Βιτσιόζα διεστραμμένη δασκάλα (4ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
-    «Ω Θεέ μου! Σ’ ευχαριστώ! Επιτέλους!», φώναξε η Μαριάννα κι άρχισε να κλαίει με λυγμούς μη μπορώντας να πιστέψει ότι όλα της τα μαρτύρια θα τελείωναν εδώ!

-    «Κράτα βουλωμένο το στόμα σου!», την απείλησε ο Μαρκ σηκώνοντας βιαστικά το παντελόνι του στη μέση του. «Άσε με μένα να μιλήσω. Αν προσπαθήσεις να της πεις το παραμικρό θα σας σκοτώσω και τις δύο».

Ανέβασε το φερμουάρ του και γύρισε προς το μέρος που ερχόταν η αστυνομικίνα. Η αστυνομικός ήταν μια όμορφη αρκετά νέα γυναίκα με μακριά πόδια και προκλητικό κορμί. Τα μαλλιά της είχαν κόκκινο χρώμα και ξεπετάγονταν κάτω από το μπλε καπέλο της στολής της. Τα μεγάλα βυζιά της φούσκωναν απειλητικά το μπροστινό μέρος του πουκάμισου της στολής της.

Ακριβώς πάνω από το αριστερό βυζί της ήταν καρφιτσωμένο το γυαλιστερό ασημένιο σήμα της αστυνομίας. Και στη φαρδιά ζώνη που έσφιγγε τη λεπτή μέση της κρεμόταν ένα μεγάλο κλομπ και ένα βαρύ πιστόλι. Ο Μαρκ μισούσε όλους τους μπάτσους και ειδικά τις γυναίκες, αλλά έπρεπε να παραδεχτεί ότι ποτέ πριν δεν είχε δει καμιά τόσο πολύ όμορφη. Τα μάτια του περιεργάστηκαν το κορμί της απ’ την κορυφή μέχρι τα νύχια και του άρεσε πραγματικά αυτό που είδε. Η μπλε φούστα της και οι μαύρες κάλτσες που φορούσε ήταν πάρα πολύ σέξι και ο κώλος της ήταν τέλειος. Και ακριβώς τότε πήρε την απόφαση να βιάσει μια αστυνομικίνα για πρώτη φορά στη ζωή του.

-    «Είμαι η Αστυνόμος Άννα Γεωργίου!», είπε η μπατσίνα κοιτώντας τον Μαρκ καχύποπτα. «Πρόσεξα το ντεραπαρισμένο αυτοκίνητο καθώς περνούσα απ‘ τον αυτοκινητόδρομο κι έτσι αποφάσισα να ρίξω μια ματιά να δω τι συμβαίνει. Και τώρα μήπως θα μπορούσες να μου πεις ακριβώς γιατί αυτή εκεί είναι δεμένη στο δέντρο; Και υποθέτω ότι θα μου εξηγήσεις και πού είναι τα ρούχα της;», είπε η αστυνομικίνα ενώ το χέρι της ακούμπησε στη λαβή του πιστολιού της.

-    «Λοιπόν, είπε ο Μαρκ πλησιάζοντας προς το μέρος της γυναίκας, ξέρεις έγιναν κάπως έτσι κυρία αστυνόμε. Αυτή εκεί είναι μια σεσημασμένη δραπέτης κι εγώ σαν καλός και έντιμος πολίτης την συνέλαβα!»

-    «Μην τον πιστεύετε!», φώναξε η Μαριάννα ενώ πάσχιζε να ελευθερωθεί από τα δεσμά της. «Αυτός είναι ο δραπέτης, όχι εγώ! Έχει δραπετεύσει από το Χιλνταίιλ χτες το πρωί. Μετά με βίασε μέσα στο ίδιο μου το σπίτι και σήμερα το πρωί με απήγαγε. Θέλει να με πάρει μαζί του στην καλύβα του πάνω στα βουνά. Θα με πήγαινε εκεί πάνω για να μην μπορεί να τον ανακαλύψει ο νόμος!»

Η Αστυνόμος Γεωργίου τράβηξε αμέσως το πιστόλι της, αλλά ο Μαρκ ήταν πολύ πιο γρήγορος. Μόλις το πιστόλι έβγαινε από τη θήκη του της κλώτσησε με δύναμη το χέρι και το πιστόλι της ξέφυγε και έπεσε αρκετά μέτρα πιο κει, μέσα στους θάμνους. Η γυναίκα έκπληκτη από την αντίδρασή του είδε το πιστόλι της να εξαφανίζεται στους θάμνους και αμέσως τράβηξε το κλομπ της.

Για μια σύντομη στιγμή κάρφωσε ο ένας τα μάτια του στα μάτια του άλλου, εκείνη με το κλομπ να το κρατάει γερά και με τα δυο της χέρια και εκείνος άοπλος αλλά με όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή έτοιμος να την αντιμετωπίσει. Τότε η μπατσίνα σημάδεψε το κεφάλι του και προσπάθησε να τον χτυπήσει μ’ όλη της τη δύναμη.

Ο Μαρκ πιο γρήγορος και πιο δυνατός απ’ αυτήν, έσκυψε, την απόφυγε και αμέσως μετά έπιασε το κλομπ στον αέρα και της το τράβηξε με δύναμη. Το αποτέλεσμα ήταν να του μείνει το κλομπ στα χέρια ενώ η αστυνομικίνα με τη φόρα που είχε, έχασε την ισορροπία της και έσκασε με τον υπέροχο κώλο της στο έδαφος ενώ τα πόδια της σηκώθηκαν ψηλά στον αέρα.

Ο Μαρκ ήρθε από πάνω της γελώντας, ενώ χάζευε την υπέροχη θέα των μαύρων εσωρούχων της. Η αστυνομικίνα φορούσε μαύρες κάλτσες, στερεωμένες με μαύρες δαντελωτές ζαρτιέρες, και μαύρη κιλότα. Το μόνο άσπρο που φαινόταν ήταν τα μπούτια της ψηλά ανάμεσα στις ζαρτιέρες της.

Προσπαθώντας να βρει ξανά την αυτοκυριαρχία της, η αστυνομικίνα χαμήλωσε τα πόδια της και ανασηκώθηκε στους αγκώνες της. Τα μάτια της στριφογύριζαν ανήσυχα τριγύρω ψάχνοντας απεγνωσμένα κάποιον στο δάσος που θα μπορούσε να την βοηθήσει. Αλλά υπήρχε μόνο η γυμνή δεμένη στο δέντρο ξανθιά, το προηγούμενο θύμα αυτού του τρελού νεαρού.

-    «Σε προειδοποιώ!», του είπε προσπαθώντας να μην κοιτάξει στο εξόγκωμα του τζιν του. «Είμαι αστυνομικός εν ώρα υπηρεσίας. Αν με ακουμπήσεις θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου πίσω απ’ τα κάγκελα!»

-    «Όλες εσείς οι κωλογαμημένες μπατσίνες το μόνο που ξέρετε να κάνετε είναι να προειδοποιείτε τον κόσμο. Διάολε, βίασα αυτήν εκεί την ομορφούλα χτες το βράδυ, αλλά δεν με βρήκες πίσω από τίποτε κωλοσίδερα, έτσι δεν είναι;» της φώναξε απειλητικά ο Μαρκ και κουνώντας άγρια το κλομπ προς το μέρος της, της είπε: «Τώρα σκάσε, σήκω πάνω και βγες απ’ αυτά τα κωλόρουχα. Γρήγορα!».

-    «Δεν πρόκειται να γίνει αυτό!», είπε η Αστυνόμος Γεωργίου, ενώ προσπαθούσε να θυμηθεί τι της είχαν πει στη Σχολή της Αστυνομίας ότι πρέπει να κάνει σ’ αυτή την περίπτωση. «Θα πρέπει να ‘χεις χάσει τελείως το μυαλό σου αν νομίζεις ότι θα σ’ αφήσω να βιάσεις και μένα!»

-    «Μη διαφωνείς μ’ ότι σου λέω παλιοσκύλα. Απλώς ξεντύσου και γρήγορα!», είπε ο Μαρκ ενώ απλώνοντας το κλομπ της ανασήκωσε τη φούστα για να δει ξανά τις μπουτάρες της.

-    «Είναι τελείως τρελός!», την προειδοποίησε η Μαριάννα που τους κοίταζε δεμένη ακόμη στο δέντρο.

-    «Μην τον αγριεύεις! Είναι παλαβός σου λέω!», ξανάπε η Μαριάννα που τώρα πια φοβόταν για την ασφάλεια της αστυνομικίνας αλλά δεν ήταν δυνατόν να κάνει οτιδήποτε για να τη βοηθήσει.

-    «Δε με νοιάζει αν θυμώσει ή όχι! Τα ‘ χω βγάλει πέρα και με άλλους χειρότερους αλήτες απ’ αυτόν», είπε η αστυνομικίνα και ενώ μιλούσε τινάχτηκε όρθια και έτρεξε μ’ όλη της τη δύναμη προς τους θάμνους που της είχε πέσει το πιστόλι.

Ο Μαρκ αδίστακτα σήκωσε το κλομπ και τη χτύπησε με δύναμη στο στήθος της.

-    «Ωχχχ!», βόγκηξε η γυναίκα πέφτοντας ξανά στα πόδια του.

Δεν είχε νιώσει τόσο φοβερό πόνο ποτέ άλλοτε στη ζωή της. Πονούσε τόσο πολύ που ούτε να κουνηθεί δεν μπορούσε.

Ο Μαρκ έσκυψε, πέταξε το καπέλο απ’ το κεφάλι της και με το ελεύθερο χέρι του την άρπαξε από το κατακόκκινα μαλλιά της και τράβηξε με δύναμη το πρόσωπό της μπροστά στο φερμουάρ του παντελονιού του. Κρατώντας το κλομπ με το ένα του χέρι και τα μαλλιά της σφιχτά με το άλλο πίεσε το πρόσωπο της μέχρι που ακούμπησε το εξόγκωμα που σχημάτιζε η καυλωμένη ψωλάρα του μέσα απ’ το παντελόνι του. Ευχάριστες ανατριχίλες διαπέρασαν τον χοντρό πούτσο του καθώς ένιωσε το ζεστό πρόσωπο της αστυνομικίνας να τρίβεται πάνω του. Ερεθισμένος έγειρε πίσω το κεφάλι του κι άρχισε να τρίβει το πρόσωπο της κοκκινομάλλας πάνω στο ντυμένο ακόμα καυλί του.

Η Άννα δεν είχε άλλη εκλογή, και έτσι ανέχτηκε αυτό που της έκανε. Το στήθος της ακόμα πονούσε φοβερά και κάθε φορά που την κουνούσε τραβώντας την απ’ τα μαλλιά ο δραπέτης της κοβόταν η αναπνοή απ’ τον πόνο. Ήξερε καλά ότι έτσι όπως εξελιχθήκανε τα πράγματα, η μοναδική της ελπίδα ήταν να προσέξει το αυτοκίνητο και κάποιος άλλος περαστικός αστυνομικός και να έβλεπε και το σταματημένο περιπολικό της και να ερχόταν για να ερευνήσει τι συνέβαινε. Μέχρι τότε όμως ήξερε ότι θα έπρεπε να κάνει ότι της ζητούσε ο κατάδικος.

Και ο Μαρκ ήθελε να του γλείψει την ψωλάρα.

-    «Τα χείλια σου φαίνονται πολύ ωραία μπατσίνα. Τώρα θα σε βοηθήσω λίγο…», της είπε και ξεκούμπωσε το παντελόνι του κατεβάζοντάς το κάτω, μέχρι τα γόνατά του.

Μετά πίεσε τα χείλια της κατευθείαν πάνω στη γυμνή θεόρατη ψωλάρα του. Η γυναίκα έκλεισε τα μάτια της καθώς η χοντρή ψωλή του νεαρού ακούμπησε στα χείλια της και σταγόνες χύσι την μούσκεψαν. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι όλα αυτά δεν συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Όμως η βαριά αντρική μυρωδιά που τρυπούσε τα ρουθούνια της ήταν σίγουρα πέρα για πέρα αληθινή.

-    «Άπλωσε τα χέρια σου γύρω μου και χάιδεψε μου τον κώλο. Θέλω να νιώσω τα δάχτυλα μιας γυναίκας μπάτσου να μου χαϊδεύουν τον πισινό!», της είπε γελώντας.

Δεν της άρεσε καθόλου η ιδέα, αλλά μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά άπλωσε τα χέρια της και ακούμπησε τα σκληρά τριχωτά κωλομάγουλα του άντρα. Έσφιξε διστακτικά τα χέρια της.

-    «Έτσι μπράβο!», της είπε ο άντρας κοιτώντας την. «Τώρα χρησιμοποίησε τη γλώσσα σου για να ευχαριστήσεις την ψωλάρα μου κούκλα μου. Καν’ το αμέσως!»

Απρόθυμα η αστυνομικίνα έβγαλε τη γλώσσα της και την πίεσε πάνω στο χοντρό πουτσοκέφαλό του. Ο άντρας ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται και ταλαντεύτηκε για ένα ή δύο δευτερόλεπτα, μετά στερέωσε καλύτερα τα πόδια του και έσπρωξε προς τα μπρος το καυλί του. Η γυναίκα δεν αντιστάθηκε.

Άνοιξε το στόμα της και έστειλε την καυτή υγρή γλώσσα της να γλείψει πάνω και κάτω το κρεάτινο κοντάρι του δραπέτη κατάδικου. Το κεφάλι της σπρώχτηκε από τον Μαρκ κι έτσι ο τεράστιος πούτσαρός του γλίστρησε και χώθηκε στα υγρά χείλια της. Η αστυνομικίνα ένιωσε το παλαμάρι του άντρα να της ξεχειλώνει το στόμα. Και μπορούσε να νιώσει ότι κάθε στιγμή που περνούσε, η ψωλή του άντρα σκλήραινε και μεγάλωνε περισσότερο. Ο Μαρκ έσπρωξε κι άλλο τους γοφούς του και κάρφωσε τον πούτσο του μέχρι μέσα βαθιά στο λαιμό της γυναίκας.

Ο άντρας άρχισε να βογκάει από την ευχαρίστηση που ένιωθε. Με τα χέρια του άρχισε να κουνάει το κεφάλι της αστυνομικίνας πάνω στον πούτσο του. Γέλασε καθώς την είδε γονατιστή μπροστά του με την καλοσιδερωμένη στολή της που τόσο πολύ μισούσε, να ρουφάει την ψωλή του υπάκουα. Ύστερα από τόσο καιρό στη φυλακή, αυτή ήταν πραγματικά γι’ αυτόν η ηδονή της ελευθερίας.

Έριξε και μια ματιά στην Μαριάννα για να βεβαιωθεί ότι ήταν ακόμα δεμένη στο δέντρο. Ικανοποιημένος που έλεγχε απόλυτα την κατάσταση συγκέντρωσε και πάλι την προσοχή του στην αστυνομικίνα.

-    «Έτσι μπράβο κάνε την ψωλή μου να εξαφανιστεί εντελώς!», της είπε.

Η αστυνομικός Γεωργίου με τα μαλλιά της παγιδευμένα στα χέρια του δεν είχε πολλά περιθώρια επιλογής. Άνοιξε όσο πιο πολύ μπορούσε τα χείλια της και η καυτή σάρκα της ψωλής του όρμησε στο λαιμό της! Κόντευε να την πνίξει με τον πούτσο του!

-    «Έτσι μπράβο χαμογέλα! Παρ’ τον όλο! Έτσι… Ρούφα την ψωλάρα μου κωλομπατσίνα!».

Η Άννα προσπαθούσε να κάνει ότι της έλεγε. Ρούφηξε όσο πιο πολύ μπορούσε την ψωλή του, μέχρι που τα χείλια της ακούμπησαν στις ψωλότριχές του. Άρχισε να τον ρουφάει και να τον γλείφει.

-    «Αααχχχ! Έτσι μπράβο μωρή χαμούρα!!! Ρούφα με!», βόγκηξε ο Μαρκ.

Η γυναίκα ρουφούσε και έγλειφε με όλη της τη δύναμη τον πούτσο του κατάδικου. Τα χείλια της είχαν γεμίσει σάλια και αυτό διευκόλυνε την πορεία του σκληρού πούτσαρου που γλίστραγε ευκολότερα. Ήχοι γλειψίματος αρκετά δυνατοί, ακούγονταν στην ησυχία του δάσους. Η ψωλάρα του Μαρκ χωνόταν τώρα ολόκληρη μέχρι βαθιά στο λαιμό της αστυνομικίνας, που πάσχιζε με δυσκολία να αναπνεύσει.

Κύματα ηδονής διαπερνούσαν τώρα το κορμί του άντρα, που κάθε φορά που η ψωλή του χωνόταν βαθιά στο στόμα της γονατιστής γυναίκας ένιωθε την ανάσα του να κόβεται. Από μέσα του είχε αρχίσει να παρακαλάει την αστυνομικίνα να τον κάνει να χύσει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Η αστυνομικίνα τώρα ρουφούσε τη θεόρατη ψωλή όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όλο το κορμί της κουνιόταν στην προσπάθειά της να ικανοποιήσει το δραπέτη κατάδικο. Ο Μαρκ ένιωθε τα γόνατά του να λυγίζουν από την αφόρητη καύλα.

-    «Αααχχχ!!! Έτσι μ’ αρέσει να με γλείφεις!!! Έλα πουτανίτσα! Γλείψε με! Έτσι! Κοντεύω να τελειώσω! Έλα!!»

Η γυναίκα ένιωσε το παλαμάρι του άντρα να πρήζεται κι άλλο στο στόμα της. Ήθελε να φτύσει την ψωλή από το στόμα της αλλά ήξερε ότι ο Μαρκ δεν θα την άφηνε. ‘Ένιωσε τότε τον άντρα να τρέμει στο στόμα της.

-    «Αααχχχ! Ναιι!! Δεν αντέχω άλλο! Χύνωωω! Στα χύνω όλααα! Ναι! Πάρ’ ταααααα!!!» ούρλιαξε ο άντρας.

Καυτά παχιά, χύσια τινάχτηκαν ασυγκράτητα από το πρησμένο του πουτσοκέφαλο βαθιά στο λαρύγγι της γονατισμένης αστυνομικίνας.

Η Άννα μούγκρισε καθώς ένιωσε τα καυτά υγρά του να την πνίγουν. Προσπαθούσε να καταπιεί τις τεράστιες ποσότητες σπέρματος που άδειαζε στο λαιμό της μουγκρίζοντας ο νεαρός δραπέτης. Όσα δεν μπορούσε να καταπιεί γλίστρησαν έξω από τα χείλια της και κύλησαν στα μάγουλά της.

-    «Αααχχχ!!!,» μούγκρισε ο Μαρκ κρατώντας ακόμα το κεφάλι της αστυνομικίνας σφιχτά πάνω στο κορμί του που σπάραζε από τους αλλεπάλληλους οργασμούς.

-    «Έτσι, γλείψε με κι άλλο! Έτσι παλιοπουτάνα! Ξεζούμισε την ψωλή μου! Ρούφα τα όλα!»

Η κοπέλα ρουφούσε ακόμα, αδειάζοντας τελείως τα αρχίδια του άντρα από το φορτίο τους. Όταν τελικά και η τελευταία σταγόνα είχε αδειάσει από την ψωλή του, απόλυτα ικανοποιημένος ο Μαρκ τραβήχτηκε από το στόμα της αστυνομικίνας.

-    «Έτσι μπράβο. Το ήξερα ότι θα τα καταφέρεις μια χαρά. Όλες οι γυναίκες μπάτσοι δεν είστε καλές για τίποτε άλλο εκτός από το να κάνετε τσιμπούκι πού να πάρει ο διάολος. Όλες εσείς πρέπει να κάνετε τουλάχιστον δύο πίπες την ημέρα για να δικαιολογείτε τα λεφτά που παίρνετε».

Η αστυνομικίνα αμίλητη καθάρισε τα χύσια που έσταζαν στα μάγουλά της καλά με την παλάμη του χεριού της. Η μυρωδιά όμως έμενε ακόμα τα ρουθούνια της. Μια μυρωδιά τρομερά δυσάρεστη γιατί εξακολουθούσε να της θυμίζει τι είχε κάνει. Τελικά αποφάσισε να μιλήσει.

-    «Εντάξει, σε ευχαρίστησα εγώ. Τώρα για το δικό σου καλό ελευθέρωσε κι εμένα κι αυτήν εκεί τη γυναίκα. Αν δεν το κάνεις όταν σε συλλάβουν θα περάσεις την υπόλοιπη ζωή σου στη φυλακή!»

Ο Μαρκ την κοίταξε και γελώντας της απάντησε:

-    «Παλιοβρωμιάρα κωλοαστυνομικίνα! Βγάλε τα ρούχα σου τώρα μη σε πάρει ο διάολος!»

Η αστυνόμος Άννα Γεωργίου δεν ήταν σίγουρη ότι είχε ακούσει καλά. «Δεν ήταν δυνατόν να της ζητάει να γδυθεί!», σκέφτηκε.

-    «Άκουσες τι σου είπα; Βγες έξω από αυτή την κωλογαμημένη στολή που φοράς!», της επανέλαβε ο άντρας ενώ παράλληλα σήκωσε το κλομπ απειλητικά πάνω απ’ το κεφάλι της.

-    «Εντάξει! Εντάξει!», είπε έντρομη η αστυνομικίνα. «Θα κάνω ότι μου πεις. Φτάνει να μη με ξαναχτυπήσεις μ’ αυτό το πράγμα!»

Το πρόσωπό της κοκκίνισε από την τροπή της και την οργή της καθώς άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του πουκάμισού της. Αποκάλυπτε σιγά - σιγά τις βυζάρες της στα αχόρταγα μάτια του. Κάθε κουμπί που άνοιγε, έκανε το πρόσωπό της ακόμα πιο κόκκινο. Όταν ξεκούμπωσε και το τελευταίο κουμπί ο Μαρκ έσκυψε από πάνω της και της το έβγαλε.

Οι κορυφές των βυζιών της ήταν ακάλυπτες από το μαύρο σουτιέν που φορούσε. Η διαφορά της κατάλευκης σάρκας της και του μαύρου υφάσματος ήταν εξαιρετικά έντονη. Ο Μαρκ ανυπομονούσε να καρφώσει τα δόντια του σ’ αυτή την λαχταριστή σάρκα, αλλά μπόρεσε να συγκρατηθεί και τη διέταξε να βγάλει και τα υπόλοιπα ρούχα της.

Η γυναίκα άρχισε να ξεκουμπώνει τη φούστα της αστυνομικής στολής της και την έβγαλε κι αυτή. Μετά είχαν σειρά τα παπούτσια της. Και τότε σταμάτησε. Στεκόταν έτσι γονατιστή φορώντας το καλσόν με τις ζαρτιέρες, την κιλότα και το σουτιέν της και δεν κουνιόταν με το κεφάλι κατεβασμένο.

Ο Μαρκ έριξε μια βιαστική ματιά στα ρούχα της που τα είχε ακουμπήσει δίπλα της και η ματιά του καρφώθηκε σ‘ ένα γυαλιστερό αντικείμενο που είχε γλιστρήσει έξω από την τσέπη της φούστας της. Ήταν ένα ζευγάρι ατσαλένιες χειροπέδες. Έσκυψε, τις πήρε και χωρίς να χάσει καιρό τράβηξε τα χέρια της αστυνομικίνας στην πλάτη της και της τα κλείδωσε με τις χειροπέδες.

-    «Δεν χρειαζόταν να το κάνεις αυτό!», του είπε η Άννα. «Σε παρακαλώ… τις έχεις σφίξει πάρα πολύ. Πονάω!»

-    «Και λοιπόν τι έγινε; Όλοι οι μπάτσοι έτσι σφιχτά τις φοράτε στους άλλους. Και τώρα ήρθε η ώρα να διαπιστώσω μόνος μου τι κρύβει το υπόλοιπο κορμί σου τσούλα», είπε ο Μαρκ.

Άπλωσε τα χέρια του ξεκούμπωσε το σουτιέν της και της το έβγαλε. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι βυζάρες της ήταν τόσο σφιχτές και όμορφες! Οι ρώγες της ήταν μεγάλες και είχαν ροζ χρώμα ενώ γύρω τους υπήρχε ένας μεγάλος σκούρος κύκλος.

Μετά έπιασε την κιλότα της και της την έβγαλε χωρίς να πειράξει τις ζαρτιέρες και το καλσόν της. Ενθουσιάστηκε με τα παχιά μουνόχειλα που αντίκρισε και τις κοκκινωπές μουνότριχες. Ο Μαρκ την έσπρωξε με τα χέρια του και την ανάγκασε να ξαπλώσει στο έδαφος. Μετά τη γύρισε μπρούμυτα για να θαυμάσει και τα κάτασπρα ολοστρόγγυλα κωλομέρια της. Χωρίς να διστάσει καθόλου έχωσε το κλομπ στην χαράδρα του κώλου της ανοίγοντας τα κωλομάγουλα της.

-    «Αουτς! Μηηηη!», ούρλιαξε η κοπέλα προσπαθώντας μάταια να αποφύγει το ξύλινο κλομπ και να γυρίσει ανάσκελα.

Ο δραπέτης βασανιστής της έχωσε λίγο πιο κάτω το κλομπ κι άρχισε να το κουνάει κάνοντάς τη λευκή σάρκα της κωλάρας της να τρέμει. Η κοπέλα φώναζε και παρακαλούσε μάταια. Ξαναπροσπάθησε να γυρίσει για να τον αποφύγει αλλά αυτή τη φορά ο άντρας την κλώτσησε στα πλευρά αναγκάζοντάς την να μείνει ακίνητη. Ο Μαρκ άρχισε να χτυπάει με το κλομπ την κάτασπρη κωλάρα της. Η αστυνομικίνα ούρλιαξε αλλά ο άντρας αδιαφορώντας της χτύπαγε με δύναμη τον κώλο με το ίδιο της το κλομπ!

-    «Ωωχχ! Αααχχχχ!! Μηηηη! Πονάωωω! Σταμάταααα!», ούρλιαζε, ενώ ο άντρας αδιαφορώντας για τις φωνές της εξακολουθούσε να ανεβοκατέβαζε το κλομπ στην κωλάρα της.

Η γυναίκα ένιωθε τα κωλομέρια της να πονάνε και να ζεματάνε. Κύματα πόνου απλώνονταν σιγά σιγά σ’ όλο της το κορμί. Και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βογκάει και να ουρλιάζει με τη μούρη στο χώμα σαν γουρούνι.

-    «Ααχχχ… Όταν θα σε πιάσουν θα πληρώσεις γι’ αυτό! Να ‘ σαι σίγουρος γι’ αυτό!», του είπε.

-    «Χα! Ποιος θα με πιάσει;», τη ρώτησε σαρκαστικά γελώντας και εξακολουθώντας να τη χτυπάει.

Ο κώλος της τώρα πια είχε γίνει κατακόκκινος απ’ , τα κτηνώδη κτυπήματα του απαίσιου κλομπ.

-    «Αυτό ήταν για να το σκεφτείς πιο καλά την επόμενη φορά που θα δοκιμάσεις να κατεβάσεις αυτό το πράγμα πάνω σε άνθρωπο παλιοβρόμα!», της είπε σταματώντας τα χτυπήματα ο Μαρκ. «Και τώρα ήρθε η ώρα να βάλουμε αυτό το κλομπ στην κανονική του θέση, δεν νομίζεις;»

Και λέγοντας αυτά ο άντρας τη γύρισε ανάσκελα κλωτσώντας την με το πόδι του. Μετά έβαλε το πόδι του ανάμεσα στα δικά της και άρχισε να της κλωτσάει τα μπούτια μέχρι που η αστυνομικίνα αναγκάστηκε να τα ανοίξει διάπλατα.

Η γυναίκα σώπασε τώρα πια καθώς ήταν πεσμένη ανάσκελα στο έδαφος με τα χέρια της δεμένα με χειροπέδες στην πλάτη της και τα πόδια της διάπλατα ανοιχτά και την μουνότρυπα της μισάνοιχτη... Ο άντρας από πάνω της απολάμβανε Το θέαμα ου του πρόσφερε. Άρχισε να τρέμει καθώς διάφορες απαίσιες σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό της.

-    «Ήρθε η ώρα να σου βουλώσω το γαμημένο το μουνί σου. Και θα στο βουλώσω μ’ αυτόν τον ωραίο φελλό!», της είπε δείχνοντάς της το πελώριο κλομπ. «Θα σε γαμήσω μ’ αυτό το παλούκι κωλομπατσίνα του κερατά!!!»

-    «Όχι! Μη! Σε Παρακαλώ! Αυτό το πράγμα θα με σκοτώσει! Οχι!! Μη μου το κάνεις αυτό!», φώναξε έντρομη η γυναίκα.

-    «Θα σε σκοτώσει; Ε, και λοιπόν τι έγινε; Ποιος νοιάζεται;», είπε σκληρά ο Μαρκ.

Ακούμπησε την άκρη του κλομπ στην είσοδο του μουνιού της κι άρχισε να το σπρώχνει προς τα μέσα.

-    «Αουτς! Ααχχχχ! Σε παρακαλώ! Σταματα!» ούρλιαξε η γυναίκα.

-    «Με τίποτα δε σταματάω παλιοχαμούρα! Τη βρίσκω μ’ αυτό! Έχει πολύ πλάκα!», της είπε και δυνάμωσε την πίεση προσπαθώντας να χώσει βαθιά στο μουνί της το κλομπ.

Η αστυνομικίνα τον κοίταξε και στα μάτια του είδε μια σατανική λάμψη που την τρόμαξε και τη φόβισε. Σε λίγους κατάδικους είχε δει τόση μανία και κακία όλα αυτά τα χρόνια που μπαινόβγαινε στις φυλακές. Και τώρα ήταν αυτή που φορούσε τις χειροπέδες, ενώ ο βασανιστής της στεκόταν από πάνω της σπρώχνοντας με τα πόδια του τα δικά της για να ανοίξουν τελείως.

Τελικά το τεράστιο κλομπ νίκησε την αντίσταση των μουνόχειλων της και γλίστρησε στην είσοδο του μουνιού της. Η γυναίκα βόγκηξε άγρια καθώς ο πόνος από τα τοιχώματα του μουνιού της έφτασε μέχρι το μυαλό της.

Ο Μαρκ εξακολουθούσε να σπρώχνει χώνοντας όλο και πιο πολύ το κλομπ μέσα της. Έβλεπε το μαύρο ξύλο να εξαφανίζεται σιγά σιγά μέσα στο κοκκινότριχο μουνί της αστυνομικίνας και το θέαμα έκανε την ψωλή του να ξανακαυλώνει. Η αστυνόμος Γεωργίου τίναξε τώρα δεξιά αριστερά το κεφάλι της μουγκρίζοντας από τον πόνο.

Ο Μαρκ μόλις είδε ότι είχε χώσει περισσότερο απ’ το μισό κλομπ μέσα στα παχιά μουνόχειλα της γυναίκας άρχισε να το στριφογυρίζει μέσα της. Τα χέρια του είχαν πιάσει το κλομπ και το στριφογύριζαν δεξιά αριστερά. Η αστυνομικίνα άρχισε να ουρλιάζει υστερικά ενώ έτριβε μανιασμένα την κωλάρα της στο έδαφος προσπαθώντας να λιγοστέψει τους αφόρητους πόνους που ένιωθε.

Σε λίγο όμως το μουνί της άρχισε από μόνο του να λιπαίνει το παλούκι με τα υγρά του. Έτσι όπως στριφογύριζε μέσα της το χοντρό κλομπ γρήγορα πασαλείφτηκε ολόκληρο με τα χύσια της που τώρα έτρεχαν ασταμάτητα απ’ τα τοιχώματα του ορθάνοιχτου μουνιού της.

Έτσι μουσκεμένο το κλομπ στριφογύριζε πιο άνετα μέσα της και δεν την πονούσε όσο πριν. Ο Μαρκ είδε τι είχε συμβεί και χαμογελώντας άρχισε να μπαινοβγάζει το χοντρό παλούκι στο μουνί της πεσμένης ανάσκελα στο έδαφος αστυνομικίνας.

-    «Ωωωχχχ! Ααααχχχ! Μμμμμ!», βόγγηξε η αστυνομικίνα καθώς ο δραπέτης της γαμούσε το μουνί με το ίδιο της το υπηρεσιακό κλομπ.

Ο πόνος που ένιωθε μέχρι τώρα, σιγά σιγά είχε ανακατευτεί με μια πρωτόγνωρη ευχαρίστηση. Ο άντρας άρχισε να κουνάει το κλομπ βαθιά στον πάτο του μουνιού της προς όλες τις κατευθύνσεις. Η αστυνομικίνα ένιωθε την κλειτορίδα της να πρήζεται από την καύλα καθώς γαμιόταν από το χοντρό κλομπ. Τα ροζ παχιά της μουνόχειλα είχαν μουσκέψει από τα χύσια της.

Ο Μαρκ άρχισε να της σπρώχνει όλο και πιο βαθιά το κλομπ με μικρά χτυπήματα φροντίζοντας να τρίβεται και πάνω στην ερεθισμένη της κλειτορίδα. Την είχε κάνει να τρίβεται ανυπόμονα στο χώμα ζητώντας όλο και πιο πολύ το κλομπ μέσα της και βογκώντας με κλειστά μάτια από την πρωτόγνωρη ηδονή.

Τα βυζιά της φούσκωσαν για μια στιγμή καθώς προσπαθούσε να ανασάνει βαθιά. Από το γαμήσι με το κλομπ είχε χάσει την αναπνοή της. Ποτέ άλλοτε στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο μεγάλη καύλα. Τώρα πια τα μπούτια της άνοιγαν από μόνα τους κι άλλο ζητώντας να ρουφήξουν περισσότερο κλομπ στο μουνί της. Έτρεμε και κουνούσε τον κώλο της στον ίδιο ρυθμό που ο Μαρκ της έχωνε το κλομπ μέχρι τα πιο βαθιά σημεία του πλημμυρισμένου απ’ τα ζουμιά μουνιού της.

Έτρεμε χωρίς να μπορεί να το ελέγξει. Τα μάτια της αναποδογύρισαν στις κόγχες τους. Τα χείλια της μισάνοιξαν. Περίεργοι ήχοι από τα βάθη του λαρυγγιού της ακούστηκαν. Τα πόδια της σηκώθηκαν μόνα τους τεντωμένα στον αέρα.

Ο Μαρκ είδε τα μουνόχειλα της αστυνομικίνας να ανοιγοκλείνουν πάνω στο κλομπ και χωρίς να χάσει καιρό έσπρωξε όσο πιο πολύ μπορούσε μέχρι που έφτασε στον πάτο της μουνάρας της. Το κορμί της αστυνομικίνας τραντάχτηκε από έναν φοβερό σπασμό και αμέσως άρχισε να ουρλιάζει και να χύνει ασυγκράτητα.

-ν«Αααχχχ! Ναιιι!!!! Χύνωωω! Χύνωωω! Γαμότο! Χυνωωωω ααχχχ! Ωωωωχχχχ!!!», ούρλιαζε, ενώ όλο της το κορμί τρανταζόταν από αλλεπάλληλους οργασμούς και το μουνί της ρουφούσε μόνο του το μουσκεμένο από τα χύσια της κλομπ.

Ο Μαρκ ενθουσιασμένος παρακολουθούσε το κορμί της να τραντάζεται και τα μουνόχειλα της να ανοιγοκλείνουν με μανία γύρω από το ξύλινο παλούκι που κόντευε να εξαφανιστεί μέσα της. Τα χύσια της έτρεχαν πάνω στο κλομπ πασαλείβοντάς το όπως η μαρμέλαδα το μαχαίρι.

Ο Μαρκ σκέφτηκε ότι θα ήταν φανταστικά να την γαμούσε τώρα έτσι μουσκεμένη κι ανοιγμένη όπως ήταν. Αλλά ήξερε πως αν ήθελε να έχει ελπίδες να γλιτώσει έπρεπε να φύγει όσο το δυνατόν συντομότερα πριν κάνει την εμφάνισή του κανένας άλλος πιο ικανός αστυνομικός. Ευτυχώς γι’ αυτόν, η αστυνόμος Γεωργίου τον είχε εφοδιάσει πάλι με μεταφορικό μέσο Έτσι διατηρούσε ακόμα τις ελπίδες του να τα καταφέρει. Και θα έπαιρνε και τη δασκάλα μαζί του.

Σήκωσε την αστυνομικίνα έτσι γυμνή και την οδήγησε σε ένα άλλο δέντρο όπου την έδεσε, αφήνοντας το κλομπ βαθιά μέσα στο μουνί της!

Μετά έντυσε την Μαριάννα με τη στολή της αστυνομικίνας, της πέρασε τις χειροπέδες για να μπορεί να την ελέγχει πιο εύκολα και την έσπρωξε μέσα στο περιπολικό. Έστειλε από μακριά ένα φιλάκι στη δεμένη στο δέντρο αστυνομικίνα, βρήκε το πεσμένο στους θάμνους πιστόλι της, το πήρε μαζί του, μπήκε κι αυτός στο περιπολικό μαζί με τη δεμένη Μαριάννα και ξεκίνησε πάλι για τα βουνά.

«Τώρα με ένα γεμάτο πιστόλι και ένα περιπολικό, όποιος θέλει ας δοκιμάσει να με σταματήσει!», σκέφτηκε ευτυχισμένος ο δραπέτης.

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")