Βιτσιόζα διεστραμμένη δασκάλα (5ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)

 

-    «Νομίζεις πως δεν θα έχεις πρόβλημα έτσι που την παράτησες;», τόλμησε να ρωτήσει η Μαριάννα τον Μαρκ.

Παρόλο που τα χέρια της πονούσαν από τις ατσάλινες χειροπέδες και τα βυζιά της ήταν γεμάτα τσιμπιές και κοκκινίλες απ’ τα χτυπήματα της βέργας, εκείνη νοιαζόταν και για την αστυνομικίνα.

-    «Με το κωλοαυτοκίνητό σου τουμπαρισμένο εκεί πέρα, είναι σίγουρο ότι και κάποιος άλλος μπάτσος θα σταματήσει να δει τι συμβαίνει. Θα την βρουν πολύ γρήγορα να ‘σαι σίγουρη. Όχι βέβαια ότι θα σκάσω κιόλας αν δεν τη βρουν. Πάντως θα ‘θελα πάρα πολύ να δω τις φάτσες τους όταν θα την ανακαλύψουν. Έτσι δεμένη ολόγυμνη στο δέντρο και με το κλομπ στο μουνί της θα είναι σπουδαίο θέαμα. Βάζω στοίχημα ότι θα καυλώσουν όλοι τους με το που θα την αντικρίσουν!», είπε ο Μαρκ γελώντας δυνατά καθώς φαντάστηκε τη σκηνή.

Η Μαριάννα κούνησε το κεφάλι της διώχνοντας τα μακριά μαλλιά της από τα μάτια της και κάρφωσε το βλέμμα ίσια μπροστά στον σχεδόν άδειο δρόμο. Η στολή της αστυνομικίνας της έπεφτε μικρή. Τα πλούσια στήθια της πίεζαν απειλητικά τα κουμπιά του πουκαμίσου ενώ η φούστα είχε κολλήσει πάνω στα τορνευτά κωλομέρια της σαν δεύτερο δέρμα. Που να πάρει σκέφτηκε η κοπέλα. Βρισκόταν μέσα σε ένα: κλεμμένο περιπολικό της αστυνομίας και κατευθυνόταν στο άγνωστο με οδηγό τον βιαστή της που ήταν ένας κοινός δραπέτης εγκληματίας.

Ήξερε ότι αν έφταναν στην καλύβα του δεν θα την ξανάβλεπε κανείς άλλος εκτός από το βιαστή της. Αυτές οι σκέψεις την φόβισαν. Ξαφνικά ένιωσε μόνη και αβοήθητη μέσα σ’ ένα εχθρικό κόσμο. Όλοι οι φίλοι της, οι μαθητές της, οι γονείς τους, οι συνάδελφοί της, ήταν όλοι χιλιάδες μίλια μακριά. Το χαμόγελο είχε εξαφανιστεί εδώ και ώρες από τα χείλη της. Το περιβάλλον έξω από το αυτοκίνητο άρχισε να αλλάζει. Τα ψηλά βουνά φαίνονταν τώρα πιο κοντά και ο δρόμος απότομα είχε γίνει ανηφορικός. Η καλύβα όλο και πλησίαζε, σκέφτηκε απογοητευμένη η νεαρή δασκάλα. Ήξερε πολύ καλά ότι αν τελικά έφταναν στην καλύβα δεν θα υπήρχαν πιθανότητες να το σκάσει.

Για μια στιγμή, σκέφτηκε να τον αναγκάσει να τρακάρει και το περιπολικό όπως είχε συμβεί και με το δικό της το αυτοκίνητο. Γρήγορα όμως το μετάνιωσε μόλις φαντάστηκε τι θα της έκανε τότε ο αδίστακτος δραπέτης απαγωγέας της. Οι πιθανότητες να επιζήσει από μια τέτοια δεύτερη ενέργεια ήταν ελάχιστες. Και •το ήξερε.

Έτσι καθόταν εκεί δίπλα του με τη στολή να την σφίγγει και να την ενοχλεί και τους καρπούς της να πονάνε από τις χειροπέδες. Ένιωθε ντροπιασμένη που δεν φορούσε καθόλου εσώρουχα. Και ήταν σίγουρη πως μόνο με κάποιο θαύμα θα σωζόταν.

Είχαν περάσει περισσότερες από δύο ώρες που ταξίδευαν. Τα ίχνη του πολιτισμού γύρω τους είχαν εξαφανιστεί τώρα. Μόνο ψηλά δέντρα και ο έρημος δρόμος. Σύντομα ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος τελείωσε. Τώρα έτρεχαν με το περιπολικό σ’ έναν σκονισμένο χωματόδρομο.

Κοίταξε τον άντρα δίπλα της που οδηγούσε ακούραστα τόσες ώρες. Τα μάτια του γυάλιζαν παράξενα ενώ ένα περίεργο χαμόγελο είχε απλωθεί στα χείλια του. Ποιος ξέρει τι να σκεφτόταν; Πάντως οδηγούσε πολύ επιδέξια ανάμεσα στις λακκούβες του χωματόδρομου. Λίγα μίλια αργότερα σε μια στροφή του ανηφορικού χωματόδρομου η Μαριάννα διέκρινε κάπου μπροστά τους ένα μικρό χωριό. Όταν πλησίασαν πιο κοντά η κοπέλα πρόσεξε ότι δεν ήταν καν χωριό. Ένα βενζινάδικο, ένα μαγαζί γενικού εμπορίου, ένα παλιό μοτέλ και καμιά δεκαριά σπιτάκια σκορπισμένα στην πλαγιά του βουνού ανάμεσα στα δέντρα.

Η Μαριάννα πανικοβλήθηκε. Δεν έβλεπε πουθενά ψυχή. Σκέφτηκε ότι ίσως να ήταν κάποιο εγκαταλειμμένο από τους κατοίκους του χωριό. Όταν πια είχαν σχεδόν φτάσει πρόσεξε κάνα δύο ανθρώπους που περιφέρονταν εδώ και εκεί.

-    «Θα βάλουμε βενζίνη και θα ψωνίσουμε ότι χρειαζόμαστε εδώ!», είπε ο Μαρκ. «Μπορεί ακόμα να κοιμηθούμε στο μοτέλ για να ξεκουραστούμε και θα συνεχίσουμε νωρίς - νωρίς αύριο το πρωί. Είμαι σίγουρος ότι το πρώτο σπίτι του χωριού και λίγο πιο πριν από τα υπόλοιπα ήταν βενζινάδικο».

Μόλις έφτασαν βγήκε να τους υποδεχτεί ένας ψηλός γεροδεμένος νεαρός με ξανθά μαλλιά και όμορφο πρόσωπο. Μόλις είδε το περιπολικό παράτησε το περιοδικό με τις τσόντες που διάβαζε και βγήκε στην αυλή. Πλησίασε και έσκυψε στο παράθυρο.

-    «Γέμισέ το. όλο!», είπε απότομα ο Μαρκ.

Μόλις ο νεαρός γύρισε την πλάτη του για να πάρει την αντλία και κατευθύνθηκε στο πίσω μέρος, η Μαριάννα ρώτησε τον Μαρκ!

-    «Και με τι θα τον πληρώσουμε; Αφού ξέρεις ότι δεν έχουμε χρήματα».

-    «Δε μας χρειάζονται χρήματα».

-    «Ω, γαμότο! Δεν πιστεύω να θες να ληστέψεις τούτο το μέρος. Θα μας πάρουν είδηση και θα μας σκοτώσουν και τους δύο εδώ πέρα!», είπε έντρομη η κοπέλα.

Ήθελε να ανοίξει την πόρτα και να το σκάσει αλλά η πόρτα ήταν κλειδωμένη και τα χέρια της ήταν ακόμα με τις χειροπέδες. Ο Μαρκ δεν ξαναμίλησε μέχρι που ο νεαρός γέμισε το ντεπόζιτο και ήρθε ξανά στο παράθυρο για να πληρωθεί.

-    «Δεν έχω καθόλου χρήματα…», του είπε τότε.

-    «Μάλιστα, πολύ ωραία!», είπε ο νεαρός κοροϊδευτικά. «Μήπως θα θέλατε να μου πείτε ότι έχετε το δικαίωμα να μην πληρώσετε επειδή είστε αστυνομικοί; Λοιπόν για ακούστε καλά! Στ’ αρχίδια μου αν είστε μπάτσοι ή όχι! Και τώρα κατέβαινε τα λεφτά!»

-    «Τι τρέχει πιτσιρίκο; Δεν γουστάρεις τους μπάτσους;», τον ρώτησε ο Μαρκ.

-    «Όχι, κι αυτό είναι δικιά μου δουλειά. Τώρα πέφτε το παραδάκι!»

-    «Λοιπόν, ξέρεις ούτε κι εγώ χωνεύω τους μπάτσους!», του είπε ξανά ο Μαρκ.

-    «Αφού εσύ είσαι μπάτσος!», διαμαρτυρήθηκε ο νεαρός βενζινάς.

-    «Όχι, δεν είμαι καθόλου!»

-    «Αφού οδηγείς το μπατσάδικο».

-    «Το έχω κλέψει, είτε το πιστεύεις είτε όχι!»

-    «Γαμότο!», είπε χαμογελώντας ο νεαρός. «Και τι διάολο είναι αυτή;», ρώτησε γνέφοντας προς την Μαριάννα.

-    «Α, αυτή είναι πράγματι μια μπατσίνα. Αλλά είναι αιχμάλωτή μου. Δεν βλέπεις ότι της φόρεσα τις χειροπέδες; Την πήρα μαζί μου σαν όμηρο!»

Η Μαριάννα πήγε να ανοίξει το στόμα της για να διαμαρτυρηθεί αλλά το χέρι του Μαρκ αργά - αργά ακούμπησε τη λαβή του πιστολιού που προεξείχε από τη ζώνη του. Η κοπέλα φοβισμένη κατάλαβε αμέσως την απειλή της κίνησής του και σώπασε.

-    «Πολύ καλά. Τότε να πληρώσει εκείνη τη βενζίνη».

-    «Δεν έχει ούτε κείνη καθόλου λεφτά».

-    «Και τι θα γίνει με τα είκοσι δολάρια που μου χρωστάτε για τη βενζίνη;»

-    «Τι θα ‘λεγες να τα πατσίζαμε με λίγο καυτό αστυνομικό μουνί;»

-    «Θες να πεις ότι αυτή θα με αφήσει να την γαμήσω;», ρώτησε ο νεαρός ενώ τα μάτια του είχαν πεταχτεί απ’ τις κόγχες τους καθώς κοίταζε τα μακριά πόδια της Μαριάννας.

-    «Δεν νομίζω ότι θα σ’ αφήσει. Αλλά εγώ ποτέ δεν αφήνω ένα τόσο ασήμαντο πράγμα να με σταματήσει. Εσύ γιατί κωλώνεις λοιπόν;»

-    «Τι.. τι θες να πεις;»

-    «Καλά, θα σου εξηγήσω τι εννοώ. Θα σου φέρω εγώ ο ίδιος αυτή την πουτανίτσα στο μαγαζί και εκεί μπορείς να την βιάσεις με την ησυχία σου και να το ευχαριστηθείς. Λοιπόν, πώς σου φαίνεται αυτό;»

-    «Ακούγεται φανταστικό!», είπε ο νεαρός που ένιωσε αμέσως τον πούτσο του να καυλώνει.

-    «Άντε λοιπόν, τι στέκεσαι; Φέρ’ την στο πίσω μέρος του μαγαζιού άνθρωπε!»

Η Μαριάννα ανήσυχη ζάρωσε στο κάθισμά της γυρνώντας τα μάτια της πότε στον Μαρκ και πότε στον άγνωστο ξανθό νεαρό βενζινά. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι είχε γίνει αυτό που μόλις άκουσε. Αυτή, μια καθώς πρέπει δασκάλα είχε πουληθεί για ένα ντεπόζιτο βενζίνη. Μάλλον όχι δεν είχε πουληθεί. Την είχε νοικιάσει! Ήταν απίστευτο.

Με το που άνοιξαν την πόρτα και προσπάθησαν να την βγάλουν απ’ το αυτοκίνητο η κοπέλα άρχισε να ουρλιάζει υστερικά. Πριν όμως την ακούσει οποιοσδήποτε ο Μαρκ πρόλαβε και με την παλάμη του της έκλεισε το στόμα. Ύστερα σχεδόν σηκωτή την μετέφερε μέσα στο βενζινάδικο. Την οδήγησαν σ’ ένα μικρότερο δωματιάκι στο πίσω μέρος. Την άφησε πάνω σ’ ένα μικρό ξύλινο γραφείο αφού πρώτα ο νεαρός απομάκρυνε όλα τα χαρτιά που υπήρχαν πάνω του.

Η Μαριάννα έβαλε τα δεμένα χέρια της πάνω στο μουνάκι της και έσφιξε τα μπούτια της μ’ όλη της τη δύναμη, προσπαθώντας να προφυλάξει τον εαυτό της από τους δύο άντρες. Τους κοιτούσε τρομαγμένη ξέροντας ότι τα βλέμματά τους είχαν καρφωθεί πάνω στις βυζάρες της που ασφυκτιούσαν μέσα στο αστυνομικό πουκάμισο. Κάνα δυο κουμπιά είχαν σπάσει και από το άνοιγμα διακρινόντουσαν καθαρά τα σαν πεπόνια βυζιά της.

Η κοπέλα έριξε μια βιαστική ματιά τριγύρω στο δωμάτιο. Τα μοναδικά έπιπλα που υπήρχαν ήταν αυτό το τραπέζι που την είχαν ακουμπήσει πάνω και δύο παλιές μισοσπασμένες καρέκλες. Το πάτωμα ήταν γλιστερό και βρώμικο, ενώ στις γωνιές του δωματίου ήταν σκορπισμένα διάφορα ανταλλακτικά αυτοκινήτων και παλιά άδεια μπουκάλια λαδιού. Η βαριά μυρωδιά της βενζίνης και του μηχανικού λαδιού ήταν απλωμένη παντού και ενοχλούσε τα αμάθητα ρουθούνια της νεαρής δασκάλας.

Ο κοκκινομάλλης νεαρός την κοίταζε λαίμαργα μη μπορώντας ακόμα να πιστέψει την απίστευτη τύχη του.

-    «Πω πω! Τι γκομενάρα είναι αυτή; Έχω να νιώσω έτσι από πέρυσι που πήγα κάτω στην πόλη με τον Μπομπ και μας πήρε τσιμπούκι η Σούζυ!»

-    «Σ’ αρέσουν τα τσιμπούκια, πιτσιρίκο;», τον ρώτησε ο Μαρκ που τώρα είχε πάει πίσω από την Μαριάννα.

-    «Τρελαίνομαι, φίλε!»

-    «Τότε θα σου κάνει δώρο ένα η κοπελιά μας!», είπε ο Μαρκ και την ίδια στιγμή έσπρωξε δυνατά την Μαριάννα κάτω απ’ το τραπέζι και την ανάγκασε με τη βία να γονατίσει στο βρώμικο πάτωμα.

Η κοπέλα έχασε την ισορροπία της καθώς τα γόνατά της γλίστρησαν πάνω στο λαδωμένο πάτωμα του βενζινάδικου. Για να στηριχτεί αρπάχτηκε με τα δεμένα χέρια της από το πιο κοντινό της αντικείμενο. Κι αυτό έτυχε να είναι ο πούτσος του νεαρού βενζινά, που μόλις είχε προλάβει να βγάλει το παντελόνι του.

Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο από την ντροπή της, και τα πράγματα χειροτέρεψαν γι’ αυτήν καθώς το πουκάμισο δεν άντεξε άλλο την πίεση και άνοιξε τελείως με αποτέλεσμα τα δύο μεγάλα βυζιά της να τριφτούνε ολόγυμνα στα μπούτια του νεαρού.

-    «Πω πω! Αμάν τι γκομενάρα είναι τούτη εδώ; Οι φίλοι μου από ‘δω και πέρα είναι σίγουρο πως θα με φωνάζουν τυχεράκια! Έλα λοιπόν, αστυνομικίνα μου, πάρε τσιμπούκι την ψωλάρα μου! Έτσι κι αλλιώς όλες εσείς οι μπατσίνες μόνο για πίπες είστε καλές!»

Η Μαριάννα αναρωτήθηκε αν θα άλλαζε ο νεαρός γνώμη γι αυτήν να του έλεγε ότι ήταν δασκάλα και όχι αστυνομικίνα. Ήταν σίγουρο πως ο νεαρός δεν πρόκειται να την πίστευε. Αλλά κι αν την πίστευε δεν θα άλλαζε την απόφασή του να τη βιάσει. Έτσι αβοήθητη και τρομαγμένη απόμεινε για λίγο πιασμένη απ’ τον σκληρό πούτσο του νεαρού κοιτώντας τον με ικεσία στα μάτια.

Πριν προλάβει να τραβηχτεί ο Μαρκ τράβηξε από τη μέση του το πιστόλι της πραγματικής αστυνομικίνας και της το κόλλησε στο μέτωπο ανάμεσα στα μάτια. Δεν της είπε κουβέντα. Άλλωστε δεν χρειαζόταν, η Μαριάννα είχε καταλάβει απόλυτα τι γύρευαν απ’ αυτήν. Καυτά δάκρυα άρχισαν να κυλάνε στα αναψοκοκκινισμένα μάγουλά της. Χαμήλωσε το κεφάλι της πάντα με την απειλή του πιστολιού και βγάζοντας τη γλώσσα της την ακούμπησε διστακτικά στο πρησμένο πουτσοκέφαλο του νεαρού βενζινά.

Εκείνος βογκώντας από ευχαρίστηση έσπρωξε προς τα μπρος τους γοφούς του και είδε τον πούτσο του σιγά - σιγά να εξαφανίζεται εκατοστό, εκατοστό μέσα στο καυτό στόμα της υπέροχης ξανθιάς κοπέλας.

-    «Αααχχχ! Έτσι! Αμάν! Τι τσιμπουκοπνίχτρα αστυνομικίνα είναι αυτή;!!!»

Η ψωλή του νεαρού ήταν καυτή και τρεμούλιαζε μέσα στο στόμα της Μαριάννας. Η κοπέλα ένιωσε μια ζεστασιά στο κορμί της, ενώ η αναπνοή της χάθηκε για μια στιγμή. Κόντευε να πάρει ολόκληρη την πούτσα του αγοριού μέσα στο στόμα της.

Αναπνέοντας με δυσκολία από τη μύτη της η Μαριάννα άρχισε να γλείφει και να ρουφάει το χοντρό κρεάτινο παλαμάρι του νεαρού. Κουνούσε μπρος πίσω το κεφάλι της γλείφοντας το χοντρό πουτσοκέφαλο ξανά και ξανά. Τα μάγουλά της φούσκωναν και ξεφούσκωναν από την καυτή ψωλάρα που μπαινόβγαινε στα απαλά υγραμένα χείλια της. Τώρα πια ολόκληρη η ψωλάρα του νεαρού εξαφανιζόταν μέσα στη στοματάρα της. Η μύτη της έφτασε στις σκληρές του ψωλότριχες.

Η Μαριάννα ένιωθε πως ήταν ένα ψάρι μέσα σε γυάλα. Ανοιγόκλεινε το στόμα της και όλοι οι άλλοι τριγύρω την χάζευαν. Προσπάθησε να αγνοήσει τα υγρά που ξέφυγαν από τον πούτσο του βενζινά και κύλησαν έξω από το στόμα της στο σαγόνι της και το λαιμό της.

Έγλειφε, ρουφούσε και πιπιλούσε το χοντρό παλαμάρι του βενζινά που είχε γύρει πίσω το κεφάλι του με κλειστά μάτια απολαμβάνοντας το τσιμπούκι της κοπέλας που νόμιζε για αστυνομικίνα.

-    «Ωωωχχχ!», βόγκηξε ο Θωμάς ενώ το καυλί του τώρα χτυπούσε στην είσοδο του λαιμού της κοπέλας. «Γουστάρω τις χειλάρες σου μάτια μου! Πω πω τι χειλάρες φανταστικές είναι αυτές! Έτσι μωρό μου!»

Η Μαριάννα έσφιξε τα χείλια της πάνω στο πρησμένο πουτσοκέφαλο του άντρα κι άρχισε να του το πιπιλάει. Με έκπληξη η κοπέλα παρατηρούσε ότι ο εαυτός της έκανε κινήσεις που ποτέ πριν δεν είχε φανταστεί. Σκέφτηκε ότι τα έκανε όλα αυτά για να γλιτώσει τη ζωή της από την απειλή του πιστολιού. Αλλά της φάνηκε καλή ιδέα ότι έπρεπε να τελειώνει ο νεαρός όσο πιο γρήγορα γινόταν για να την αφήσουν ήσυχη.

Για να κρατάει την ισορροπία της κρατιόταν ακόμα και με τα δυο της δεμένα χέρια από τη βάση του σκληρού χοντρού πούτσου που μπαινόβγαινε πρησμένος και μουσκεμένος όλος στο στόμα της. Τα δάχτυλά της είχαν μουσκέψει κι αυτά.

Πέρασε τη γλώσσα της πάνω στο κεφάλι της ψωλής του νεαρού στέλνοντας ρίγη ηδονής σ’ όλο το γεροδεμένο κορμί του. Μετά έκλεισε απαλά τα δόντια της και δάγκωσε τις φλεβίτσες και τα νευρά που εξείχαν στην απαλή επιδερμίδα του καυλιού του. Ο Θωμάς κόντεψε να πηδήξει στο ταβάνι από την αφόρητη καύλα που ένοιωθε. Βογκούσε και η αναπνοή του είχε γίνει βαριά και άστατη.

Η Μαριάννα ρούφηξε άλλη μια φορά ολόκληρη την ψωλάρα του μέσα στο στόμα της. Οι πουτσότριχές του της γαργάλισαν τα ρουθούνια. Τα χείλια της έφτασαν στα δάχτυλά της που κρατούσαν το χοντρό παλούκι του νεαρού απ’ τη βάση του.

-    «Αμάν! Δεν το πιστεύω αυτό! Η μπατσίνα θα ρουφήξει και τα αρχίδια μου στη στοματάρα της. Πω πω! τι τσιμπουκοπνίχτρα είναι αυτή!!»

Η Μαριάννα ένιωσε πραγματικά τα βαριά αρχίδια του να χτυπάνε στο σαγόνι της. Όλο το πρόσωπό της είχε μουσκέψει και ο πούτσαρος του βενζινά της γαργαλούσε το λαρύγγι! Ένιωσε την ψωλή να τρέμει άγρια μέσα στο στόμα της και κατάλαβε ότι ο νεαρός κόντευε να εκραγεί!

Επιτάχυνε τις κινήσεις του κεφαλιού της ενώ έσφιξε ακόμα πιο πολύ τα χείλια της πάνω του. Το κεφάλι της τώρα κουνιόταν ρυθμικά και γρήγορα μπρος πίσω πάνω στην καυτή ψωλή του εξαφανίζοντάς την ολόκληρη μέσα στην στοματάρα της.

Το αγόρι σπαρταρούσε από την καύλα. Ξαφνικά ένας φοβερός σπασμός συντάραξε το κορμί του. Έπιασε με τα δυο του χέρια το κεφάλι της Μαριάννας και το κόλλησε πάνω του. Ο πούτσαρός του έφτασε βαθιά στο λαρύγγι της και τότε άρχισε να εκτοξεύει πηχτά άσπρα καυτά χύσια μέσα στο στόμα της ξανθιάς μουγκρίζοντας.

-    «Ααχχχ!!!! Έρχομαι! Ναι! Τώρα!!! Χύνωωωωω!! Πάρ’ ταααα! Ναι! Όλαααα! Σου χύνω στη στοματάρα καριόλα! Έτσι! Χύνωωω!!!»

Η Μαριάννα κατάπιε βιαστικά όλο το καυτό χύσι του νεαρού που κόντευε να την πνίξει. Δεν προλάβαινε να τα καταπιεί όλα. Χύσια γέμισαν το στόμα της και άρχισαν να κυλάνε έξω από τα χείλια της. Η ψωλή του νεαρού σπαρτάραγε στις χειλάρες της αδειάζοντας το καυτό φορτίο των αρχιδιών του μέσα στο λαιμό της.

Καθώς τα τελευταία τινάγματα του νεαρού υποχωρούσαν η δασκάλα ένιωσε μια φοβερή ντροπή. Ντροπή για τον ίδιο της τον εαυτό που είχε υποχρεωθεί σ’ αυτή την ελεεινή ταπείνωση από τους δύο άντρες. Δεν θα τους το συγχωρούσε ποτέ, σκέφτηκε. Όσα χρόνια κι αν περνούσαν θα της το πλήρωναν κάποτε.

Προτού προλάβει να συνέλθει, ο Μαρκ τη σήκωσε βίαια και την έσπρωξε ξανά στο τραπέζι αναγκάζοντάς την να ξαπλώσει μπρούμυτα πάνω του. Τα βυζιά της ολόγυμνα ακούμπησαν στην κρύα σκληρή επιφάνεια του τραπεζιού. Ο Μαρκ άπλωσε τα χέρια του και της σήκωσε μέχρι πάνω τη φούστα δείχνοντας τα υπέροχα κάτασπρα ολοστρόγγυλα κωλομάγουλα της στον ανήμπορο ακόμα να συνέλθει νεαρό βενζινά.

-    «Έχεις δει άλλη τόσο φανταστική κωλάρα;», ρώτησε ο Μαρκ τον Θωμά.

Την ίδια στιγμή χαστούκισε με την παλάμη του τα κωλομέρια της Μαριάννας κάνοντάς τα να τρεμοπαίξουν. Ο Θωμάς είχε γουρλώσει τα μάτια του κοιτώντας, ενώ προσπαθούσε να ξαναβρεί τη χαμένη αναπνοή του.

-    «Έχουμε και εμείς εδώ στο χωριό μερικά φανταστικά κορμιά αλλά τίποτε που να πλησιάζει σ’ αυτό το θαύμα!», είπε ο νεαρός.

-    «Το άκουσες αυτό ποντικάκι; Έχεις την καλύτερη κωλάρα που εμφανίστηκε ποτέ σε τούτα δω τα μέρη. Μπορείς να’ σαι περήφανη γι’ αυτό!», είπε σαρκαστικά ο Μαρκ στην Μαριάννα.

Η κοπέλα το μόνο που δεν ένιωθε για την κατάστασή της ήταν υπερηφάνεια.

-    «Μπορώ να την πιάσω;», ρώτησε τον απαγωγέα της διστακτικά ο Θωμάς.

-    «Γιατί όχι;»

Ο νεαρός άπλωσε την παλάμη του και της χούφτωσε τα κωλομάγουλα. Άφησε το χέρι του πάνω στην απαλή ζεστή σάρκα της για λίγο. Η Μαριάννα άρχισε να φοβάται ότι τα βάσανά της δεν είχα πάρει τέλος. Ασυναίσθητα τα δάχτυλά της σφίχτηκαν με δύναμη πάνω στην άκρη του ξύλινου τραπεζιού.

Ο Θωμάς ξετρελαμένος από την απαλή αίσθηση του κώλου της άρχισε να της χαϊδεύει κυκλικά τα κωλομάγουλα. Ύστερα από λίγο άπλωσε και το άλλο του χέρι και συνέχισε να της χαϊδεύει τον κώλο που με τα δύο του χέρια. Άρχισε να ζουλάει το μαλακό κρέας και να σφίγγει τις παλάμες του. Τα δάχτυλά του άρχισαν αν ζυμώνουν την τρυφερή σάρκα της κωλάρας της Μαριάννας. Της άνοιξε διάπλατα τα κωλομάγουλα με τις παλάμες του μέχρι που φάνηκε ολοκάθαρα η κωλοτρυπίδα της.

Σαν να διάβαζε τις σκέψεις του νεαρού ο Μαρκ είπε:

-    «Θέλεις να της τον χώσεις εκεί πέρα πιτσιρίκο;»

Τα λόγια του φόβισαν ακόμα πιο πολύ την ξανθιά δασκάλα που ήταν ανήμπορη να κάνει οτιδήποτε για να αντιδράσει. Ο Μαρκ γελούσε καθώς έβλεπε το νεαρό να της χαϊδεύει όλο και πιο δυνατά την κωλάρα. Ο Θωμάς χαμογελώντας απ’ το ένα αυτί ως το άλλο είπε:

-    «Το βρήκες φίλε! Πεθαίνω για να της χώσω την ψωλάρα μου στη σούφρα της!»

-    «Άντε λοιπόν, προχώρα. Δεν δίνω δεκάρα για το τι θα της κάνεις!», είπε ήσυχα γελώντας ο Μαρκ.

-    «Ναι, αλλά πώς; Η κωλοαστυνομικίνα έχει σφίξει τη σούφρα της τόσο πολύ που ούτε οδοντογλυφίδα δεν μπαίνει μέσα, όχι η ψωλή μου!», είπε ο Θωμάς ενώ έσπρωξε ένα του δάχτυλο πάνω στην καφετιά κωλοτρυπίδα της Μαριάννας που είχε σφιχτεί όσο πιο πολύ γινόταν.

-    «Καλά, μην ανησυχείς, ξέρω πως θα το λύσουμε αυτό το πρόβλημα», είπε ο Μαρκ.

Πήγε στον τοίχο και ξεκρέμασε ένα λαστιχένιο σωλήνα που κρεμόταν εκεί. Πλησίασε στην ξαπλωμένη μπρούμυτα στο τραπέζι ξανθιά δασκάλα.

-    «Μην ανησυχείς, πιτσιρίκο. θα σου ανοίξω την κωλοτρυπίδα της διάπλατα στη στιγμή. Μόνο τραβήξου λίγο πιο κει!», είπε σίγουρος ο Μαρκ.

Ο Θωμάς οπισθοχώρησε έτσι ώστε να αφήσει ελεύθερο χώρο στον Μαρκ. Η Μαριάννα με το που είδε τον Μαρκ να την πλησιάζει άρχισε να τρέμει απ’ το φόβο της. Ο Μαρκ σήκωσε ψηλά το λάστιχο πάνω απ’ τον κώλο της έτοιμος να αρχίσει να τη χτυπάει. Ο Θωμάς κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια από την έκπληξη. Δεν είχε ξαναδεί ποτέ του να μαστιγώνουν τον κώλο μιας τόσο όμορφης γυναίκας.

-    «Έλα, μικρό μου, τούρλωσε την κωλάρα σου!», είπε περιπαιχτικά ο Μαρκ και κατέβασε με δύναμη τον λαστιχένιο σωλήνα στα σφιγμένα κωλομάγουλα της Μαριάννας.

Τα κωλομέρια της κοπέλας άνοιξαν διάπλατα από το φοβερό χτύπημα κι ύστερα ξανάκλεισαν με θόρυβο. Το τρέμουλο απ’ το χτύπημα έφτασε μέχρι χαμηλά στα μπούτια της. Η κοπέλα ούρλιαξε με αγωνία. Νόμιζε πως θα πέθαινε απ’ τον πόνο!

-    «Αααχχχ! Παλιομπάσταρδε! Είσαι ένα θρασύδειλο γουρούνι! Σου υπόσχομαι ότι έτσι και βρω την ευκαιρία θα σε σκοτώσω καριόλη!», ξέσπασε η Μαριάννα, ενώ τα μάτια της είχαν κοκκινίσει όπως και ο κώλος της.

Ο Μαρκ αγνόησε τις απειλές της και άρχισε να της μαστιγώνει αλύπητα με τον λαστιχένιο σωλήνα τα κωλομάγουλα ενώ οι απελπισμένες κραυγές της ακουγόντουσαν σ\’ ολόκληρο το βενζινάδικο. Ο νεαρός βενζινάς κοιτούσε με γουρλωμένα από ευχαρίστηση μάτια το μαστίγωμα της ξανθιάς.

Τα χτυπήματα έπεφταν βροχή στην κωλάρα της κοπέλας αφήνοντας κόκκινες γραμμές παντού. Σιγά - σιγά δεν υπήρχε σημείο που να μην ήταν κατακόκκινο. Η Μαριάννα ούρλιαζε καθώς αφόρητοι πόνοι διαπερνούσαν ολόκληρο το κορμί της μετά από κάθε χτύπημα. Όταν τα χέρια του Μαρκ κουράστηκαν από τα αδιάκοπα χτυπήματα, πρόσφερε το σωλήνα στον Θωμά που τον πήρε στα δικά του χέρια μ’ ένα ευτυχισμένο χαμόγελο.

-    «Άντε πιτσιρίκο. Διασκέδασε μόνος σου!», του είπε.

-    «Φυσικά. Να’ σαι σίγουρος ότι θα της δώσω αυτό ακριβώς που της χρειάζεται!», είπε ο νεαρός παίρνοντας τη Θέση του Μαρκ που απομακρύνθηκε λίγο.

Καθώς να χτυπήματα με μεγαλύτερη ορμή άρχισαν να πέφτουν στην ταλαιπωρημένη κωλάρα της η γυναίκα συνέχισε να ουρλιάζει κουνώντας απελπισμένα δεξιά αριστερά το κεφάλι της. Τα πόδια της κλωτσούσαν τον αέρα και χτυπούσαν και πάνω στο ξύλινο τραπέζι που έτριζε απ’ το βάρος της. Φώναζε μ’ όλη της τη δύναμη, ενώ τα αυτιά της βούιζαν απ’ τα χτυπήματα του σωλήνα στον κώλο της. Είχαν μουδιάσει τα κωλομέρια της και τα μπούτια της και πονούσε παντού.

-    «Θα μπορούσε να χτυπάω αυτή την κωλοαστυνομικίνα όλη μέρα!», είπε ο Θωμάς. «Διάολε, κοίτα ο πούτσος μου ξανακαύλωσε. Κοίτα πως πρήστηκε το καυλί μου πάλι!»

Η κοπέλα ένιωθε τον κώλο της να ζεματάει. Ικέτευε τους δυο άντρες να την λυπηθούν και να σταματήσουν. Κανείς όμως δεν έδινε προσοχή στα λόγια της. Ο πόνος απ\’ τα χτυπήματα είχε ανέβει μέχρι ψηλά στην πλάτη της. Κόντευε να λιποθυμήσει από τους πόνους.

-    «Αμάν, τα χέρια μου κουράστηκαν κι ο πούτσος μου είναι έτοιμος να εκραγεί. Θέλω να γαμήσω τώρα αμέσως την καυτή κωλάρα της!», είπε ο Θωμάς.

-    «Πρώτα άσε με να δω αν έχει λασκάρει τη σούφρα της η παλιοπουτανίτσα. Έτσι και δεν έχει λασκάρει ακόμα, έχω μερικές πιο καλές λύσεις…», είπε ο Μαρκ που πλησίασε κι αυτός πίσω απ’ την πεσμένη μπρούμυτα ξανθιά ολόγυμνη κοπέλα.

Άπλωσε το χέρι του και έχωσε ένα του δάχτυλο στην καφετιά της κωλοτρυπίδα. Το δάχτυλό του χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση γλίστρησε μέσα στην κωλάρα της. Το μόνο που ένιωσε ήταν ένα δυνατό κάψιμο στο δάχτυλό του που εξαφανίστηκε μέσα στο κωλάντερο της. Τα χτυπήματα είχαν βάλει φωτιά πραγματική στα κωλομέρια της κοπέλας.

Ο Μαρκ τράβηξε το δάχτυλό του απ’ την κωλοτρυπίδα της και ο Θωμάς πλησίασε περισσότερο κοντά της. Την βούτηξέ απ’ τις μπουτάρες της άνοιξε τα πόδια τόσο πολύ ώστε τα κωλομάγουλα της χωρίστηκαν. Πλησίασε τον πούτσο του που είχε ξανακαυλώσει και της τον ακούμπησε πάνω στη στενή κωλοτρυπίδα της. Μετά λύγισε τα γόνατά του και με μια απότομη κίνηση έστειλε το πουτσοκέφαλό του να τρυπήσει την παρθένα κωλοτρυπίδα της ξανθιάς και να χωθεί μέσα Της.

-    «Αουτς! Αααχχχ! Τι κάνεις εκεί; Πονάωωωω!!!», ούρλιαξε η κοπέλα.

-    «Έτσι πουτανάκι. Είσαι απόλυτα έτοιμη τώρα! Έτσι πάρ’ τον όλο στην κωλάρα σου!», είπε ο Θωμάς κι άρχισε να σπρώχνει όλο και πιο πολύ μέσα στο στενό της κωλάντερο την ψωλάρα του.

Η Μαριάννα ούρλιαζε μανιασμένα. Νόμιζε πως το κορμί της θα σκιζόταν στα δύο. Δάγκωσε με λύσσα τα χείλια της απ’ τον πόνο καθώς το γιγάντιο πουτσοκέφαλό του άνοιγε δρόμο μέσα στη σούφρα της μαστιγωμένης κωλάρας της. Προσπάθησε μάταια να σφίξει τον κώλο της προσπαθώντας να τον εμποδίσει να προχωρήσει πιο μέσα. Οι προσπάθειές της όμως ήταν μάταιες. Ο πούτσαρος του Θωμά ήταν σκληρός και χοντρός και χωνόταν αργά αλλά σταθερά μέσα της.

Η κωλοτρυπίδα της άνοιγε βίαια όλο και περισσότερο. Ο νεαρός της άνοιξε κι άλλο τα μπούτια για να συνέλθει απ’ αυτή την περιπέτεια και να ξαναζήσει φυσιολογικά; Τα δάχτυλα του Θωμά που κλείστηκαν με δύναμη πάνω στη ρώγα του βυζιού της την πόνεσαν τόσο που ξαναγύρισε αμέσως στη φριχτή πραγματικότητα.

Ο νεαρός άντρας βογκούσε και λαχάνιαζε τώρα πίσω της καρφώνοντας τον πούτσαρό του μέχρι το τέρμα, μέσα στην ξεσκισμένη κωλοτρυπίδα της. Η κωλοτρυπίδα της Μαριάννας είχε κοκκινίσει και σφιγγόταν μανιασμένα πάνω στο χοντρό παλαμάρι που μπαινόβγαινε με φόρα μέσα της.

Ο νεαρός κατάλαβε πως δεν θα μπορούσε να κρατηθεί για πολύ ακόμα. Ένιωσε την ψωλή του να πρήζεται, έριξε βογκώντας πίσω το κεφάλι του, μια κραυγή ξ έφυγε απ’ το στόμα του κι άρχισε να χύνει ασταμάτητα μέσα στο κωλάντερο της ξανθιάς γυναίκας.

-    «Αααχχχ! Ναιιιι!!! Αυτό είναι!!! Δεν αντέχω άλλο! Δεν μπορώ! Ναιι!!! Χύνωωωω! Στα χύνω στην κωλάρα! Όλααα μέσα στην κωλάρα σου!!! Πάρ’ τα μωρή γαμιόλα!!! Έτσι! Σου χύνω την κωλάρα κωλομπατσίνα!! Αααχχ!!!», φώναξε μ’ όλη του τη δύναμη ο βενζινάς ενώ γέμιζε το κωλάντερο της Μαριάννας με παχιά καυτά χύσια.

Ο κώλος της κοπέλας πλημμύρισε από τα χύσια του. Η ψωλή του σπαρταρούσε σαν ψάρι αδειάζοντας το καυτό φορτίο που κουβαλούσαν οι αρχιδάρες του. Τη βούτηξε από τις βυζάρες και τη σήκωσε σχεδόν ολόκληρη στον αέρα, στηριγμένη μόνο πάνω στην θεόρατη πούτσα του που έχυνε μέσα στον κώλο της ασταμάτητα. Κόντευε να χωθούν και τ’ αρχίδια του στον κώλο της. Της έσφιξε τρελαμένος από την καύλα τις βυζάρες και φώναζε ασυγκράτητος!

-    «Ναι! Πάρ’ τα όλα! Αμάν! Τι κωλάρα είναι αυτή που έχεις μωρό μου! Χύνω ακόμα μάνα μου!!! Χύνωωω στην κωλάρα σου! Πω πω! Τι γαμήσι είναι αυτό! Τι φανταστική κωλάρα που έχεις!!! Χύνωωωω!!!»

-    «Μμμμ!», βόγκηξε η Μαριάννα από τον πόνο στα βυζιά της και την ξεσκισμένη κωλοτρυπίδα της.

Την ίδια στιγμή ένιωσε τα καυτά χύσια του να γλιστράνε έξω απ’ την κωλοτρυπίδα της και να κυλάνε αργά στα μπούτια της. Η Μαριάννα ένιωθε αηδιασμένη. Όμως τότε συνειδητοποίησε ότι τα νεύρα της σούφρας της ανοιγόκλειναν πάνω στην καυτή ψωλή του Θωμά. Λες και ο κώλος της ήθελε να στραγγίξει και την τελευταία σταγόνα χύσι από την πούτσα του. Ο Θωμάς βόγκηξε ακόμα κάνα δύο φορές κι ύστερα άφησε την ξεζουμισμένη ψωλή του να γλιστρήσει αργά - αργά έξω από την ξεσκισμένη κωλάρα της ξανθιάς γκομενάρας.

Αποκαμωμένος από το εξουθενωτικό γαμήσι ο νεαρός γονάτισε στο πάτωμα ανήμπορος, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του που του είχε κοπεί απ’ τον τρομερό οργασμό λίγο πριν. Η κοπέλα βρέθηκε ξανά πεσμένη φαρδιά - πλατιά μπρούμυτα πάνω στο σκληρό ξύλινο τραπέζι. Ο Μαρκ που τόση ώρα τους παρακολουθούσε, την πλησίασε και χτύπησε χαϊδευτικά με την παλάμη του τα πονεμένα της κωλομάγουλα λέγοντάς της:

-    «Μπράβο, μπράβο! Μαθαίνεις βλέπω πολύ γρήγορα. Σε πήρα μαζί μου μόνο και μόνο για να σε χρησιμοποιήσω σαν όμηρο, αλλά βλέπω ότι θα μπορούσες να φανείς πάρα πολύ χρήσιμη. Πραγματικά χρήσιμη!»

Ο Θωμάς κατόρθωσε να σηκωθεί στα πόδια του. Είχε γαμήσει την ξανθιά γκομενάρα όπως ήθελε και ήταν ικανοποιημένος. Ο παράξενος τύπος τον είχε ξεπληρώσει και με το παραπάνω για τα λεφτά της βενζίνης. Βρήκε τα ρούχα του που ήταν πεταμένα στη μια καρέκλα και άρχισε να ντύνεται. Δεν νοιαζόταν καθόλου για την τύχη της αστυνομικίνας. Ο Μαρκ όμως είχε φτιάξει κιόλας το σχέδιό του.

-    «Πιτσιρίκο θα πάω για λίγο να κρυφτώ πάνω στα βουνά. Χρειάζομαι τροφές, ρούχα, ουίσκι και κάτι άλλες προμήθειες. Νομίζεις ότι θα βρω όλα αυτά τα πράγματα εδώ στο χωριό;»

-    «Και βέβαια διάολε μπορείς να τα βρεις!», είπε ο Θωμάς απορημένος. «Υπάρχουν κάνα δύο μαγαζιά εδώ γύρω που έχουν ότι ζητήσεις. Δεν θα χεις πρόβλημα».

-    «Ναι, αλλά ξέχασες ότι δεν έχω καθόλου χρήματα. Νομίζεις άραγε ότι και οι άλλοι μαγαζάτορες της περιοχής θα είναι το ίδιο έξυπνοι όπως εσύ; Νομίζεις πως θα τους ενδιέφερε μια ανταλλαγή ‘προϊόντων’;»

Ο Θωμάς έριξε μια ματιά στην Μαριάννα και είπε στον Μαρκ:

-    «Μμμ... Ναι, το ‘πιασα τι εννοείς. Αν κρίνω απ’ το εμπόρευμα που έχεις για ανταλλαγή δε νομίζω ότι θα συναντήσεις το παραμικρό πρόβλημα στις αγορές σου. Διάολε, τα παιδιά εδώ γύρω είναι αρκετά πεινασμένα για κάτι τέτοιο, είμαι σίγουρος σου λέω! Γιατί δεν μου φτιάχνεις μια λίστα με όλα όσα Θέλεις κι εγώ μετά θα κάνω τα κατάλληλα τηλεφωνήματα. Διάολε, ξέρω κάνα δυο τύπους που θα πουλούσαν και τη μάνα τους για να περάσουν λίγη ώρα με ένα τέτοιο μουνί!!»

Συνεχίζεται...

 

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")