμβεί. Συμφωνεί κι ο Αφέντης μου, που μ’ έχει διαβεβαιώσει ότι ακόμα κι αν ξεπληρώσω το χρέος, θα συνεχίσω να ‘μαι η γαμιόλα του! Ποτέ μα ποτέ δε θα ξαναγίνω η σεξουαλικά στερημένη γυναίκα του ανάπηρου. Ποτέ των ποτών!

Τέλος