Βιτσιόζα διεστραμμένη δασκάλα (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Ξεκίνησαν λίγο πριν την ανατολή και κατευθυνόντουσαν προς τα βουνά. Ο Μαρκ οδηγούσε ενώ η Μαριάννα καθόταν δίπλα του δεμένη χειροπόδαρα. Με το ζόρι κρατούσε την ισορροπία της στις στροφές. Τα σχοινιά ήταν τόσο σφιχτά δεμένα στους αστραγάλους και τους καρπούς της, που μπήγονταν μέσα στη σάρκα της. Πονούσε τρομερά.

-    «Σε παρακαλώ, ξέσφιξε λίγο τα σχοινιά. Πονάω παντού έτσι!»

-    «Είναι για το καλό σου κούκλα μου. Δε Θέλω να πληγωθείς, προσπαθώντας να δραπετεύσεις…», της απάντησε ο Μαρκ κι άνοιξε σφυρίζοντας αδιάφορα το ραδιόφωνο.

-    «Θα σε κρεμάσουν όταν σε πιάσουν. Με αγαπούν πολύ σ’ αυτά τα μέρη. Είμαι δασκάλα εδώ τα τρία τελευταία χρόνια. Τα παιδιά αλλά και οι γονείς τους με λατρεύουν. Να ‘σαι βέβαιος ότι θα σε εκδικηθούν!»

-    «Αλήθεια τι γίνεται με τους άντρες της περιοχής; Σε εκτιμούν και σ’ αγαπούν κι εκείνοι το ίδιο; Προσπαθούν ποτέ να χωθούν μέσα στο βρακί σου;», την ειρωνεύτηκε ο Μαρκ.

-    «Αν δεν πεις βρωμόλογα δεν μπορείς. Κανένας δεν προσπαθεί αυτά που λες. Σου είπα με εκτιμούν πολύ, και με σέβονται».

-    «Σκατά! Όλες εσείς οι δασκάλες πιστεύετε πραγματικά ότι είστε κάτι, έτσι δεν είναι; Περνάτε ολόκληρη τη ζωή σας ανάμεσα στα βιβλία και νομίζετε ότι κάτι κάνετε; Διάολε γιατί δεν μαθαίνετε στα αγόρια πως να σας πηδάνε; Αυτό θα ‘ταν πιο χρήσιμο. Γιατί δεν τους δανείζετε αντί για βιβλία λίγο απ ‘ το μουνάκι σας;».

Η Μαριάννα ευχόταν να σταματήσει να μιλάει. Της έφτανε που ήταν τόσο απαίσια και σφιχτά δεμένη, δεν είχε καθόλου όρεξη να ακούει και το βρομερό του στόμα.

-    «Λοιπόν, τέλος πάντων. Για πες μου, τι στο διάολο σ’ έκανε να γίνεις δασκάλα;», τη ρώτησε. «Πού έμαθες να μισείς το σεξ;»

-    «Δεν έχει να κάνει με το σεξ. Δεν υπάρχει τίποτε λάθος στο να αγαπάς τα βιβλία και τους ανθρώπους. Θα ‘πρεπε να το δοκιμάσεις κι εσύ κάποτε αυτό. Για να τελειώνουμε, μια γυναίκα ξέρεις, πρέπει να βρει κάποιον τρόπο να κερδίζει τίμια τα χρήματά της, για να ζήσει».

-    «Έτσι φαίνεται, αλλά μια όμορφη μικρή σκυλίτσα όπως εσύ, θα μπορούσε να κερδίζει πολλά περισσότερα σαν πουτάνα!», είπε ο Μαρκ και της χάιδεψε πρόστυχα το πρόσωπο και τα μακριά ξανθά μαλλιά της.

-    «Πράγματι θα έκανες πάταγο. Είσαι το κάτι άλλο. Έχεις υπέροχα γαλανά μάτια και μακριά φανταστικά κατάξανθα μαλλιά. Απαλή και μεταξένια επιδερμίδα. Και τα πιο γλυκά κόκκινα χείλια που έχω δει ποτέ μου. Και δεν έχω εξερευνήσει καλά την κορμάρα σου».

-    «Μην το υπολογίζεις…», είπε και τράβηξε μακριά το κεφάλι της από το από το χέρι του.

-    «Ει! Τι συμβαίνει; Δεν θέλεις να προσέχουν το κορμί σου οι άντρες; Οι περισσότερες φυσιολογικές γυναίκες το θέλουν…», είπε ο Μαρκ και χαμήλωσε το χέρι του στα πόδια της χαϊδεύοντας την.

-    «Σταμάτα. Κόφτο!», είπε η Μαριάννα και προσπάθησε να τραβηχτεί όσο μπορούσε μακριά του.

-    «Μην τραβιέσαι μακριά κούκλα. Αν με κάνεις να χάσω τον έλεγχο του αυτοκινήτου θα σκοτωθούμε και οι δύο!», της είπε οδηγώντας με το ένα χέρι ενώ με το άλλο του χέρι γλιστρούσε κάτω από τη φούστα της φοβισμένης κοπέλας και προσπαθούσε να της χαϊδεύει τα μπούτια.

Οδηγούσε πολύ επικίνδυνα. Τα μάτια του ήταν τη μια στιγμή στα μπούτια μια στο δρόμο κι ύστερα πάλι στα μπούτια της. Ήταν ευχαριστημένος και ζουλούσε και τσιμπούσε την εσωτερική μαλακή μεριά των μπουτιών της. Μπορούσε μάλιστα να νιώσει την ζεστασιά του μουνιού της πίσω από τα εσώρουχά της και μπορούσε να νιώσει και κάποια υγρασία εκεί ανάμεσα στα μπούτια της.

Η Μαριάννα ανατρίχιαζε φορά που τα δάχτυλα του άντρα μπήγονταν μέσα στη σάρκα των μπουτιών της. Η πίεση του χεριού του ολοένα και αυξανόταν. Οι κινήσεις του χεριού του άφηναν να καταλάβει ότι ο άντρας άναβε όλο και πιο πολύ. Η κοπέλα φοβόταν για την κατάληξη του ερεθισμού του. ‘ Όμως έτσι όπως ήταν δεμένη δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτε για να τον σταματήσει.

Κοίταξε έξω τα άλλα αυτοκίνητα που περνούσαν δίπλα τους. ‘ Έλπιζε ότι κάποιος θα καταλάβαινε τι συνέβαινε. Αλλά συνειδητοποιούσε ότι δεν υπήρχε τρόπος να τους ειδοποιήσει. Ούτε τους άλλους οδηγούς αλλά ούτε και τους αγρότες που τους κοίταζαν ανέμελα απ’ τα χωράφια τους δίπλα στο δρόμο. Δεν υπήρχε καμιά ελπίδα να τους ειδοποιήσει.

Σκέφτηκε τότε, ότι ίσως η συζήτηση θα μπορούσε να απασχολήσει τον βιαστή και απαγωγέα της. Ίσως έτσι να ξεχνούσε για λίγο το κορμί της. Δεν είχε τίποτε να χάσει αν προσπαθούσε.

-    «Γιατί είναι τόσο σημαντικό για σένα να φτάσουμε σ’ εκείνη την καλύβα στο βουνό; Δεν μπορείς να κρυφτείς κάπου αλλού, οπουδήποτε;».

-    «Διάολε! Αυτή η καλύβα είναι το ασφαλέστερο μέρος που θα μπορούσα να βρω. Είναι χωμένη βαθιά ανάμεσα στις βουνοκορφές. Κανένας ποτέ δεν πρόκειται να με ανακαλύψει εκεί πάνω».

-    «Ούτε και μένα…», σκέφτηκε από μέσα της η Μαριάννα. Η σκέψη αυτή δεν ήταν διόλου ευχάριστη.

-    «Μα γιατί πρέπει να έρθω κι εγώ εκεί πάνω;», τον ξαναρώτησε η κοπέλα.

-    «Για να μου κρατάς συντροφιά όλες εκείνες τις μακριές παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Και να σε χρησιμοποιήσω σαν όμηρο για να το σκάσω στην περίπτωση που με ανακαλύψουν».

Μάλιστα, τώρα ήξερε. Είχε ήδη περάσει μια μεγάλη νύχτα μαζί του και βέβαια πονούσε ακόμα. Πραγματικά, δεν θα ήθελε με τίποτα να περάσει κι άλλες νύχτες μαζί του.

Τότε το χέρι του άρχισε να κινείται ξανά, αυτή τη φορά κατευθείαν προς το μουνί της. Το χέρι του είχε εξερευνήσει ολόκληρα τα μπούτια της και τώρα κινιόταν σε περισσότερο άγνωστα μέρη. Προσπάθησε να σκεφτεί κι άλλα πράγματα για να του πει, όμως η παλάμη του που χούφτωσε την ίδια ώρα το μουνί της την εμπόδιζε να σκεφτεί καθαρά.

Όταν τα δάχτυλά του άγγιξαν την άκρη της κιλότας της κι άρχισαν να περνούν σιγά σιγά από κάτω, η κοπέλα ένιωσε να χάνει την αναπνοή της. Το πρόσωπό της έγινε κατακόκκινο από την αναστάτωση. Το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί, ήταν να υπήρχε τρόπος να χωθεί στο πιο σκοτεινό σημείο του αυτοκινήτου για να μη φαίνεται.

Ο Μαρκ ένιωθε τώρα την υγρασία του μουνιού της πολύ έντονη και αυτό τον ερέθιζε αφάνταστα. Της χάιδεψε τα μουνόχειλα ενώ απολάμβανε το κοκκίνισμα τής ντροπής που είχε απλωθεί στο πρόσωπο της κοπέλας. Εξακολουθούσε να οδηγεί με το ένα χέρι μόνο που τώρα κοίταζε περισσότερο την κοπέλα και λιγότερο το δρόμο.

Η Μαριάννα το κατάλαβε αυτό και στην ντροπή της προστέθηκε ο φόβος. Δεν είχε το δικαίωμα αυτό το κτήνος να βάζει σε τέτοιο κίνδυνο τη ζωή της μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει τα ζωώδη ένστικτά του. Του το είπε κιόλας, αλλά δεν κατάφερε τίποτε. Ο Μαρκ γλιστρούσε το χέρι του όλο και πιο κοντά στην είσοδο του μουνιού της.

-    «Σταμάτα! Κόφτο! Σου είπα, τράβα το βρωμόχερο σου από κει. Σταμάτα!», φώναξε σχεδόν υστερικά η Μαριάννα.

Ο άντρας χαμογελώντας, αγνόησε τις φωνές της ξανθιάς και γλίστρησε ικανοποιημένος ένα του δάχτυλο μέσα στην καυτή είσοδο του νεανικού μουνιού της. Διάολε, ποια νόμιζε ότι ήταν η μικρή που θα του έλεγε όχι;

Η Μαριάννα κοιτώντας το σαρκαστικό χαμόγελο του Μαρκ κατάλαβε ότι τα λόγια της έπεφταν σε αυτιά κουφού. Δεν έδινε δεκάρα για όσα του έλεγε. Εκείνος εξακολουθούσε να την χρησιμοποιεί μόνο για να ικανοποιεί τις βρώμικες ορέξεις του. Κοίταξε άλλη μια φορά το χέρι του που είχε χωθεί κάτω από τη φούστα της και την πασπάτευε, και την ίδια στιγμή αποφάσισε ότι δεν ήταν δυνατόν να αφήσει να συνεχιστεί κι άλλο αυτή η κατάσταση.

-    «Παλιομπάσταρδε! Σου είπα όχι!», φώναξε η κοπέλα έξαλλη και έριξε όλο της το κορμί πάνω του.

Ο άντρας αιφνιδιάστηκε κι έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου. Τράβηξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε το δάχτυλό του έξω από το μουνί της για να πιάσει και με τα δυο του χέρια το τιμόνι.

Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Το αυτοκίνητο έφυγε με ορμή από το δρόμο, πέρασε στον αέρα το προστατευτικό ανάχωμα, έκανε δύο τούμπες, μπήκε στα διπλανά χωράφια, διέσχισε σαν αστραπή κάτι θάμνους και σταμάτησε τελικά πάνω σε μια βελανιδιά...

Η Μαριάννα βρισκόταν στο πάτωμα του αυτοκινήτου αρκετά ζαλισμένη αλλά ευτυχώς δεν είχε χτυπήσει σοβαρά. Αργά αργά, όσο της επιτρέπανε τα δεσμά της ξανανέβηκε στο κάθισμα αμίλητη. Δίπλα της ο Μαρκ ήταν κι αυτός το ίδιο ζαλισμένος αλλά ούτε και κείνος είχε χτυπήσει. Η κοπέλα κοίταξε φοβισμένη το εξαγριωμένο πρόσωπο του άντρα. ‘ Ήταν δεμένη τελείως ανήμπορη να ξεφύγει. Και ήξερε ότι ο τεράστιος θυμός του θα ξεσπούσε επάνω της.

-    «Ηλίθια τσούλα! Λίγο ακόμα και θα σκοτωνόμασταν που να σε πάρει ο διάολος!», της φώναξε ο Μαρκ και ανοίγοντας με δυσκολία την πόρτα που είχε φρακάρει, βγήκε έξω.

Άρχισε να τριγυρνάει γύρω από το αυτοκίνητο εξετάζοντας προσεκτικά τις ζημιές και κουνώντας με αποδοκιμασία το κεφάλι του. Η Μαριάννα τον κοίταζε φοβισμένη. Ύστερα από μερικά λεπτά ήρθε από τη δικά της μεριά και μ’ όλη του τη δύναμη τράβηξε την πόρτα της ανοίγοντάς την και βροντώντας την. Η κοπέλα παρακαλούσε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Πρώτη φορά έβλεπε άντρα τόσο πολύ εξαγριωμένο.

-    «Πανάθεμά σε παλιοκαριόλα! Τα κατάφερες για τα καλά, ε; Έστειλες στο διάολο το γαμημένο το κωλοαυτοκίνητό σου! Τώρα πια είναι εντελώς άχρηστο!»

Μια τρελή ιδέα καρφώθηκε στο μυαλό της Μαριάννας. Ίσως τώρα που δεν είχαν μεταφορικό μέσο ο δραπέτης να ματαίωνε την απαγωγή της. Θα μπορούσε ίσως να την αφήσει έτσι δεμένη στο αυτοκίνητο και να προσπαθούσε να το σκάσει μέσα απ’ τα δέντρα. Αν το έκανε αυτό τότε θα γλίτωνε και εκείνη. ‘ Ήταν σίγουρη ότι ακόμα και δεμένη θα τα κατάφερνε να συρθεί μέχρι το δρόμο και να σταματήσει κάποιον περαστικό για να τη βοηθήσει. Και μετά θα ήταν και πάλι ελεύθερη! Αλλά ο Μαρκ δε σκεφτόταν καθόλου το ίδιο…

-    «Βγες έξω απ’ αυτό το κωλοαυτοκίνητο, γαμώτο! Τώρα θα σου δείξω εγώ. Θα σε κάνω να με θυμάσαι σ’ όλη σου τη ζωή. Θα ακούς Μαρκ, και θα τα κάνεις πάνω σου! Μπρος! Έβγα έξω σου είπα!», της φώναξε αγριεμένα και απλώνοντας τα χέρια του την βούτηξε από τα μαλλιά και την τράβηξε βάναυσα έξω από το κατεστραμμένο αυτοκίνητο.

-    «Τι πας να κάνεις; Σε παρακαλώ, άσε με εδώ. Έχεις ακόμα χρόνο να το σκάσεις. Γιατί δεν φεύγεις;»

-    «Βγάλε το σκασμό παλιοτσούλα. Δεν θα μου πεις εσύ τι να κάνω! Εγώ είμαι το αφεντικό, δεν το έμαθες ακόμα αυτό;»

Τη στήριξε πάνω στο πλαϊνό μέρος του αυτοκινήτου όρθια. Η κοπέλα κρατούσε με δυσκολία την ισορροπία της έτσι όπως της είχε δέσει τους αστραγάλους σφιχτά. ‘ Ήταν στην διάθεσή του, απροστάτευτη εντελώς.

-    «Τι… τι.. τι πας να κάνεις;», τον ρώτησε φοβισμένη.

Ο Μαρκ άπλωσε το χέρι του στο πουκάμισό της και τραβώντας το με μανία το άνοιξε απότομα. Κουμπιά πετάχτηκαν τριγύρω τους. Το πουκάμισο σκίστηκε σαν χαρτί. Ο κρύος αέρας πάγωσε το γυμνό στομάχι της. Τα βυζιά της ήταν ακόμα προφυλαγμένα στη ζεστασιά του σουτιέν της.

-    «Αααχ!», κλαψούρισε φοβισμένη. «Άσε με σου είπα!»

Ο Μαρκ άπλωσε το χέρι του στο σουτιέν της και το τράβηξε με δύναμη. Το μεταλλικό κούμπωμα της γρατσούνισε την πλάτη με το τράβηγμα αλλά γρήγορα το κούμπωμα έσπασε και το σουτιέν της βρέθηκε στα χέρια του. Το πέταξε κάτω και την κοίταξε αγριεμένος ακόμα. Τα βυζιά της Μαριάννας τρεμόπαιξαν ελεύθερα τελείως τώρα πια και οι ρώγες της σκλήρυναν από το ξαφνικό κρύο κύμα αέρα που τις χάιδεψε.

-    «Μα είσαι τελείως τρελός;», φώναξε απελπισμένα η κοπέλα.

Παράλληλα προσπαθούσε να γυρίσει προς το αυτοκίνητο για να κρύψει τα γυμνά βυζιά της απ’ τα οργισμένα αχόρταγα μάτια του.

-    «Μα τι πας να κάνεις; Είμαστε μόνο τριάντα μέτρα από το δρόμο και είναι μέρα μεσημέρι. Κάποιος θα μας δει σίγουρα. Αυτά τα δέντρα είναι πάρα πολύ αραιά!»

Ο Μαρκ δεν της έδωσε καθόλου σημασία. Άπλωσε ξανά τα χέρια του, αυτή τη φορά στη φούστα της, και της την έβγαλε βίαια σπάζοντάς της το φερμουάρ.

-    «Άσε με εμένα να ανησυχώ για το αν μας δουν!», της είπε και τώρα έπιασε και με τα δυο του χέρια την κιλότα της κι άρχισε να την τραβάει.

Η κοπέλα προσπάθησε να τον αποφύγει, έχασε την ισορροπία της κι έπεσε με τα βυζιά της πάνω στην ανοιχτή πόρτα του αυτοκινήτου. Ο Μαρκ βρήκε την ευκαιρία να τραβήξει ακόμα πιο δυνατά την κιλότα της. Το ύφασμα σκίστηκε αφού πρώτα άφησε κόκκινα σημάδια από τη πίεση πάνω στα κατάλευκα αφράτα κωλομέρια της Μαριάννας που έβαλε πάλι τις φωνές.

-    «Ααααχχχ! Μη! Με πονάς!»

Ο Μαρκ πέταξε μακριά την ξεσκισμένη κιλότα της. Μετά τη γύρισε βίαια προς το μέρος του. Η κοπέλα στεκόταν ακίνητη τώρα μπροστά του με τα χέρια και τα πόδια της δεμένα, φορώντας μονάχα ένα ξεσκισμένο πουκάμισο. Ο Μαρκ την κοίταξε απ’ την κορφή ως τα νύχια, και η Μαριάννα ήξερε ότι η θέα του μουνιού της και των τεράστιων βυζιών της τον ερέθιζε. Ο Μαρκ έβλεπε για πρώτη φορά το κορμί της στο φως της ημέρας. Οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν στη γυμνή σάρκα της και το κατάλευκο δέρμα της γυάλιζε υπέροχα. Ήθελε να τη γαμήσει τώρα όσο τίποτε άλλο, αλλά πρώτα ήθελε να κατανικήσει εντελώς κάθε διάθεσή της για αντίσταση.

-    «Μείνε στη θέση σου και μην κάνεις ούτε ένα βήμα παλιοχαμούρα! Θα γυρίσω σε μισό λεπτό. Και τότε θα σου μάθω μια για πάντα ποιο είναι το αφεντικό σου τώρα πια!»

Η Μαριάννα τον κοίταζε φοβισμένη καθώς πήγε σε ένα κοντινό θάμνο κι έκοψε ένα μακρύ αδύνατο κλαδί. Μετά με γρήγορες κινήσεις το καθάρισε από τα φύλλα και τα μικρότερα κλαράκια. Μετά την πλησίασε κτυπώντας την απαίσια βέργα δυνατά στον αέρα. Η κοπέλα κατάλαβε τι θα γινόταν κι άρχισε να τρέμει απ’ το φόβο της. Ο Μαρκ της χαμογέλασε με πολύ κακία.

-    «Όχι δεν μπορείς να το κάνεις αυτό!», του είπε τρομοκρατημένη τώρα πια η Μαριάννα.

Ήθελε να το βάλει στα πόδια να τρέξει μακριά του αλλά τα σχοινιά ήταν πολύ σφιχτά και έμενε έτσι ακίνητη. Αντί για απάντηση ο Μαρκ σήκωσε τη βέργα και την κατέβασε με δύναμη στον κώλο της. Ο ήχος της βέργας πάνω στη σάρκα του κώλου της αντήχησε στην ησυχία του δάσους. Και μετά ακούστηκε μια φριχτή κραυγή πόνου από την Μαριάννα. Ο Μαρκ ικανοποιημένος από τη φωνή της, σήκωσε τη βέργα ξανά.

-    «Όχιιι!!!», ούρλιαξε η Μαριάννα.

Αυτή τη φορά η βέργα έπεσε με μεγαλύτερη ορμή στα μπούτια της και άφησε ένα απαίσιο σημάδι. Η κοπέλα ούρλιαξε ξανά και αμέσως μετά έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να τραβηχτεί από κοντά. Το μόνο που κατάφερε ήταν να χάσει την ισορροπία της, και να σωριαστεί κάτω. Προσγειώθηκε με το στήθος στο έδαφος και αμέσως ο πόνος που ένιωθε διπλασιάστηκε. Τα χέρια της ήταν δεμένα και έτσι δεν είχε μπορέσει να τα βάλει μπροστά της για να προφυλαχτεί από την πτώση.

Η απαίσια βέργα εξακολούθησε να ανεβοκατεβαίνει σκίζοντας με ορμή τον αέρα και πέφτοντας στην απαλή σάρκα της γεμίζοντάς την με κόκκινα σημάδια. Η ξανθιά δασκάλα ούρλιαζε υστερικά και άρχισε να κουτρουβαλάει δεμένη όπως ήταν στο έδαφος για να κατορθώσει να ξεφύγει από τον αφόρητο πόνο που της προκαλούσε η φριχτή βέργα.

Ο Μαρκ την ακολούθησε και την μαστίγωνε αλύπητα, γελώντας απαίσια. Τη χτυπούσε στα μπούτια και τα κωλομέρια και σιγά σιγά τα κόκκινα σημάδια στη σάρκα της είχαν γίνει μπλε και μαύρα. Η κοπέλα ούρλιαζε και τον ικέτευε να σταματήσει. Η σάρκα της έτρεμε από τα χτυπήματά του. Η κοπέλα ένιωθε τα φλογισμένα της κωλομάγουλα να χωρίζουν όταν η βέργα έπεφτε με ορμή ανάμεσά τους και να ξαναενώνονται μόλις η βέργα σηκωνόταν από το πονεμένο κορμί της.

Και ούρλιαζε πιο δυνατά όταν η βέργα προσγειωνόταν στα βυζιά της. Η λεπτή απαίσια βέργα της χτυπούσε τα βυζιά παντού. Πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, ακόμα και πάνω στις ρώγες της. Ο πόνος την τρέλαινε.

Κυλιόταν και τριβόταν τόσο δυνατά στο έδαφος που τελικά τα σχοινιά στα χέρια και τα πόδια της κόπηκαν. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι τα χέρια και τα πόδια της είχαν ελευθερωθεί, αλλά τα κτυπήματα της βέργας στο κορμί της ήταν τόσο δυνατά και γρήγορα που ήταν αδύνατον ακόμα και να σκεφτεί ότι θα μπορούσε να σηκωθεί και να το βάλει στα πόδια. Το μόνο που κατάφερε ήταν να τσουλάει πιο γρήγορα στο έδαφος προσπαθώντας να τον αποφύγει.

Τα γόνατά της και οι παλάμες της είχαν γρατσουνιστεί στο σκληρό έδαφος αλλά ο πόνος αυτός ήταν μηδαμινός μπρος στα χτυπήματα της βέργας. Εξακολουθούσε να ουρλιάζει υστερικά καθώς ο πόνος είχε απλωθεί σ’ όλο της το κορμί και καρφωνόταν στο μυαλό της τρελαίνοντάς την.

Η κοπέλα κατάφερε να σταθεί στα τέσσερα και άρχισε να μπουσουλάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε μακριά του. Εκείνος με άνεση την ακολουθούσε και της μαστίγωνε τα κωλομάγουλα που κουνιόντουσαν πέρα δώθε καθώς η κοπέλα μπουσουλούσε. Τελικά η Μαριάννα κατάλαβε ότι έτσι του πρόσφερε απλώς ένα καλύτερο στόχο και ότι ήταν αδύνατο να δραπετεύσει από τα χτυπήματά του.

-    «Αουτςς! Μηηηη! Ωωωχχ! Με σκοτώνεις! Σταμάταααα!!!», ούρλιαζε ανεξέλεγκτα η κοπέλα.

Η σάρκα του κώλου της είχε πρηστεί από τα χτυπήματα και η κοπέλα φοβήθηκε πως η σάρκα της θα άνοιγε στα δύο. Ο κώλος της όλος είχε γίνει κόκκινος μπλε από τα χτυπήματα. Ο Μαρκ λυσσασμένος, έβγαζε το άχτι του χτυπώντας την όπου μπορούσε με όλη του τη δύναμη. Η Μαριάννα καταριόταν τον βασανιστή της από μέσα της καθώς μπουσουλούσε κάνοντας μάταιους κύκλους. Παρακαλούσε το Θεό μ’ όλη της τη δύναμη να δώσει ένα τέλος σ’ αυτό το τόσο φριχτό μαρτύριο.

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")