Τον άντρα μου τον ναυτικό τον έχω κάνει τάρανδο (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η Σοφία προσπαθεί να γλιτώσει την φίλη της από την ξεφτίλα του κερατώματος, αλλά πέφτει και η ίδια στην παγίδα ξεπερνώντας τις αναστολές της και παρασύρεται σε ξέφρενα ξεσκίσματα… Το κέρατο πάει σύννεφο!


Η ιστορία:


Κεφάλαιο 1

Το όνομά μου είναι Σοφία κι αυτή είναι η ιστορία μου. Είμαι 28 χρονών και παντρεμένη εδώ και εννέα χρόνια. Την καλύτερή μου φίλη τη λένε Τίνα, είναι συνομήλική μου και παντρεμένη επίσης εννέα χρόνια. Για την ακρίβεια, παντρευτήκαμε τους συζύγους μας -οι οποίοι είναι επίσης φίλοι μεταξύ τους- σε κοινή τελετή. Απ’ αυτό και μόνο μπορείτε να καταλάβετε πόσο δεμένες είμαστε η μία με την άλλη.. καλύτερα κι από αδερφές.

Με την Τίνα γνωριστήκαμε την πρώτη μέρα στο Λύκειο, όταν κάτσαμε στο ίδιο θρανίο, πιο πολύ απ’ ανάγκη, παρά από επιλογή, μιας κι ήμασταν οι μόνες που δεν ξέραμε ψυχή στην τάξη, καθότι και οι δυο είχαμε μόλις μετακομίσει. Η αλήθεια είναι ότι δε μοιάζαμε καθόλου, ούτε στο χαρακτήρα, ούτε στην εμφάνιση. Η Τίνα ήταν αλέγρα, εξωστρεφής κι από τότε έδειχνε ότι θα εξελισσόταν στην κλασσική, ξανθιά σεξοβόμβα που ‘ναι σήμερα, με τις ‘αμαρτωλές’ καμπύλες. Εγώ αντιθέτως ήμουν πάντα πιο εσωστρεφής και ντροπαλή, παρά την… αριστοκρατική ομορφιά μου -τουλάχιστον έτσι μου λένε- με το ψηλό και λιγνό κορμί μου, τα μακριά καστανά μαλλιά μου και τα μεγάλα καστανά μάτια μου.

Παρά τις διαφορές μας, αναπτύχθηκε αυτόματα ανάμεσά μας μια συμπάθεια, η οποία εξελίχθηκε σε μια φιλία τόσο δυνατή, που γίναμε αχώριστες εντός κι εκτός σχολείου. Μαζί γνωρίσαμε και τους μέλλοντες συζύγους μας, σ’ ένα κλαμπ, λίγο μετά την αποφοίτησή μας απ’ το λύκειο. Ο Νίκος κι ο Πέτρος ήταν τότε 27 χρονών και με μεγάλη πείρα στο θέμα… ‘γυναίκα’ -ναυτικοί γαρ- έτσι δεν δυσκολεύτηκαν να μας ‘ρίξουν’. Ευτυχώς όμως ήταν έντιμα παιδιά, έτσι έκαναν το σωστό και μας παντρεύτηκαν.

Παρά τη μοναξιά που συνοδεύει τη ζωή της γυναίκας του ναυτικού, αφιερωθήκαμε κι οι δυο ολόψυχα στο γάμο μας, φροντίζοντας το σπίτι μας αρχικά, κι αργότερα τα παιδιά μας, που ήρθαν στην πορεία. Εξάλλου, δεν ήμασταν και τόσο… μόνες, αφού κι οι δυο ζούσαμε μαζί με τα πεθερικά μας. Ξέρω τι θα πείτε.. σπάσιμο. Παρόλα αυτά, δεν ήταν έτσι. Τόσο τα πεθερικά τα δικά μου, όσο κι εκείνα της Τίνας, ήταν άνθρωποι μάλαμα. Να φανταστείτε, ακόμα κι όταν από κοινού αποφασίσαμε να εργαστούμε, κυρίως για να μετριάσουμε την ανία του εγκλεισμού στο σπίτι, τα γερόντια ανέλαβαν πρόθυμα τα παιδιά μας, για όσο εμείς θα λείπαμε. Το ίδιο θερμά στήριξαν την απόφασή μας κι οι άντρες μας, οι οποίοι, όχι μόνο ενέκριναν τα σχέδιά μας, αλλά μας βρήκαν και δουλειά στα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρείας που ανήκαν και οι ίδιοι.

Έτσι κύλησαν οκτώ ήρεμα χρόνια. Όλα όμως άλλαξαν δραματικά, έπειτα από μια συνάντησή μου με την Τίνα σ’ ένα καφέ. Πρώτη έφτασα εγώ, νιώθοντας προβληματισμένη, αφού η φίλη μου είχε ακουστεί ανήσυχη στο τηλέφωνο, χωρίς να δώσει λεπτομέρειες.

-     «Τι συμβαίνει φιλενάδα; Μου φάνηκες… κάπως πριν που μιλήσαμε…», ρώτησα την Τίνα μόλις έφτασε.

-    «Να, Σοφάκι, πως να στο πω... χθες εγώ κι ο κύριος Αναγνώστου ο αρχιμηχανικός, ο προϊστάμενός μου ξέρεις, είχαμε μείνει μόνοι στην εταιρία, δουλεύοντας ως αργά και ξαφνικά βρεθήκαμε, δεν ξέρω κι εγώ πως, να το… κάνουμε..», απάντησε η Τίνα αχνά.

Το νέο χτύπησε με χτύπησε σαν κεραμίδα. Όταν επιτέλους κατάφερα να συνέλθω, έβαλα τις φωνές.

-    «Θεέ μου! Τι πήγες κι έκανες; Δε σκέφτηκες τον Πέτρο; Το παιδί;», ρώτησα την Τίνα γεμάτη αγωνία.

-    «Ότι και να πεις έχεις δίκιο, φιλενάδα. Δεν ξέρω τι έγινε. Μάλλον η στέρηση με βάρεσε στο κεφάλι…», ψέλλισε η φίλη μου.

-    «Είσαι σοβαρή! Η στέρηση σ’ έκανε να γαμηθείς μ’ αυτό το αηδιαστικό γουρούνι; Τέλος πάντων, αυτό που μετράει τώρα, είναι να μην το ξανακάνεις!», της είπα εγώ απότομα, χτυπώντας το χέρι μου πάνω στο τραπέζι με πυγμή.

-    «Αχ Σοφία, δεν ξέρω αν έχω τη δύναμη. Προσπάθησε να καταλάβεις…», αποκρίθηκε η Τίνα με φωνή τρεμάμενη από απόγνωση.

-     «Είσαι ηλίθια, δεν εξηγείται αλλιώς! Κάνε ότι σε φωτίσει ο Θεός!», είπα εγώ, σηκώθηκα και βγήκα απ’ το καφέ εξοργισμένη.


Κεφάλαιο 2ο


Στον επόμενο μήνα, η Τίνα πάσχισε να επικοινωνήσει μέσω τηλεφώνου μαζί μου πολλές φορές, αλλά η κατάληξη ήταν πάντα ίδια.. εγώ τη ρωτούσα αν είχε ξεκόψει απ’ τον εραστή της, εκείνη απαντούσε αρνητικά κι εγώ της έκλεινα το τηλέφωνο. Η διαιώνιση του προβλήματος μ’ έσπρωξε να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου. Ο αρχιμηχανικός διοργάνωνε σπίτι του ένα Πρωτοχρονιάτικο πάρτι, οπότε θα είχα την ευκαιρία να τον πλησιάσω και να του ζητήσω καθαρά να αφήσει τη φίλη μου ήσυχη.

Το πάρτι είχε σουξέ. Όλοι διασκέδαζαν ξέφρενα, και πιο ξέφρενα απ’ όλους η Τίνα, που χόρευε τρίβοντας αισχρά το κορμί της πάνω στον αρχιμηχανικό ή πιλατεύοντας τα γεννητικά του όργανα, έστω και πάνω από τα ρούχα! Αλλά ευτυχώς υπήρχε τόσο μικρή ορατότητα απ’ την πολυκοσμία και το χαμηλό φωτισμό, που κανείς δεν κατάλαβε τίποτα, εξόν από μένα, που αποφάσισα να δράσω, σίγουρη πια ότι το πράμα δεν έπαιρνε αναβολή. Πώς θα τους ξεμονάχιαζα όμως, για να τους μιλήσω;

Για καλή μου τύχη, το πρόβλημα αυτό λύθηκε, όταν είδα το ‘αμαρτωλό’ ζεύγος να ξεγλιστράει συνωμοτικά στον πάνω όροφο. Χωρίς να διστάσω, τους ακολούθησα και τους είδα να τρυπώνουν σε ένα δωμάτιο με τόση πρεμούρα, που άφησαν μισάνοιχτη την πόρτα! Πλησίασα αργά αλλά, πριν μπουκάρω, σκέφτηκε να κρυφοκοιτάξω, για να πάρω μια ιδέα για το τι θ’ αντιμετώπιζα. Μια απορία με βασάνιζε εξαρχής.. τι έβρισκε η Τίνα στο χοντρό, μεσόκοπο κτήνος; Το μυστήριο λύθηκε όταν είδα το πελώριο πέος του, το οποίο τα χείλη της φίλης μου βύζαιναν με τρομερή βουλιμία, βγάζοντας έναν ήχο που αντηχούσε σ’ όλο το δωμάτιο!

-    «Χο! Πώς ρουφάς έτσι το παπάρι μου πουτανάκι! Λες και θες να μου το ξεκολλήσεις!», της πέταξε χυδαία ο αρχιμηχανικός.

-    «Το μουνί μου έχει πάρει φωτιά, Γιάννη! Σε παρακαλώ, σκίσε με την ψωλάρα σου!», τον εκλιπάρησε χυδαία η Τίνα.

-    «Που είσαι, ρε Γιάννη; Σε λίγο αλλάζει ο χρόνος! Ρε παιδιά, που είναι ο οικοδεσπότης μας;», ακούστηκε άξαφνα μια φωνή σα γκάρισμα απ’ τον κάτω όροφο, όπου η μουσική είχε πάψει εν αναμονή της μεγάλης στιγμής.

-    «Φτου! Πήγε ήδη δώδεκα; Πρέπει να πάμε κάτω!», στέναξε εκείνος.

Σε αντίθεση με την Τίνα, που, τελείως παράλογα, πάσχιζε να τον εμποδίσει να βρακωθεί, τραβώντας τα ρούχα του αντίθετα απ’ ότι τα τραβούσε εκείνος και γεμίζοντας φιλιά το μόριό του!

-    «Σε παρακαλώ Γιάννη, μη φεύγεις! Κλείσε την πόρτα κι έλα να μου σκίσεις το μουνάκι! Το ‘χω ανάγκη!», βόγκηξε με παράπονο.

-    «Είσαι τελείως ηλίθια, μωρή; Αν δεν κατέβουμε κάτω αμέσως, μπορεί να έρθει κανείς εδώ πάνω και να μας κάνει τσακωτούς!», ξανάπε εκείνος εκνευρισμένος με την επιμονή της και της έριξε μια βίαιη σπρωξιά στέλνοντάς τη να κυλιστεί τρία μέτρα πιο πέρα. «Ηλίθια πουτάνα!», μονολόγησε και ξεπόρτισε απότομα, με μένα μόλις να προλαβαίνω να κρυφτώ στο διπλανό δωμάτιο.


Κεφάλαιο 3ο

Την υπόλοιπη νύχτα την πέρασα ατενίζοντας το καθίκι άγρυπνα, με βλέμμα γεμάτο μίσος. Όταν η ώρα πήγε τέσσερις, κι ενώ στο σπίτι είχαμε μείνει μόνο οι δυο μας, εκτός απ’ την Τίνα, που είχε λιποθυμήσει απ’ το μεθύσι στο ίδιο δωμάτιο όπου είχα παρακολουθήσει ιδίοις όμμασι τον εξευτελισμό της, τον πλησίασα τρέμοντας από οργή.

-    «Λοιπόν δεσποινίς, μήπως δεν έχετε μεταφορικό μέσο; Να καλέσω ένα ταξί;», με ρώτησε εκείνος με γλοιώδη αβροφροσύνη.

-    «Δε με γνωρίζεις; Είμαι η κολλητή της Τίνας. Μας έχεις δει μαζί στην εταιρεία, έτσι δεν είναι;», τον ρώτησε εγώ απότομα.

-    «Μα ναι, είστε η Σοφία. Τι μπορώ να κάνω για σας;», συνέχισε εκείνος το χαβά του, ενσαρκώνοντας τον τέλειο οικοδεσπότη.

-    «Υπάρχει όντως κάτι που μπορείς να κάνεις. Να αφήσεις τη φίλη μου ήσυχη, βρομογούρουνο!», του πέταξα με οργή.

-    «Να την αφήσω ήσυχη; Εκείνη δεν αφήνει ήσυχο εμένα. Δεν χορταίνει πήδημα η σκύλα!», απάντησε το κάθαρμα ετοιμόλογα.

Η ωμή και ταχύτατη απόκρισή του με’ αποστόμωσε, μη μπορώντας να βρω κάτι να πω, όσο κι αν ζούπαγα το μυαλό μου.

-    «Γιατί δεν μιλάς; Μήπως ζηλεύεις; Μήπως θες κι εσύ λίγη... δράση, μωρό μου;», ρώτησε το καθίκι και με πλησίασε απειλητικά.

-    «Αϊ χάσου! Θα ξυπνήσω την Τίνα και θα φύγουμε τώρα!», απάντησα, κινώντας για τη σκάλα που οδηγούσε στον πάνω όροφο.

Όμως πριν προλάβω να κάνω δυο βήματα, ο αρχιμηχανικός μ’ άρπαξε από πίσω και με κόλλησε με τη μούρη στον τοίχο. Έπιασα να παλεύω για να ξεφύγω, ιδίως σαν ένιωσα τα χέρια του ν’ αγγίζουν το κορμί μου. Αλλά αυτό που μ’ έκανε να πετρώσω από τρόμο, ενώ εκείνος πίεζε τώρα πάνω στον κώλο μου τον καβάλο του, δεν ήταν τόσο η τραγική θέση μου, όσο η... ζεστασιά που κατέκλυσε άξαφνα το φύλο μου! Και το σκηνικό έγινε πιο ζοφερό, όταν το κτήνος, εκμεταλλευόμενο το σοκ μου, έβγαλε έξω τα βυζάκια μου κι έτριψε ηδονικά τις ντούρες από... καύλα θηλές μου!

Και δε σταμάτησε εκεί, αφού έπειτα μου έβγαλε το φόρεμα, έσκισε το στρινγκ μου κι έπιασε να χαϊδεύει λάγνα τον κώλο μου, σέρνοντας ηδονικά τη μεσαία δαχτύλα του πάνω στη σχισμή που χώριζε τα κωλομέρια μου, ώσπου έφτασε στη μουνοχαράδρα μου, την οποία γρατζούνισε αργά κι ερεθιστικά! Κι όταν με έστρεψε προς την πλευρά του, κι έπιασε να πιπιλάει και να δαγκώνει άγρια τις ρώγες μου, καύλωσα τόσο πολύ, που το μουνί μου έγινε μούσκεμα, πράγμα που μ’ έκανε σχεδόν να κλάψω από ντροπή!

Ο κύριος Αναγνώστου άφησε ένα κοφτό, μοχθηρό γελάκι, μόλις κατάλαβε την αλλαγή στα αισθήματά μου και με οδήγησε απ’ το χεράκι ως τον καναπέ, όπου με κάθισε και πήρε θέση ακριβώς μπροστά μου.

-    «Λούτσα είσαι, πουτανάκι! Καύλωσες, ε;», μου είπε κοροϊδευτικά και ξεβρακώθηκε ταχύτατα, πετώντας κυριολεκτικά μες στα μούτρα μου τη μαλαπέρδα του, που από τόσο κοντά έδειχνε εξωπραγματική!

Ύστερα την άρπαξε απ’ τη ρίζα της και σα να ‘ταν κάτι τελείως φυσικό, έπιασε να την τρίβει σ’ όλο μου το πρόσωπο κι ιδίως στα χείλη μου, πάνω στα οποία την πίεζε λες κι ήθελε να τα… ξεκλειδώσει, ενώ εγώ δεν πρόβαλα την παραμικρή αντίσταση! Και το χειρότερο ήταν ότι τα κατάφερε, αφού, χωρίς καλά - καλά να γνωρίζω τι κάνω, άνοιξα τα χείλη μου και φίλησα τη βάλανό του βαθιά, αισχρά και ρουφηχτά, τόσες πολλές φορές, που ‘χασα το μέτρημα, καταλήγοντας μπουκωμένη με το μακρινάρι του σε σημείο σκασμού, να το ρουφάω διψασμένα, κουνώντας βίαια το κεφάλι μου μπρος - πίσω!

«Θεέ μου, τι κάνω!», σκέφτηκα μ’ απόγνωση, καθώς στο μυαλό μου ήρθαν τα πρόσωπα του άντρα και των παιδιών μου, παρ’ όλα αυτά συνέχισα να βυζαίνω το μαρκούτσι του σάτυρου με τόση μανία, που τα χέρια μου γράπωσαν τα χοντρά, μαλλιαρά κωλομέρια του και τον τράβηξαν προς το μέρος μου, ούτως ώστε ο σάρκινος κορμός να εισχωρήσει πιο βαθιά στο λαρύγγι μου!

-    «Ωχ, τι πίπα είναι αυτή, καύλα μου! Εσύ είσαι πιο λυσσάρα κι απ’ την ψωλαρπάχτρα τη φίλη σου!», μούγκρισε ο αρχιμηχανικός.

Λίγο μετά, απαγκιστρώθηκε απ’ τα χείλη μου, γονάτισε ανάμεσα στα πόδια μου, καθιστή όπως ήμουν στον καναπέ, κι έτριψε το μουνί μου με την ψωλάρα του, κοπανώντας παιχνιδιάρικα το ψωλοκέφαλό του πάνω στα μουνόχειλα και στην κλειτορίδα μου.

-    «Ήρθε η ώρα, πουτανάκι! Θα φας το γαμήσι της ζωής σου!», μου σφύριξε, ενώ εγώ πλέον βογκούσα ακατάσχετα από καύλα.

Κι ακόμα χειρότερα, όταν το κτήνος σούβλισε το μουνάκι μου κι ύστερα έπιασε να μπήγει σαδιστικά τη μαλαπέρδα του στα πιο αβυσσαλέα βάθη μου, πετώντας μου κυριολεκτικά τα μάτια έξω, όχι μόνο βόγκηξα, όχι μόνο ούρλιαξα σαν υστερική, αλλά άκουσα έντρομη τον εαυτό μου ν’ απαιτεί:

-    «Αχ ναι, Γιάννη, γάμησε το μουνάκι μου! Σκίσ’ το μου! Θεέ μου, είναι φανταστικό! Με τρελαίνεις!»

-    «Αν θα στο σκίσω, λέει! Τούνελ θα στο κάνω, καριόλα!», φώναξε κείνος κι έπιασε να με γαμάει ακόμα πιο βίαια, κάτι που όχι μόνο δε μ’ ενόχλησε όμως, αλλά μου χάρισε συνεχείς οργασμούς, οι οποίοι με υπέταξαν άνευ όρων στις ορέξεις του γαμιά μου.

Έτσι, όταν μ’ έβαλε να γονατίσω με το κωλαράκι μου τουρλωμένο, λέγοντας μου ωμά ότι θα με ξεκωλιάσει, το μόνο που έκανα ήταν να ψελλίσω ικετευτικά, δίχως το παραμικρό ίχνος της έπαρσης που είχα δείξει λίγα λεπτά πριν:

-    «Μη με πονέσεις, Γιάννη! Είναι η πρώτη μου φορά κι ο πούτσος σου είναι τόσο μεγάλος. Να είσαι τρυφερός μαζί μου…»

-    «Τρυφερός; Θα σε ξεσκίσω, πουτάνα!», είπε εκείνος.

Γονάτισε από πίσω μου, άνοιξε τα οπίσθιά μου, ακούμπησε την ψωλή του στον παρθένο σφιγκτήρα μου κι άρχισε να σπρώχνει δυνατά, μπήγοντας ανάλγητα το πελώριό του ψωλοκέφαλο στον κώλο μου. Ένας φριχτός πόνος με συντάραξε και τσίριξα τόσο εκκωφαντικά, που ‘κανα τα τζάμια των παραθύρων να… τρίξουν! Ωστόσο, δείχνοντας μια ζοφερή μοιρολατρία, υπέμενα στωικά το μαρτύριό μου, παρότι το ρεμάλι συνέχιζε να παλουκώνει απτόητο τον κώλο μου με τη μαλαπέρδα του, ώσπου έπιασε πάτο. Τότε μου έριξε ένα σκαμπίλι στα καπούλια και είπε ειρωνικά:

-    «Πονάς μωρή ρουφιάνα, έτσι; Εμ, βέβαια, αφού ο πούτσος μου σου έχει ανοίξει την κωλοτρυπίδα σα… φρεάτιο!»

Άξαφνα όμως, και προς μεγάλη μου φρίκη, αντιλήφθηκα ότι ο πόνος με... ερέθιζε! Κι όταν το ζώο έπιασε να κουνιέται μπρος - πίσω, κάθε φορά που έμπηγε το παλούκι του στο σουφρί μου, εγώ, όχι μόνο δεν πονούσα πια, αλλά έχυνα σα βρύση, με συνέπεια να τουρλώνω ασυναίσθητα τον κώλο μου και να ουρλιάζω, όχι από πόνο, αλλά από ηδονή!

-    «Γουστάρεις, μωρή, ε; Πες το..  πες ότι σ’ αρέσει να την τρως στον κώλο! Πάντα το έλεγα εγώ.. αυτές που το παίζουν ηθικές και καθωσπρέπει, είναι οι πιο μεγάλες ψώλες!», πανηγύρισε το σκουλήκι, σφαλιαρίζοντας με μίσος τα κωλομέρια μου!

Εντούτοις, το εφιαλτικό στοιχείο του σκηνικού δεν ήταν αυτό, αλλά ότι άκουσα, σα μέσα σε όνειρο, τον εαυτό μου να λέει:

-    «Αουχ, ναι Γιάννη! Μ' αρέσει! Μ' αρέσει τόσο πολύ! Σκίσε μου τον κώλο με την πουτσάρα σου! Ναι, έτσι, όλο μέσα!»

Μετά την ομολογία μου, το καθίκι χαχάνισε, βλέποντας το μέγεθος της επιβολής του πάνω μου, κι έδωσε το τελικό χτύπημα. Αποσύρθηκε απ’ τον κώλο μου μονομιάς, ξεσκίζοντάς με -ιδίως το ξεκάρφωμα της βαλάνου του ένιωσα να μου ανοίγει τη σούφρα σα… γαρίφαλλο, κάνοντάς με να γρούζω σα σφαγμένο ζώο- με ξάπλωσε ανάσκελα στον καναπέ κι έκατσε πάνω στα βυζιά μου.

-    «Θέλω να σε δω να αρμέγεις το χύσι μου με τις χειλάρες σου, κάργια!», με διέταξε και μου τάπωσε το στόμα με τον πούτσο του.

Ειλικρινά, όχι απλά δεν είχα κάνει ποτέ κάτι τέτοιο, αλλά με έπιανε αναγούλα στην ιδέα και μόνο! Ακόμα κι όταν είχε τολμήσει να μου το ζητήσει ο Νίκος στην αρχή της σχέσης μας, τότε που ήμουν τρελή μαζί του, είχα αρνηθεί μετά βδελυγμίας. Τώρα όμως, τελείως ανεξήγητα, ένιωθα μια αφόρητη δίψα για τα χύσια του κτήνους! Έτσι έπιασα να βυζαίνω το ψωλοκέφαλό του με τρομερή λύσσα, καταπίνοντας τα ζουμί που αμόλαγε η ψωλή του, πριν καλά - καλά καταλάβω τη γεύση του! Κι αυτό που έκανε ακόμα πιο οικτρή την κατάντια μου, ήταν ότι συνέχισα να βυζαίνω ακόμα αι όταν ήταν προφανές ότι δεν είχε μείνει τίποτα!

-    «Ωχ, όλα τα έφαγες, σκύλα! Με ξεζούμισες!», βόγκηξε το γουρούνι και κατέρρευσε σε μια πολυθρόνα.

Εγώ έσπευσα να μετακινηθώ προς την ίδια κατεύθυνση, ούτως ώστε να μην αποχωριστώ καθόλου το εκπληκτικό μαρκούτσι του! Πέντε λεπτά μετά, έχοντας ηρεμήσει κι επανακτήσει την αυτοκυριαρχία μου, ένιωσα να με κατακλύζουν οι τύψεις για τις έκφυλες πράξεις στις οποίες είχα επιδοθεί. Μην αντέχοντας ούτε λεπτό παραπάνω μέσα σε αυτό το άντρο της αμαρτίας, ντύθηκα βιαστικά και τράπηκα σε άτακτη φυγή.


Συνεχίζεται...

2ο μέρος

(Copyright protected OW ref: 24526)