Βιτσιόζα διεστραμμένη δασκάλα (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Επιτέλους κάποτε οι ευχές της κοπέλας πραγματοποιήθηκαν. Ακριβώς τότε που είχε πια πιστέψει ότι η βέργα δεν θα σταματήσει ποτέ να ανεβοκατεβαίνει στο γυμνό μελανιασμένο τώρα πια κορμί της, ο Μαρκ σταμάτησε και πέταξε τη βέργα μακριά.

Η κοπέλα πονούσε φριχτά. Ο αφόρητος πόνος χτυπούσε κύματα - κύματα το κορμί της από τις πατούσες μέχρι το κεφάλι. Έτρεμε ολόκληρη και είχε αρχίσει να χάνει τις αισθήσεις της. Αν τα χτυπήματα είχαν συνεχίσει λίγο ακόμα θα λιποθυμούσε σίγουρα.

-    «Εσύ είσαι που με έμπλεξες έτσι τσούλα! Τώρα θα πληρώσεις πολύ άσχημα γι’ αυτό!», άκουσε από πάνω της απειλητική την φωνή του απαγωγέα της.

Ο ψηλός γεροδεμένος νεαρός τη βούτηξε άγρια από τους αστραγάλους και της σήκωσε τα πόδια ψηλά στον αέρα. Έτσι κόντεψε να χωθεί το πρόσωπό της μέσα στο χώμα και της βρώμικες λάσπες. Τα βυζιά της που ήταν ήδη πολύ ταλαιπωρημένα δέχτηκαν όλο το βάρος του κορμιού της και τρίφτηκαν σκληρά στο έδαφος. Η δασκάλα έβγαζε μικρές κραυγές, καθώς προσπαθούσε να κρατήσει το κεφάλι της έξω από τα χώματα και τις λάσπες. Ο άντρας χαμογελούσε ικανοποιημένος ξέροντας ότι μπορούσε να της κάνει οτιδήποτε ήθελε.

-    «Άσε με κάτω!», φώναξε απεγνωσμένα η κοπέλα φτύνοντας χώματα από το στόμα της.

-    «Δεν είσαι σε θέση να απαιτείς τίποτε. Τώρα έλα τσουλάκι να σε πάω βόλτα!», της είπε γελώντας σκληρά ο Μαρκ κι άρχισε να την τραβάει και να την σπρώχνει απ’ τα πόδια.

-    «Αααχχχχ! Μη μου το κάνεις αυτό! Με πονάς! Μη! Θα χτυπήσω σου λέω!», φώναζε η Μαριάννα ανήμπορη να αντισταθεί στα τραβήγματά του.

Ο άντρας άρχισε να την τραβάει και να τη σέρνει στο χώμα κάνοντας μεγάλους κύκλους. Τα πόδια της είχαν ανοίξει διάπλατα. καθώς είχε βουτήξει από ένα της πόδι σε κάθε του μασχάλη, και την τραβολογούσε. Η κοπέλα ούτε που νοιαζόταν για το θέαμα που του πρόσφερε. Ο πόνος που ένιωθε στο στήθος της και τους ώμους της που τριβόντουσαν στο χώμα ήταν αφόρητος. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε. Μόνο ότι πονούσε φριχτά!

Φώναζε, ούρλιαζε και χτυπιόταν αλλά ο Μαρκ εξακολουθούσε έτσι ολόγυμνη να την τραβάει και να τη σέρνει γελώντας στο χώμα και τις λάσπες. Με το ζόρι η κοπέλα τώρα μπορούσε να συγκρατεί το κεφάλι της έξω από τις λάσπες.

Η σάρκα των βυζιών της και των ώμων της είχε γρατσουνιστεί και αίμα άρχισε να τρέχει. Κάθε πετραδάκι και κάθε ανωμαλία του εδάφους έστελνε κύματα - κύματα τον πόνο σ’ όλο της το κορμί. Το μαρτύριο ήταν φρικτό. Ούρλιαζε και Βογκούσε ξετρελαμένη από τους πόνους. Ο Μαρκ λες και είχε διαλέξει το πιο άγριο έδαφος της περιοχής. Παντού τριγύρω υπήρχαν πέτρες και θάμνοι.

Η Μαριάννα σκέφτηκε ότι ποτέ της δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο πολύ επικίνδυνο μπορεί να γίνει το έδαφος. Ο πόνος όλο και μεγάλωνε. Αστραπές πόνου έσκιζαν το μυαλό της. Οι πέτρες την έσκιζαν σαν μαχαιριές. Ούρλιαζε μ’ όλη της τη δύναμη. Λες και οι φωνές της θα μπορούσαν να καλμάρουν τους αφόρητους πόνους. Είχε φτάσει στα όρια της αντοχής της, δεν άντεχε άλλο.

Συγκέντρωσε όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει κι άρχισε να κλωτσάει μ’ όλη της τη δύναμη τον Μαρκ που της κρατούσε σφιχτά τους αστραγάλους. Χτυπιόταν και φώναζε μ’ όλη της τη δύναμη, αλλά το μόνο που κατάφερνε ήταν να τρίβονται πιο δυνατά τα βυζιά της στο χώμα και να πονάει περισσότερο.

-    «Σταμάτα σου λέω! θα με σκοτώσεις! Άσε με!»

-    «Άντε γαμήσου παλιοπουτάνα! θα κάνω ότι γουστάρω και όσο Θέλω εγώ! Κατάλαβες κωλογαμιόλα;»

Της γύρισε τα πόδια έτσι που να σκάσει με τον κώλο στο χώμα και άρχισε και πάλι να την σέρνει βίαια. Τώρα η άμοιρη κοπέλα τριβόταν με τον κώλο κάτω και τα κωλομάγουλα της άρχισαν κι αυτά να γρατζούνιουνται. Χτυπούσε σ’ όλες τις πέτρες και σερνόταν πάνω στο σκληρό χώμα και ο πόνος ήταν ακόμα χειρότερος από πριν.

-    «Σταμάτα! Πονάωωω!!! Ο κώλος μου πονάει! Σταμάτααααα!!!», ούρλιαζε η κοπέλα ενώ τα δόντια της χτυπούσαν μεταξύ τους από τα τραντάγματα.

Σπασμοί από τους αφόρητους πόνους χτυπούσαν το πληγωμένο κορμί της παντού. Νόμιζε πως κάποιος της έσκιζε σε κομμάτια τα κωλομέρια της καθώς τριβόταν και χτυπούσε πάνω στις πέτρες. Βογκούσε ασταμάτητα, ενώ δάκρυα πόνου πλημμύρισαν τα υπέροχα μάτια της. Ανάμεσα από τα δάκρυά της μπορούσε να βλέπει το σαρκαστικό γέλιο στο πρόσωπο του βασανιστή της.

Τα κωλομάγουλα της άνοιγαν διάπλατα και ύστερα ξανάκλειναν με φόρα χτυπώντας στο σκληρό έδαφος. Η κοπέλα ένιωθε πέτρες να καρφώνονται ακόμα και στην κωλοτρυπίδα της. Τελευταία της προσπάθεια ήταν μήπως και καταφέρει και συγκεντρωθεί σε κάποια άλλη σκέψη για να αγνοήσει τους αφόρητους πόνους. Αλλά αυτό ήταν αδύνατον. Ο ήδη ταλαιπωρημένος κώλος της άρχισε να πάλλεται γρήγορα καθώς ο Μαρκ ξανάρχισε να τη σέρνει στα χαλίκια. Σε μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να σταματήσει τον πόνο έβαλε και τα δυο της χέρια στο χώμα προσπαθώντας να ανασηκώσει τον πονεμένο κωλαράκο της.

-    «Δεν πρόκειται να σε βοηθήσει καθόλου αυτό. Το πολύ - πολύ να πληγωθείς ακόμα περισσότερο ή να βγάλεις κάνα χέρι!», σάρκασε από πάνω της ο Μαρκ.

Η Μαριάννα κατάλαβε ότι ο άντρας της έλεγε την αλήθεια. ‘ Ήταν αδύνατον να τα καταφέρει να σταθεί στις παλάμες της ή έστω να πιαστεί από κάπου για να τον αναγκάσει να σταματήσει. Ούτε καν να τον κάνει να αργοπορήσει δεν τα κατάφερνε, Το μόνο που πέτυχε ήταν να γρατζουνήσει και τις παλάμες της και να κινδυνέψει να σπάσει τα μικρά αδύναμα κοκαλάκια των δαχτύλων της.

Κουνούσε το κεφάλι της δεξιά αριστερά καθώς ούρλιαζε ξετρελαμένη από τους αφόρητους πόνους που ένιωθε σ’ όλο της το κορμί.

-    «Αααχχχ! Ωωωχχχχ! Βοήθειαααα! Πονάωωωωω!!!»

-    «Το διασκεδάζεις; Περνάς ωραία τσούλα; Ναι, μου φαίνεται πως σ’ αρέσει αυτό!», την κορόιδεψε γελώντας ο Μαρκ.

Εξακολουθούσε να την βασανίζει για αρκετή ώρα μέχρι που ικανοποιημένος πρόσεξε ότι ο κώλος της είχε γεμίσει παντού πληγές. Τότε σταμάτησε να την τραβάει και να την σέρνει στο χώμα. Τη σήκωσε άγρια από τις μασχάλες και την οδήγησε σε μια βελανιδιά. Την ανάγκασε να ακουμπήσει με την πλάτη στο δέντρο. Την άφησε μόνη της για λίγο αλλά η Μαριάννα ήταν τόσο πληγωμένη και τόσο εξαντλημένη που ούτε καν της πέρασε από το μυαλό να προσπαθήσει να δραπετεύσει

Ο χρόνος της ξεκούρασης της όμως ήταν ελάχιστος. Ο Μαρκ επέστρεψε κρατώντας σχοινιά στα χέρια του και κουνώντας τα απειλητικά προς το μέρος της. Η κοπέλα μόνο και μόνο που τον είδε άρχισε να τρέμει απ’ το φόβο της.

Η κοπέλα αποκαμωμένη είχε καθίσει στις ρίζες του δέντρου ακουμπώντας την πλάτη της πίσω της στον κορμό της βελανιδιάς Ο Μαρκ την πλησίασε κι άρχισε να την δένει έτσι καθιστή όπως ήταν. Πέρασε πολλές φορές το σχοινί γύρω από το γυμνό κορμί της και το δέντρο ακινητοποιώντας την. Τα χέρια της τα έδεσε στο πλάι του κορμιού της. Όταν τα σχοινιά σφίγγονταν πάνω στα γυμνά βυζιά της και η Μαριάννα βογκούσε από τους πόνους, ο Μαρκ γέλαγε...

Κύματα φρικτού πόνου τρυπούσαν τη σάρκα των βυζιών της καθώς ο άντρας έσφιγγε όλο και περισσότερο τα σχοινιά που πλήγωναν την τρυφερή σάρκα της. Τα βυζιά της είχαν κοκκινίσει απ’ το σφίξιμο.

Η κοπέλα άνοιξε για μια στιγμή τα μάτια της που τα κρατούσε όλη αυτή την ώρα κλειστά. Το θέαμα που αντίκρισε της έκοψε την ανάσα. Ο νεαρός άντρας είχε βγάλει το παντελόνι του και στεκόταν ολόγυμνος μπροστά της. Ο πούτσαρός του ήταν μεγαλύτερος από ποτέ. Στεκόταν ολόρθος μπροστά της ενώ η σκούρα επιδερμίδα ήταν γεμάτη από μικροσκοπικές φλεβίτσες. Και ήταν μακρύς, τεράστιος. Του έφτανε σχεδόν μέχρι το γόνατο!!! Δυο βαριά πελώρια αρχίδια κρεμόντουσαν σαν σακούλες από κάτω. Η κοπέλα τον κοίταζε με δέος. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της απ’ την θεόρατη ψωλάρα του.

Τελικά γύρισε με προσπάθεια αλλού το κεφάλι της θέλοντας να τραβηχτεί όσο γινόταν μακριά του. Εκείνος απαθέστατος χάιδευε με την παλάμη του την πελώρια πούτσα του. Δεν καταλάβαινε η Μαριάννα γιατί στεκόταν έτσι κοιτώντας την μόνο, αλλά φοβόταν βέβαια και να τον ρωτήσει.

Στην πλάτη της μικρά κλαράκια και φλούδες του κορμού του δέντρου της γρατζούναγαν την επιδερμίδα των ώμων της. Αυτό δεν ήταν όμως καθόλου σημαντικό μπρος στους πόνους που είχε νιώσει προηγουμένως. Γι’ αυτό ακούμπησε πίσω όσο πιο βολικά μπορούσε κι έκλεισε αποκαμωμένη τα μάτια της ξανά. Το μυαλό της για λίγες στιγμές ξεχάστηκε. Σκέφτηκε τα παιδιά, τους μαθητές της που θα την περίμεναν στη βιβλιοθήκη. Σίγουρα κι αυτά και οι γονείς τους θα αναρωτιόντουσαν τι να είχε απογίνει. Που να ήξεραν την αλήθεια!

Μετά άκουγε τα πουλιά του δάσους που κελαηδούσαν ανέμελα αδιαφορώντας για όλα αυτά που συνέβαιναν δίπλα της. Στα ρουθούνια της ήρθε η μυρωδιά από τα διάφορα αγριολούλουδα που φύτρωναν τριγύρω. Αλλά ακόμα και οι ήχοι των αυτοκινήτων που περνούσαν στον διπλανό αυτοκινητόδρομο έφταναν ολοκάθαρα στ’ αυτιά της. Μπορεί κάποιος τελικά να πρόσεχε το τουμπαρισμένο αυτοκίνητό της και να ‘ερχόταν να δει τι συνέβαινε.

Ξαφνικά ένας πόνος διαπέρασε το αριστερό βυζί της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα ενώ μια κραυγή ξέφυγε απ’ τα χείλια της.

-    «Αααχχχχ… Τι μου κάνεις; Πονάωωωω!»

Και τότε συνειδητοποίησε τι έκανε ο Μαρκ όλη αυτή την ώρα. Με τα χέρια του είχε καταφέρει να κάνει τη μια άκρη της βέργας που την μαστίγωνε, μυτερή σαν καρφίτσα. Και τώρα της τσιμπούσε μ’ αυτή τα βυζιά. Η μυτερή άκρια ξαναχώθηκε στη σάρκα της λίγα εκατοστά μόνο μακριά από τη ρώγα της. Ο Μαρκ ευχαριστήθηκε που την άκουσε να κραυγάζει ξανά και έτσι άρχισε να καρφώνει τη μυτερή βέργα πάνω στη σάρκα των βυζιών της γεμίζοντας την με κόκκινα σημάδια.

Η δασκάλα ανήμπορη να προβάλει την παραμικρή αντίδραση έτσι όπως ήταν δεμένη, κουνούσε απελπισμένα το κεφάλι της δεξιά αριστερά τινάζοντας παντού τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της και ουρλιάζοντας απεγνωσμένα.

-    «Μηηη! Πονάωωωω! Σταμάταααα! Τι πας να κάνεις; Θες να με σκοτώσεις; Πονάω σου λέωωωω!!!»

Προσπαθούσε να μην κοιτάει τα βυζιά της που της τα τσιμπούσε με την απαίσια βέργα πότε το ένα πότε το άλλο ο Μαρκ αφήνοντας πάνω τους φριχτά σημάδια. Τιναζόταν από τον πόνο καθώς προσπαθούσε να σπάσει τα σχοινιά που την κρατούσαν δεμένη στο δέντρο αλλά γρήγορα κατάλαβε πως αυτές της οι προσπάθειες ήταν μάταιες.

Βογκούσε και φώναζε κάθε φορά που την κάρφωνε με την βέργα χωρίς να μπορεί να κάνει το παραμικρό για να τον σταματήσει. Προσπάθησε να σηκώσει τα γόνατά της για να προφυλάξει τα βυζιά της αλλά ο Μαρκ άπλωσε το πόδι του και της πάτησε τα γόνατα ακινητοποιώντας την εντελώς.

Όταν πια δεν υπήρχε σημείο στα βυζιά της που να μην το είχε τσιμπήσει με τη βέργα, ο Μαρκ κατέβηκε στο στομάχι της. Τότε άρχισε να χαράζει με την μυτερή και κοφτερή βέργα το στομάχι της από την μια μεριά ως την άλλη. Λεπτές κόκκινες γραμμές ακολουθούσαν την φριχτή βέργα. Η Μαριάννα ούρλιαζε τώρα ασυγκράτητη και είχε αρχίσει να φαντάζεται πού θα σταματούσε η φριχτή πορεία της απαίσιας βέργας.

Έτσι όταν η βέργα κατευθύνθηκε προς το μεταξένιο ξανθό τρίχωμα του μουνιού της ήταν προετοιμασμένη, το περίμενε. Έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κλείσει όσο πιο σφιχτά μπορούσε τα μπούτια της και να σηκώσει τα γόνατά της για να διπλώσει προστατευτικά τα πόδια της μπροστά στο κορμί της. Ο Μαρκ όμως το ήξερε πως θα αντιδρούσε. Έτσι γονάτισε στα μπούτια της και με τα γόνατά του την ανάγκασε να ανοίξει τα πόδια της διάπλατα.

Η κοπέλα πανικοβλήθηκε. Τώρα ο Μαρκ θα μπορούσε να της κάνει σοβαρή ζημιά αν της τσιμπούσε με την κωλόβεργα του το μουνάκι της. Και ήξερε τώρα πια πολύ καλά ότι ο Μαρκ δεν νοιαζόταν καθόλου για το αν θα την πλήγωνε ή όχι.

Τώρα ο άντρας χρησιμοποιούσε τη βέργα σαν τσατσάρα στις χρυσαφένιες μουνότριχες της. Απαλά χώριζε τις μουνότριχες δεξιά αριστερά αφήνοντας να φανεί η κλειτορίδα της και τα μουνόχειλα της. Τελικά η μουνότρυπα της φάνηκε ολοκάθαρα.

Ο Μαρκ δεν έχασε ούτε στιγμή. Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό τσίμπησε με τη βέργα το εσωτερικό μέρος των μουνόχειλων της δεμένης κοπέλας. Τα χιλιάδες νεύρα που φτάνουν ως εκεί άρχισαν να σπέρνουν τον πόνο σ‘ όλο το ανήμπορο κορμί της κοπέλας. Κραυγές πόνου και αγωνίας ακούστηκαν καθώς ο άντρας άρχισε να τσιμπάει μεθοδικά τα μουνόχειλα της Μαριάννας. Σε λίγο προχώρησε λίγο ακόμα μισοχώνοντας την βέργα στο μουνί της.

-    «Αααχχχ… Μηηη!», ούρλιαξε η Μαριάννα ενώ το πρόσωπό της είχε κατακοκκινίσει από τη ντροπή της.

Δεν ήθελε τη βέργα στο μουνί της. Ήξερε όμως τώρα πια ότι ο δραπέτης απαγωγέας της δεν έδινε δεκάρα για το τι ήθελε ή δεν ήθελε εκείνη.

Ο Μαρκ έσπρωξε βαθύτερα τη βέργα στο μουνί της. Η κοπέλα κλαψούρισε και φώναξε ενώ τα μουνόχειλα της άρχισαν να σφίγγονται μόνα τους πάνω στη βέργα εισβολέα. Της είχε κοπεί η αναπνοή καθώς ο άντρας έσπρωχνε κι άλλο μέσα της τη βέργα. Το μουνί της άρχισε να συσπάται και να σφίγγεται πάνω της. Αφού δεν μπορούσε να τη σπρώξει έξω, τουλάχιστον να κατόρθωνε να την εμποδίσει να χωθεί βαθύτερα, σκέφτηκε.

Αλλά ο Μαρκ δεν ενοχλήθηκε καθόλου από το σφίξιμο του μουνιού της. Με άνεση έχωσε τη βέργα μέχρι το βάθος του μουνιού της. Η κοπέλα άρχισε να φωνάζει δυνατότερα. Ο Μαρκ αργά - αργά τράβηξε τη βέργα έξω από το μουνί της.

-    «Αμάν! Τι πουτανίτσα που είσαι! Διάολε κώλωσες κιόλας!», φώναξε ξαφνιασμένος ο Μαρκ καθώς είδε ότι η βέργα είχε υγρανθεί από τα ζουμιά της Μαριάννας.

Της τσίμπησε κάνα δυο φορές ελαφρά την κλειτορίδα και τότε έκπληκτος παρατήρησε τους καυτούς χυμούς του μουνιού της να τρέχουν μέχρι τα μπούτια της. Τότε ο Μαρκ έχωσε ξανά τη βέργα στο μουνί της αλλά αυτή τη φορά όσο πιο βαθιά μπορούσε. Η Μαριάννα μούγκρισε δυνατά κι έγειρε το κεφάλι της στο πλάι ενώ τα μάτια της γλάρωσαν από ευχαρίστηση. Είχε ερεθιστεί φοβερά!

Ο Μαρκ άρχισε να ανεβοκατεβάζει τη βέργα μέσα στη μουσκεμένη της μουνότρυπα. Θυμήθηκε πόσο σφιχτά έσφιγγαν τα τοιχώματα του μουνιού της το καυλί του την προηγούμενη νύχτα που την είχε βιάσει. Για να δούμε, σκέφτηκε, θα τα καταφέρει να σφίξει τη μουνάρα της και στη βέργα; Άρχισε να μπαινοβγάζει τη βέργα τσιμπώντας με τη μυτερή άκρη τα βάθη του μουνιού της.

-    «Αουτς! Οχιιιι!!!! Με σκοτώνεις! Ανάθεμα σε μπάσταρδε σταμάτα! Σταμάτα σου λέωωω! Αααχχχ!», ούρλιαξε ασυγκράτητα η Μαριάννα.

Ο Μαρκ εξακολουθούσε να χώνει τη βέργα δυνατά, γρήγορα και όσο πιο βαθιά γινόταν μέσα στο μουνί της. Τα μουνόχειλα της ανοιγόκλειναν τώρα πάνω στη βέργα που κάθε φορά έβγαινε και περισσότερο μουσκεμένη. Αυτό ήταν σημάδι ότι τσίμπαγε τα σωστά νεύρα, σκέφτηκε ικανοποιημένος.

Η Μαριάννα είδε τα ψυχρά δολοφονικά μάτια του να περιεργάζονται κάθε εκατοστό του γυμνού ταλαιπωρημένου κορμιού της καθώς εξακολουθούσε να της γαμάει το μουνί με την απαίσια βέργα. Έκλεισε τα μάτια της και έσφιξε μ’ όλη της τη δύναμη τα δόντια της προσπαθώντας απεγνωσμένα να τον αγνοήσει.

Αλλά οι συσπάσεις του μουνιού της δεν την άφηναν να ησυχάσει. Ξαφνικά τα τινάγματα του μουνιού της πύκνωσαν και πριν προλάβει καλά - καλά να καταλάβει τι συνέβαινε ολόκληρο το κορμί της άρχισε να τραντάζεται από αλλεπάλληλους σπασμούς.

-    «Αααχχχ», φώναξε, ενώ είχε γίνει σαν παντζάρι απ’ την ντροπή της, «Ααχχ! Ναι! Χύνωωω! Ναι!!! Ωωωχχχ! Ναι Τωραααα!!!», ούρλιαξε η Μαριάννα καθώς το κορμί της είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο και τιναζόταν φανταστικά γνωρίζοντας έναν από τους πιο τέλειους οργασμούς της ζωής της.

Ο Μαρκ είχε ερεθιστεί κι αυτός τρομερά βλέποντάς την να χύνει. Άπλωσε το χέρι του και τράβηξε έξω από τη μουνότρυπά της την μουσκεμένη με τα χύσια της βέργα. Μετά αμέσως της την ακούμπησε στα χείλια.

-    «Μμμμ….», μούγκρισε η Μαριάννα τρέμοντας ακόμα από τον οργασμό που είχε μόλις τελειώσει. «Όχι αυτό! Οτιδήποτε εκτός απ’ αυτό!»

«Δεν τον έφτανε», σκέφτηκε, «που την είχε κάνει να χύσει, τώρα ήθελε να την αναγκάσει να γλείψει και τα ίδια της τα χύσια;». Ο Μαρκ δεν επέμενε και πολύ. Απλώς έτριψε τη βέργα στα χείλια της και τα μάγουλά της μέχρι που στέγνωσε.

Τώρα το πρόσωπό της γυάλιζε καθώς τα υγρά του μουνιού της είχαν πασαλειφτεί παντού. Ικανοποιημένος ο άντρας άφησε δίπλα του τη βέργα. Μόνο που αυτή τη φορά δεν έφυγε. • Έτσι γονατιστός ανάμεσα στα μπούτια της όπως ήταν, ανασηκώθηκε ελαφρά και έφερε τον πρησμένο από την καύλα πούτσο του στο πρόσωπο της δεμένης κοπέλας. Απείχε ελάχιστα εκατοστά από το στόμα της.

-    «Όχι! Όχι αυτό! Σου το ‘πα και πριν. Δεν πρόκειται να με αναγκάσεις να γλείψω τον βρωμοπούτσο σου!»

-    «Θα τον γλείψεις αυτή τη φορά θες δε θες. Εκτός αν προτιμάς να σπάσω στα δύο το γαμημένο το λαιμό σου, παλιοσκύλα. Και πρόσεξε καλά γιατί το εννοώ αυτό που σου λέω. Κατάλαβες;», την απείλησε ο Μαρκ.

Έπιασε με το ένα του χέρι τη χοντρή ψωλή του και της την έτριψε στο μάγουλο. Η κοπέλα προσπάθησε να στρέψει αλλού το κεφάλι της για να τον αποφύγει. Όμως εκείνος με το ελεύθερο χέρι του έπιασε μια τούφα απ’ τα μακριά κατάξανθα μαλλιά της και τα τράβηξε με τόση δύναμη ώστε την ανάγκασε να ακινητοποιήσει το κεφάλι της.

Άρχισε να τρίβει το πρησμένο του πουτσοκέφαλο σ‘ όλο της το πρόσωπο. Χούφτες σταγόνες χύσι φάνηκαν στο κεφάλι της ψωλάρας του.

-    «Το αισθάνεσαι καλά κουκλάρα μου; Και που να δεις και τι ωραία γεύση που έχει…!», της είπε ο Μαρκ.

-    «Ει! Τι τρέχει εδώ πέρα;», ακούστηκε μια φωνή πίσω του.

Η Μαριάννα και ο Μαρκ κοίταξαν ταυτόχρονα και είδαν ότι η φωνή ανήκε σε μια γυναίκα αστυνομικό που ερχόταν κατευθείαν πάνω τους. Μια μπατσίνα με βλοσυρό πρόσωπο και ένα μεγάλο πιστόλι...

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")