Αποπληρώνω σε είδος τα χρέη του ανάπηρου άντρα μου (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Συνεχίζεται το ξέσκισμα της Σούλας, κι αυτή τη φορά προστίθεται στην παρέα κι ένας ταρίφας με άγριες διαθέσεις…

Η ιστορία:

Στο επόμενο διάστημα, οι επισκέψεις του Κίμωνα -μόνου ή με τη συνοδεία των μπράβων του- πύκνωσαν σε συχνότητα. Όσο γαμήσι δεν είχα φάει σε εννιά χρόνια, το έτρωγα μαζεμένο! Κι η μαύρη αλήθεια ήταν ότι μου άρεσε! Μου άρεσε τόσο πολύ, που αν περνούσαν πάνω από δυο μέρες χωρίς να γευτώ πούτσο, μ’ έπιανε σύνδρομο στέρησης, σαν πρεζάκι που του λείπει η πρέζα!

Η ικανοποίηση των ορμών μου, ήταν το μόνο πράμα που μ’ ένοιαζε, δίχως να δίνω δεκάρα για το πόσο πλήγωνε η στάση μου το σύζυγό μου, ο οποίος, άλλωστε, έδειχνε με τον καιρό να συνηθίζει το ρόλο του… παρατηρητή, καθότι η παρουσία του στις αμαρτωλές δραστηριότητές μου κρινόταν πάντα υποχρεωτική απ’ τον Κίμωνα.

Ατυχώς για κείνον, η ηρεμία του ήταν εφήμερη. Η κακία του τοκογλύφου δεν είχε όρια. Το ότι ανάγκαζε το Μηνά να κοιτά τη γυναίκα του να σκυλογαμιέται, ήταν μόνο το ένα σκέλος της τιμωρίας για την ασυνέπειά του στις υποσχέσεις του. Το άλλο σκέλος περιλάμβανε τη… δημοσιοποίηση της ευκολίας με την οποίαν αποδεχόταν το στόλισμα της κεφαλής του με κέρατα ψηλότερα κι απ’ την Αψίδα του Θριάμβου, όπως χαρακτηριστικά ανακοίνωσε ο Κίμωνας, ένα απόγευμα που με είχε πεσμένη στα τέσσερα και ξέσκιζε τον κώλο μου με το ντούρο παλαμάρι του, με εξαιρετικά απότομες ταλαντώσεις της λεκάνης του.

Αυτομάτως στο πρόσωπο του Μηνά χαράχτηκε ανάγλυφη μια πανικόβλητη απορία, καθώς πάσχιζε εμφανώς να καταλάβει τι σήμαιναν τα λόγια του βασανιστή του, παρότι ήταν πεπεισμένος ότι δε μπορούσαν να προμηνύουν τίποτα ευχάριστο. Η ώρα για να το μάθει ήρθε ένα πρωί, λίγο πριν φύγουμε για τη δουλειά, όταν ο Κίμων κατέφτασε απροειδοποίητα στο σπίτι μας και με πρόσταξε αυταρχικά να βάλω το πιο σέξι φόρεμα που ‘χα στην γκαρνταρόμπα μου.

Το πρόσωπο του Μηνά πήρε αυτομάτως μιαν έκφραση έντρομης σύγχυσης, αναρωτώμενος προφανώς τι θα ακολουθούσε, σε αντίθεση με μένα, που εκτέλεσα ενθουσιωδώς και δίχως ιδιαίτερη σκέψη την εντολή του γαμιά-Αφέντη μου, φορώντας ένα αισχρά αποκαλυπτικό, μίνι φόρεμα. Ο Κίμων επικρότησε τη στιλιστική επιλογή μου, σφυρίζοντας πονηρά κι ύστερα κάλεσε ένα ταξί απ’ το κινητό του, προβληματίζοντας μ’ αυτήν του την κίνηση, τόσο το Μηνά, όσο και μένα, μιας και διέθετε μισή ντουζίνα πολυτελή αυτοκίνητα.

-    «Θέλω να κάνεις παιχνίδι με τον ταρίφα, καυλιάρικό μου!», μου ανακοίνωσε απερίφραστα και το μυστήριο λύθηκε.

-    «Μην το κάνεις, Σούλα. Σ’ εκλιπαρώ, μην το κάνεις!», βόγκηξε ο δόλιος ο άντρας μου, με φωνή ‘σπασμένη’ από απόγνωση, βλέποντας να γίνεται πραγματικότητα το ενδεχόμενο ο εξευτελισμός του να ξεφύγει απ’ τα στενά όρια του σπιτιού μας.

Ωστόσο, δεν άργησε ν’ αντιληφθεί την παταγώδη αποτυχία της ικεσίας του, όταν με είδε, λίγα λεπτά μετά, να εφαρμόζω το σχέδιο του Κίμωνα με ζήλο, μοστράροντας στον ταξιτζή τα ‘προσόντα’ μου, όπως καθόμουν σταυροπόδι στη θέση του συνοδηγού! Ενθαρρυμένος απ’ τις προκλήσεις μου, εκείνος έπιασε ν’ αγγίζει… τυχαία το μπούτι μου κάθε φορά που άλλαζε ταχύτητα. Η στάση μάλιστα σ’ ένα φανάρι του επέτρεψε να γίνει πιο τολμηρός, σέρνοντας τις δαχτύλες του σα σκουλήκια πάνω στο πιο κοντινό, σ’ εκείνον, κωλομέρι μου. Εντούτοις εγώ, όχι μόνο δε δυσφόρησα, αλλά ανασηκώθηκα λίγο, για να με χουφτιάσει για τα καλά!

-    «Ωραία περνάμε;», ρώτησε ο Κίμωνας μετά από ολιγόλεπτη σιωπή.

-    «Ελπίζω να μην ενοχλώ…», είπε με ύφος αβέβαιο ο ταρίφας.

-    «Εμένα όχι. Δεν ξέρω αν ισχύει το ίδιο και για τον άντρα της κυρίας…», απάντησε ο τοκογλύφος δείχνοντας τον αμίλητο Μηνά.

-    «Μην τον παρεξηγείς το δύστυχο. Δεν είναι μικρό πράμα, να σου χουφτώνουν τη γυναίκα και να μη μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτό. Και δε σου ‘πα το άλλο.. Εγώ τη γαμάω και μπροστά του! Της πετάω τα μάτια έξω της πουτάνας!», συνέχισε ο Κίμωνας.

-    «Χα χα, φοβερό! Σα να λέμε, δηλαδή, το πνίγει το... κουνέλι η κυρία!», είπε ο ταρίφας χασκογελώντας.

-    «Και λίγα λες. Άμα θες, μάλιστα, μπορείς να πάρεις κι εσύ μια γεύση απ’ τα… ταλέντα της! Γουστάρεις να σου κάνει μια πίπα; Είναι αστέρι στο… φλάουτο!», πρότεινε ο σάτυρος.

-    «Αν γουστάρω λέει! Εσύ, μωράκι μου, τι λες; Γουστάρεις να μου τη ρουφήξεις;» με ρώτησε χυδαία ο αρκουδιάρης.

-    «Μ’ αρέσουν οι πίπες. Τις λατρεύω!», απάντησα εγώ απνευστί.

-    «Δώσε μου λίγα λεπτάκια να μας πάω κάπου πιο ήσυχα, κι ύστερα κάνε μου ότι θες, μάνα μου!», φώναξε ο ταρίφας και μέσα απ’ έναν λαβύρινθο δρόμων, έφερε το αυτοκίνητο μπροστά σ’ ένα παλιό, ερημικό κτίριο, όπου και σταμάτησε.

-    «Έχεις κάψες, τσουλί, ε;», με ρώτησε, μιας και χάιδευα το φούσκωμα ανάμεσα στα μπούτια του, όση ώρα εκείνος οδηγούσε.

-    «Αχ ναι! Ψοφάω για πούτσο!», απάντησα αισχρά.

Έβγαλα εν ριπή οφθαλμού στη φόρα τα ψωλάρχιδά του, έσκυψα από πάνω τους κι εισέπνευσα ηδονικά την… κατουρλίλα που απέπνεαν! Αμέσως έπιασα να μαλακίζω το χοντρό πέος του και να ξερογλείφομαι, σα να ‘χα μπροστά μου ένα λαχταριστό κοψίδι κι ύστερα το μάγκωσε με τις… οδοντοστοιχίες μου, γδέρνοντας τον πουτσοκορμό του σ’ όλο του το μήκος, τουλάχιστον εφτά μ’ οχτώ φορές!

-    «Ναι, μωρό μου, καν’ το παπάρι μου ότι θες! Φα’ το, γδάρε το, μάσα το!», γκάριξε ο γύφτος και χούφτωσε τον κώλο μου.

Και γκάριξε ακόμα πιο δυνατά, όταν άρχισα να του κάνω ένα λυσσαλέο τσιμπούκι, με το κεφάλι μου να πηγαίνει πάνω - κάτω σαν έμβολο, ενώ κάθε φορά που βρισκόμουν στο έσχατο σημείο της ανόδου, βύζαινα το πουτσοκέφαλό του σα δαιμονισμένη!

-    «Ωχ, τα πιπόχειλά σου με τρελαίνουν, μανάρι μου!», ούρλιαξε ο ταρίφας, ενώ εγώ τώρα πιπιλούσα απολαυστικά τα αρχίδια του!

Έπειτα μάγκωσα πάλι με τα δόντια μου την ψώλα, κι εκείνος, πρώτα σφαλιάρισε δυνατά το ένα κωλομέρι μου και κατόπιν έμπηξε το μισό μεσαίο δάχτυλό του στη σούφρα μου σαν εγχειρίδιο! Μολαταύτα εγώ, όχι μόνο δεν ένιωσα καμία ενόχληση, αλλά μούγκρισα… πανευτυχής και τίναξα πίσω την κωλάρα μου, με συνέπεια το δάχτυλο να καρφωθεί μέσα μου ως τη ρίζα! Το θέαμα παρέσυρε και τον Κίμωνα, που ανέσυρε το πέος του κι άρχισε να το μαλακίζει, λέγοντας παράλληλα στον ταρίφα:

-    «Βαλ’ της κωλοδάχτυλο της φακλάνας! Μην ανησυχείς, δεν πονάει! Της έχω ξεχειλώσει την κωλοτρυπίδα με την ψωλάρα μου!»

Τα λόγια του Κίμωνα πολλαπλασίασαν το μένος με το οποίο κατάπινα το παπάρι.

-    «Χύνω παλιοκαριόλα, χύνω! Παρ’ τα όλα, μωρή άρρωστη!», κραύγασε ο ταξιτζής.

Εγώ αμέσως έπιασα να ρουφάω μανιασμένα το ψωλοκέφαλό του και να τρομπάρω το μαρκούτσι του σαν παλαβή, καταβροχθίζοντας το ψωλόχυμά του με ανείπωτη βουλιμία. Στο τέλος δε, βύζαξα εξοντωτικά την περιοχή γύρω απ’ την ουρήθρα, για να σιγουρευτώ ότι άρμεξα και την τελευταία σταγόνα!

-    «Με ξεζούμισες, σκύλα!», βόγκηξε ο ταρίφας.

Ήταν ακριβώς τη στιγμή που ο Κίμωνας άρχισε να ωρύεται ότι έχυνε κι αυτός, κάτι που μ’ έκανε να κολλήσω βεβιασμένα τα χείλια μου και στο δικό του ψωλοκέφαλο και να ρουφήξω τα χοντράδια του σαν καταβόθρα!

«Γερός πούτανος η Σούλα μας, ε; Και να φανταστείς, ότι για χρόνια ήταν η τέλεια σύζυγος και μανούλα. Μόλις όμως της πέταξα την πούτσα μου στα μούτρα, ξέχασε παιδιά, άντρα κι υποχρεώσεις στη στιγμή!», είπε κατόπιν ο Κίμωνας στο σωφέρι, που έβαλε τα γέλια, ενώ ο άντρας μου πίεσε με όλη του τη δύναμη τις χούφτες του στα μηνίγγια του, σε μια κίνηση απόλυτης απελπισίας.

(Copyright protected OW ref: 24318)