Βιτσιόζα διεστραμμένη δασκάλα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
-    «Μη! Σε παρακαλώ! Τι Θέλεις; Μη με χτυπάς! Σταμάτα!», φώναξε έξαλλη η νεαρή ξανθιά καθώς προσπαθούσε να τραβηχτεί μακριά από τον γεροδεμένο άντρα που είχε εισβάλει με τη βία στο σπίτι της. «Κοίτα τι μου ‘κανες! Μου έσκισες τα χείλια!»

Της είχε επιτεθεί τόσο ξαφνικά που δεν είχε προλάβει να αντιδράσει και να του κλείσει κατάμουτρα την πόρτα. Και μετά την είχε χαστουκίσει κιόλας.

-    «Αυτό για να μάθεις να μην βροντάς τις πόρτες στα μούτρα των ανθρώπων!», είπε ο άγνωστος και μετά ρίχνοντας μια ερευνητική ματιά τριγύρω του, παρατήρησε: «Μένεις μόνη σου εδώ, έτσι δεν είναι;»

-    «Και λοιπόν; Τι Θέλεις; Δεν έχω ούτε χρήματα ούτε κοσμήματα για να μου τα πάρεις. Έτσι μπορείς να με παρατήσεις ή...»

-    «Βγάλε το σκασμό! Δεν Θέλω τα γαμημένα τα λεφτά σου!», της είπε ο άγνωστος ενώ η ματιά του έπεσε στη μισάνοιχτη ρόμπα της κοπέλας.

Εκείνη το κατάλαβε και βιαστικά την έκλεισε σφίγγοντας σφιχτά πάνω της το ύφασμα.

-    «Ποιος είσαι; Τι Θέλεις τελικά;», τον ρώτησε, ενώ η φωνή της είχε χάσει τη σιγουριά της, καθώς μπορούσε τώρα πια να διαβάσει καθαρά στα μάτια του τι γύρευε.

-    «Δε με νοιάζει να σου πω τ’ όνομά μου», της είπε.

Ταυτόχρονα άπλωσε τα δυνατά χέρια του και πιάνοντας την, την τράβηξε πάνω στο σφιχτοδεμένο κορμί του.

-    «‘Όλοι οι γνωστοί μου με φωνάζουν Μαρκ».

-    «Δεν σε ξέρω. Δεν είσαι απ’ αυτή τη γειτονιά…», του είπε φοβισμένη τώρα πια η κοπέλα.

Έτσι όπως την έσφιγγε πάνω του μπορούσε να νιώσει ότι ο άντρας είχε ερεθιστεί. Το τζιν φούσκωσε από το χοντρό εξόγκωμα του πουλιού του.

-    «Ζούσα στο Επταπύργιο τον τελευταίο χρόνο», της είπε. «Δεν έχεις ακουστά το μέρος;»

-    «Επταπύργιο;»

Μια ξαφνική αστραπή πέρασε στο μυαλό της.

-    «Δεν είναι το όνομα εκείνης της φυλακής ανηλίκων πέρα στους λόφους;»

«Μπράβο μωρό, το βρήκες! Ξέρεις, είναι πραγματικά απαίσιο μέρος για να ζει κανείς. Έτσι κι εγώ έφυγα από κει σήμερα το πρωί…», είπε ο άγνωστος ενώ άπλωσε το χέρι του στην άκρη της ρόμπας της.

Η κοπέλα τινάχτηκε ξαφνιασμένη. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της.

-    «Για ποιο πράγμα σε είχαν πιάσει;»

-    «Βιασμός!», είπε ήσυχα εκείνος ανοίγοντας απαλά τη ρόμπα της.

Το νυχτικό που φορούσε η κοπέλα από μέσα ήταν τόσο λεπτό, που μπορούσε ο άνδρας να διακρίνει με όλες τις λεπτομέρειες τα παχουλά βυζιά της. Η κοπέλα ήξερε τι κοίταζε αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να τον εμποδίσει. Αντίθετα έτσι όπως ανέπνεε βαριά από την ταραχή της φαινόντουσαν μέχρι και οι ρώγες της. Με φωνή που τώρα ήταν περισσότερο φοβισμένη τον ρώτησε:

-    «Και τι... τι θέλεις από μένα;»

«Σου είπα κιόλας ότι ήμουν κλειδωμένος έναν ολόκληρο χρόνο στο Επταπύργιο. Τι φαντάζεσαι ότι μου έχει λείψει πιο πολύ απ’ όλα;», της είπε ενώ το• χέρι του κινήθηκε προς τα βυζιά της.

-    «Μα, μα γιατί εμένα; Υπάρχουν τόσες πιο όμορφες γυναίκες απέναντι στους δρόμους και τα πάρκα. Γιατί διάολε εμένα;»

-    «Δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος. Έτυχε να περνώ απέξω και κοιτώντας απ’ το παράθυρο σε είδα που ξεντυνόσουν για να πέσεις να κοιμηθείς. Μ ’άρεσε τρομερά αυτό που είδα. Περίμενα μέχρι να ησυχάσουν όλα τριγύρω και να ‘μαι!»

Η κοπέλα δεν μπορούσε να πιστέψει ακόμα ότι όλα αυτά συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Ήταν ένας εφιάλτης. •Ήταν σίγουρη ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξυπνούσε και θα ήταν τελείως μόνη. Αλλά το άγγιγμα του χεριού του στο βυζί της την βεβαίωσε ότι όλα συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Κανένας άντρας ποτέ πριν, δεν είχε αγγίξει το στήθος της. Δεν μπορούσε να το επιτρέψει αυτό! Δεν μπορούσε να μείνει έτσι απαθής.

-    «Παράτα με! Φύγε! Άσε με ήσυχη!», φώναξε ξαφνικά και με μια απότομη κίνηση του ξέφυγε και έτρεξε μ’ όλη της τη δύναμη προς την πόρτα.

-    «Γύρνα εδώ αμέσως παλιοσκύλα!», φώναξε ο άντρας που ξεχύθηκε πίσω της. «Άμα σε πιάσω στα χέρια μου την έβαψες!»

Την πρόλαβε λίγο πριν την πόρτα. Την βούτηξε, ενώ εκείνη κλωτσούσε και χτυπιόταν και σηκωτή την πήγε στην κρεβατοκάμαρα. Η κοπέλα άρπαξε με τα χέρια της την πόρτα για να αντισταθεί αλλά εκείνος την τράβηξε με τόση ορμή που έσπασαν δυο - τρία νύχια της κοπέλας. Στο μεταξύ η ρόμπα της είχε ανοίξει τελείως.

-    «Άσε με! Δε Θα μ’ αγγίξεις! Δεν Θα σ’ αφήσω ποτέ!», ούρλιαζε η κοπέλα και με το ελεύθερο χέρι της προσπάθησε να τον χτυπήσει στα μάτια.

Πιο γρήγορος όμως εκείνος της έπιασε άγρια τον καρπό του χεριού της και της γύρισε το χέρι, πίσω στην πλάτη της.

-    «Είσαι τιγράκι ε;», της είπε ενώ με μια κίνηση την πέταξε στο κρεβάτι της. «Καλύτερα να κρατήσεις λίγη ορμή μέχρι να σου χώσω το καυλί μου μέσα σου, κούκλα μου…!»

Πλησίασε στο κρεβάτι, τη γύρισε μπρούμυτα και της σήκωσε ψηλά τη ρόμπα και τη νυχτικιά της. Μόλις αντίκρισε τα τορνευτά κατάλευκα κωλομέρια της νεαρής, ο άντρας ένιωσε ένα κύμα πόθου να κυριεύει το γεροδεμένο κορμί του. Η κοπέλα είχε χώσει το κεφάλι της στα σεντόνια και δεν μπορούσε να δει τι ετοιμαζόταν να κάνει ο άντρας επάνω της.

Ακινητοποιώντας το χέρι της με το γόνατό του ο Μαρκ ελευθέρωσε το χέρι του και το κατέβασε με ορμή στα κωλομέρια της. Ο ήχος από το χτύπημα χάθηκε από τα ουρλιαχτά της κοπέλας.

-    «Αααχχχ! Σε παρακαλώ! Σε ικετεύω! Μη μου το κάνεις αυτό! Άσε με να φύγω! Σε παρακαλώ…»

Ο άγνωστος αντί για απάντηση την ξαναχτύπησε πιο άγρια από πριν. Η παλάμη του, άφησε κόκκινο αποτύπωμα πάνω στη λευκή αφράτη σάρκα του κώλου της.

-    «Ααχχχ!», ούρλιαξε η ξανθιά κοπέλα καθώς ο πόνος απλώθηκε σ’ όλο τον κώλο της. «Όχι άλλο! Όχι ξανά! Μη!»

Ο Μαρκ την αγνόησε και εξακολούθησε να ανεβοκατεβάζει την παλάμη του στον κώλο της. Ο πόνος χτύπαγε σαν αστραπή το κορμί της κοπέλας και σιγά - σιγά απλωνόταν στα μπούτια και την πλάτη της. Ούρλιαζε ασταμάτητα. Ο άγνωστος άντρας όμως την χτύπαγε με αμείωτη δύναμη συνέχεια στον κώλο. Η κοπέλα φοβήθηκε ότι Θα την σκότωνε.

-    «Αουτς! Μη! Σταμάταα! Με σκοτώνεις. Πονάωωωωω!!! Είσαι τρελός! Σταμάτα…», τον ικέτευε να σταματήσει.

Τα γαλανά μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα από τον τρόμο και είχαν πλημμυρίσει δάκρυα. Ο Μαρκ κουράστηκε να τη χτυπάει και σταμάτησε. Άφησε για λίγο το χέρι του πάνω στην καυτή σάρκα του πονεμένου κώλου της και ύστερα άρχισε να τρίβει και να ζουλάει με δύναμη τα κωλομάγουλα της. Την τσιμπούσε, την έτριβε, τη χάιδευε άγρια κουνώντας τα δάχτυλά του και την παλάμη του στη σάρκα της σαν να ζύμωνε. Ο πόνος μεγάλωνε έτσι και η κοπέλα εξακολουθούσε να ουρλιάζει:

-    «Ωωχχχ! Αααχχχ! Με πονάς! Μπάσταρδε!», του φώναξε η κοπέλα. «Γιατί με πονάς; Δεν σου έχω κάνει τίποτα εγώ. Τι σου έφταιξα;»

Ο Μαρκ άπλωσε το χέρι του στη νυχτικιά και τη ρόμπα και άρχισε να τα τραβάει με δύναμη. Το ύφασμα μπήχτηκε στη σάρκα της κοπέλας και την πόνεσε. Με μια απότομη κίνηση ο άντρας άρχισε να σκίζει και τα δύο. Η κοπέλα ένιωσε το ύφασμα να σκίζεται στην πλάτη της και να γλιστράει μακριά από το κορμί της. Τα βαριά βυζιά της ελευθερώθηκαν και απλώθηκαν σαν πεπόνια στα σεντόνια.

Ο Μαρκ έσκισε τελείως το ύφασμα και το πέταξε στην άλλη άκρη του δωματίου αφήνοντας την ολόγυμνη. Τραβήχτηκε από κοντά της και η κοπέλα βρήκε την ευκαιρία να τραβηχτεί στην άλλη άκρη του κρεβατιού προσπαθώντας να καλύψει με τα χέρια της τα βυζιά και το μουνάκι της. Ήθελε να φωνάξει αλλά οι λυγμοί της έπνιγαν τα λόγια της.

-    «Δεν έχεις ημερέψει ακόμα ε; Δεν πειράζει. Θα ημερέψεις πολύ σύντομα. Έχω αρκετή πείρα με τσουλάκια σαν και σένα. Ξέρω πολύ καλά τι σου χρειάζεται…», είπε ο Μαρκ.

Μετά πήρε από τη σκισμένη ρόμπα το κορδόνι της μέσης και μια φαρδιά ζώνη που βρισκόταν στο κομοδίνο της κοπέλας.

-    «Σύντομα θα είσαι όπως ακριβώς σε θέλω…»

-    «Σε παρακαλώ! Σταμάτα! Άσε με ήσυχη...»

Ο άντρας της έπιασε τους καρπούς και τους έδεσε στο κρεβάτι πολύ σφιχτά. Τον ένα με το κορδόνι της ρόμπας και τον άλλο στην άλλη άκρη με τη ζώνη. Η κοπέλα τώρα πια ένιωθε αληθινά τρομοκρατημένη. Ο πόνος στον κώλο της ήταν ακόμα έντονος και τώρα πονούσαν φριχτά και οι καρποί της. Δάκρυα έτρεχαν ασταμάτητα στα μάγουλά της.

-    «Σε παρακαλώ… Σε ικετεύω. Άσε με ελεύθερη και δεν θα πω σε κανέναν ότι έγινε μέχρι τώρα. Αλλιώς το ξέρεις και συ καλά ότι θα ξανακαταλήξεις στη φυλακή. Σου υπόσχομαι, δεν θα μιλήσω σε κανέναν. Σε ικετεύω, άσε με ήσυχη!»

Αντί για απάντηση ο Μαρκ άρχισε να γδύνεται. Η κοπέλα τον κοίταζε τρομαγμένη, ανήμπορη να κάνει το παραμικρό. Παρακαλούσε το Θεό από μέσα της να υπήρχε τρόπος να φύγει από κει μέσα. Να τρέξει μακριά, να εξαφανιστεί. Αλλά ήταν δεμένη στο κρεβάτι ανήμπορη και παρακολουθούσε τον άγνωστο εισβολέα να γδύνεται με γοργές κινήσεις δίπλα της. Έβγαλε το πουκάμισό του και μετά το παντελόνι του. Και τότε η κοπέλα κατάλαβε γιατί την πίεζε τόσο πολύ προηγουμένως ο πούτσος του όταν την έσφιγγε πάνω του. Ο άντρας δεν φορούσε καθόλου εσώρουχα.

Καθώς κατέβαζε το παντελόνι του η κοπέλα είδε με τρόμο τον τεράστιο χοντρό και σκληρό πούτσο του να ξεπροβάλει ανάμεσα στις μαύρες πυκνές του πουτσότριχες. Ήταν ο πρώτος πούτσος που έβλεπε ζωντανό και όχι σε φωτογραφία η κοπέλα. Σταύρωσε με δύναμη τα μπούτια της και τα κρατούσε όσο πιο σφιχτά μπορούσε κλειστά. Τα μάτια της δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από το πελώριο καυλί με το κατακόκκινο πουτσοκέφαλο του άντρα.

-    «Δεν με φοβάσαι πια, έτσι δεν είναι;», τη ρώτησε πλησιάζοντας δίπλα της στο κρεβάτι.

-    «Τι… τι νομίζεις; Ξέρεις, δεν μου συμβαίνει κάθε μέρα να βρίσκομαι δεμένη στο ίδιο μου το κρεβάτι και να συζητώ με έναν ολόγυμνο δραπέτη!»

-    «Ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσεις το φόβο σου είναι να καταφέρεις να εξοικειωθείς με την αιτία που σου τον προκαλεί…», της είπε ήρεμα. «Για πες μου λοιπόν, τι ακριβώς είναι αυτό που φοβάσαι;»

Περίμενε λίγο, αλλά δεν πήρε καμιά απάντηση από ‘κείνη κι έτσι συνέχισε:

-    «Μήπως το πρόσωπό μου; 'Όχι, όχι, το πρόσωπό μου είναι τόσο συνηθισμένο που δεν μπορεί να φοβίσει κανέναν. Μήπως η φωνή μου; Όχι, έχω ευγενική φωνή, ούτε αυτό φταίει. Διάολε, τότε τι είναι αυτό που φοβάσαι;»

Η κοπέλα δεν απάντησε αλλά έτρεμε σύγκορμη. Ο άντρας ανέβηκε στο κρεβάτι, πήρε τον πούτσο του στα χέρια του και τον πλησίασε στο πρόσωπό της. Λίγα εκατοστά μόνο απ’ τα χείλη της.

-    «Μη μου πεις ότι φοβάσαι αυτό;», τη ρώτησε σαρκαστικά.

-    «Μη! Όχι!», κλαψούρισε η κοπέλα και γύρισε βιαστικά το κεφάλι της απ’ την άλλη μεριά.

-    «Ώστε αυτό είναι! Το βρήκαμε! Φοβάσαι το καυλί μου. Λοιπόν, όπως σου είπα ο μόνος τρόπος να νικήσεις τον φόβο σου είναι να εξοικειωθείς μαζί του. Γι’ αυτό έλα να εξοικειωθείτε!», της είπε και με το άλλο του χέρι την βούτηξε απ’ τα κατάξανθα μαλλιά της και την ανάγκασε να γυρίσει το κεφάλι της ξανά προς το μέρος του.

-    «'Όχι! Ξέρω τι Θέλεις να κάνω αλλά δεν πρόκειται να σου κάνω το χατίρι! Παράτα με!», του φώναξε η κοπέλα.

Ο Μαρκ καβάλησε γονατιστός πάνω στο κεφάλι της αγριεμένος.

-    «Τώρα Θα σου μάθω εγώ να μου μιλάς έτσι!», της είπε και οδήγησε τη χοντρή ψωλάρα του κατευθείαν πάνω στα σφιγμένα κλειστά χείλια της κοπέλας.

-    «Οιμφφφ!», μούγκρισε η ξανθιά κοπέλα και ξαναπροσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι της απ’ την άλλη μεριά. «Ο πούτσος σου βρωμάει απαίσια. Παρ’ τον από κοντά μου!»

Ένιωσε τη βαριά μυρωδιά να την αηδιάζει. Μια σταγόνα υγρό πασάλειψε τα μάγουλά της. Κόντεψε να κάνει εμετό από την αηδία που ένιωθε. Τα γόνατα του Μαρκ είχαν πιάσει τα μακριά μαλλιά της και τα πίεζαν πάνω στο κρεβάτι ακινητοποιώντας έτσι το κεφάλι της.

-    «Γλείψ’ τον μου σκύλα! Γλείψε το υπέροχο καυλί μου!», είπε ο άντρας και πιάνοντας την ψωλή του της την ακούμπησε στα τρεμάμενα χείλια της.

Η νεαρή κοπέλα δεν μπορούσε να εμποδίσει πια τον τρομερό πούτσο από το να μπει σιγά σιγά στο στόμα της. Έκλεισε υποταγμένη τα μάτια της κι ένιωσε το πελώριο καυλί να γλιστράει μέσα στα χείλια της πάνω στη γλώσσα της και να της γεμίζει ολόκληρο σχεδόν το μικροκαμωμένο στοματάκι της.

Τον άκουσε πάνω της να γελάει, αλλά στ’ αυτιά της ο ήχος έφτασε σαν στριγκλιά. Ένιωσε κάποιες σταγόνες υγρού να βγαίνουν από το πουτσοκέφαλο του και να γλιστράνε αργά στο λαιμό της. Οι σκληρές του πουτσότριχες τριβόντουσαν στη μύτη της και την ενοχλούσαν. Ξεφύσησε κάνα δυο φορές για να τις διώξει από τα ρουθούνια της.

Και σαν να μην έφτανε η απαίσια μυρωδιά και η γεύση είχε ακόμα και τα βαριά τριχωτά του αρχίδια που τριβόντουσαν στην κάτασπρη μαλακή επιδερμίδα του λαιμού της. Ένιωθε το στομάχι της να ανακατεύεται από την αηδία.

Μα ποιος ήταν επιτέλους αυτός που θα την ανάγκαζε να του γλείψει τον πούτσο; Δεν ήταν παρά ένας κοινός εγκληματίας. Ένας απαίσιος δραπέτης και φονιάς. Δεν θα του έκανε το χατίρι! Τον ένιωθε μέσα στο στόμα της να προσπαθεί να φτάσει στο λαιμό της. Κόντευε να την πνίξει με το καυλί του. Τα χείλια της πονούσαν και είχαν αρχίσει να μουδιάζουν. Ποτέ πριν δεν είχε αναγκαστεί να ανοίξει τόσο πολύ το στόμα της.

Τότε ξαφνικά κάτι ξύπνησε μέσα της. Πήρε την απόφαση να δράσει. Χωρίς καθυστέρηση κάρφωσε μ’ όλη της τη δύναμη τα δόντια της πάνω στην απαλή επιδερμίδα του σκληρού πούτσο του Μαρκ. Τον δάγκωσε όσο πιο δυνατά μπορούσε.

-    «Ααααουτςςς!» ούρλιαξε ο άντρας.

Τράβηξε όσο πιο γρήγορα γινόταν έξω από το στόμα της το δαγκωμένο καυλί του. Κόντεψε να λιποθυμήσει από τον πόνο.

-    «Παλιοκαριόλα! Γαμώτο, Θα σε σκοτώσω! Θα σε σφάξω σαν αρνί παλιοτσούλα! Την γάμησες τώρα!», ούρλιαζε τώρα ο Μαρκ καθώς προσπαθούσε να συνέρθει από το σοκ και κρατούσε το πονεμένο του καυλί και με τα δυο χέρια του. «Με δάγκωσες, ε; Τώρα θα σου δείξω εγώ! Αφού το θέλεις θα παίξουμε το παιχνίδι σου! Για να δούμε, πόσο σου αρέσει αυτό!», είπε ο άντρας και κατεβάζοντας το κεφάλι του κάρφωσε με λύσσα τα δόντια του στην ρώγα του αριστερού βυζιού της.

Η κοπέλα ούρλιαξε και ο άντρας άρχισε να τρίβει τα δόντια του δυνατά πάνω στη ρώγα της. Η κοπέλα τίναξε το δεμένο κορμί της στον αέρα από τον πόνο αλλά ο άγνωστος συνέχισε να δαγκώνει βάρβαρα τη ρώγα της.

-    «Ωωωχχχ! Αααχχχ! Μηηη! Θα μου την κόψεις! Σταμάτα! Πονάωωωω!», ούρλιαζε η κοπέλα καθώς ο πόνος είχε απλωθεί σ’ ολόκληρο το τεράστιο βυζί της και τώρα χτυπούσε όλο της το κορμί.

Ο Μαρκ όμως δεν έμεινε ικανοποιημένος μόνο με τη ρώγα της. Όταν πια της την είχε κατακοκκινίσει και κόντευε να την ματώσει, την άφησε κι άρχισε να καρφώνει τα δόντια του με μανία σ’ όλο της το βυζί. Η απαλή σάρκα της, γέμισε με κόκκινα αποτυπώματα των δοντιών του. Σύντομα όλο της το βυζί είχε κατακοκκινίσει από τις δαγκωνιές του.

-    «Ααχχχ! Μη! Σταμάτα! Συγγνώμη δεν θα το ξανακάνω… Συγγνώμη σου λέω!» ούρλιαζε η κοπέλα καθώς χτυπιόταν από τους πόνους πάνω στο κρεβάτι.

Ο Μαρκ όμως δεν είχε ακόμη ικανοποιηθεί! Άφησε το πονεμένο βυζί της με τη σάρκα που έκαιγε από τις δαγκωνιές κι άρχισε να κάνει τα ίδια και στο άλλο της βυζί. Ολόκληρο το κορμί της κοπέλας τρανταζόταν από τον πόνο κάθε φορά που τα δόντια του μπήγονταν με λύσσα στη σάρκα της. Ο κώλος της τιναζόταν στον αέρα καθώς χτυπιόταν, ούρλιαζε και τον ικέτευε να σταματήσει το φοβερό μαρτύριο.

Ανοιγόκλεινε ανεξέλεγκτα τα μπούτια της και ολόκληρο το κρεβάτι έτριζε καθώς χτυπιόταν μανιασμένη, ξετρελαμένη από τον αφόρητο πόνο. Νόμιζε πως κάποιος της κάρφωνε καυτά βέλη στα βυζιά και της ξέσκιζε τη σάρκα. Σε πολλά σημεία η σάρκα της είχε ματώσει από τις τρομερές δαγκωνιές του άγνωστου άντρα.

-    «Διάολε! σου χρειαζόταν αυτό! Και ξέρεις το δέρμα σου έχει φανταστική γεύση. Τη βρίσκω πραγματικά να σε δαγκώνω! Για να δούμε όμως τι γεύση έχει και το μουνάκι σου…», είπε ο Μαρκ τραβώντας το κεφάλι του από τα κατακοκκινισμένα βυζιά της.

Άπλωσε βίαια τα χέρια του στα κάτασπρα μπούτια της και της τ’ άνοιξε διάπλατα. Κατέβασε το κεφάλι του ανάμεσα στα μπούτια της. Η κοπέλα έτρεμε ολόκληρη από τον πόνο και το φόβο. Ποτέ της δεν φανταζόταν ότι θα βρισκόταν δεμένη στο κρεβάτι της με ένα αντρικό κεφάλι εκεί κάτω ανάμεσα στα πόδια της. Και μόνο η σκέψη ότι θα την δάγκωνε εκεί, την έκανε να τρέμει σαν το ψάρι.

Χωρίς άλλη προειδοποίηση ο άντρας κάρφωσε τα δόντια του στα τρυφερά της μουνόχειλα και τη δάγκωσε λυσσασμένα! Ούρλιαξε και άρχισε ξανά να χτυπιέται ενώ τα πόδια της τινάζονταν υστερικά, δεξιά, αριστερά καθώς ο αφόρητος πόνος την τρέλαινε. Το κρεβάτι έτριξε άσχημα καθώς η ξανθιά κοπέλα τιναζόταν, χτυπιόταν και ούρλιαζε.

Νόμιζε πως Θα πέθαινε από τον πόνο. Ο άντρας δάγκωσε ακόμα πιο δυνατά το μουνί της. Ο πόνος καρφώθηκε κατευθείαν στο μυαλό της.

-    «Αααχχχ! Βοήθειαα! Δεν μπορώ άλλοοοο! Βοηθειαλα!!!», ούρλιαζε η νεαρή κοπέλα, ενώ το κεφάλι της τιναζόταν δεξιά αριστερά.

Ο Μαρκ την ξαναδάγκωσε αυτή τη φορά πιάνοντας από μέσα στα δόντια του και την κλειτορίδα της. Το κορμί της κοπέλας τινάχτηκε στον αέρα από τον πόνο χωρίς να καταφέρει να απαλλαγεί όμως από τα δόντια του. Ο πόνος απλώθηκε στο στομάχι της και μετά στα πνευμόνια της κόβοντας της τη αναπνοή! Δάγκωσε τα χείλια της δυνατά και τα μάτια της αναποδογύρισαν καθώς ολόκληρο το κορμί της χτυπιόταν σπασμωδικά στον αέρα. Το μουνί της έστελνε συνέχεια αφόρητα κύματα πόνου παντού.

Ο Μαρκ συνέχιζε τα κτηνώδη δαγκώματά του. Τις δάγκωσε ξανά τα μουνόχειλα ύστερα της τράβηξε με τα δόντια του τις ξανθιές μουνότριχες και ξανά της δάγκωσε την κλειτορίδα της κι όλη τη σάρκα του μουνιού της. Δεν άφησε ούτε χιλιοστό του μουνιού της αδάγκωτο. Η τιμωρία του για το δάγκωμα του πούτσου του ήταν φριχτή. Η κοπέλα ούρλιαζε, έκλαιγε και χτυπιόταν ανήμπορη ν’ αντιδράσει, ανήμπορη ν’ αποφύγει τις κτηνώδεις δαγκωνιές του.

-    «Φτάνει! Σε παρακαλώ… Φτάνει! Αρκετά! Δεν μπορώ άλλο… Αααχχχ!», φώναζε και τον ικέτευε να σταματήσει.

Καυτά δάκρυα είχαν πλημμυρίσει τα γαλανά της μάτια. Στον ήδη αφόρητο πόνο από τις απάνθρωπες αγκωνιές του Μαρκ ήρθε να προστεθεί και ο πόνος από τα δεμένα χέρια της στο κεφάλι του κρεβατιού Που, καθώς χτυπιόταν η κοπέλα, είχαν πληγωθεί από το κορδόνι και τη δερμάτινη λουρίδα. Ο Μαρκ όμως δεν φαινόταν να ακούει τα ουρλιαχτά και τα παρακάλια της. Πήρε στο στόμα του το ένα της μουνόχειλο κι άρχισε να το μασάει άγρια.

Όταν πια ολόκληρη η σάρκα του μουνιού της είχε κοκκινίσει από τις δαγκωνιές ο άντρας ικανοποιημένος σήκωσε το κεφάλι του. Τοποθέτησε όλο του το σώμα ανάμεσα στα πόδια της και με τα δυνατά του χέρια σήκωσε τα μπούτια της ψηλά και τα στήριξε πάνω στους ώμους του. Της χάρισε ένα απαίσιο χαμόγελο καθώς η ξανθιά κοπελίτσα τον κοίταζε φοβισμένη με τα υπέροχα γαλανά μάτια της πλημμυρισμένα από δάκρυα. Τα μεγάλα αφράτα βυζιά της είχαν παντού επάνω τους τα φριχτά σημάδια των δοντιών του.

-    «Τι... τι πας να κάνεις; Σε παρακαλώ… Όχι αυτό! Μη! Άσε με! Όχι!!!», ούρλιαξε η κοπέλα καθώς κατάλαβε τι ετοιμαζόταν να της κάνει ο απαίσιος δραπέτης.

Ο κώλος της είχε σηκωθεί στον αέρα καθώς τα πόδια της ήταν στηριγμένα ψηλά στους ώμους του άγνωστου άντρα. Η θέση της ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να τον εμποδίσει να της κάνει οτιδήποτε ήθελε. Το χοντρό καυλί του σημάδευε τώρα κατευθείαν την είσοδο του τρυφερού μουνιού της που πόναγε φριχτά ακόμα από τις δαγκωνιές. Η κοπέλα προσπάθησε άλλη μια φορά να τον σταματήσει.

-    «Σε παρακαλώ… Μη με γαμήσεις! Δεν πρόκειται να το ευχαριστηθείς καθόλου. Αλήθεια σου λέω, δεν θα σ’ αρέσει. Είμαι παρθένα. Αν βγεις έξω το δρόμο είμαι σίγουρη ότι θα βρεις πολλές γυναίκες που θα ήθελαν να κοιμηθούν μαζί σου. Σε παρακαλώ, φύγε δεν θα πω τίποτε σε κανέναν για όλα αυτά!»

-    «Μη με κάνεις να γελάω τσουλάκι. Με τίποτε στον κόσμο δεν πρόκειται να χάσω μια τόσο φρέσκια σάρκα σαν τη δική σου. Παρθένα ή όχι, θα σου χώσω τον πούτσο μου όσο πιο βαθιά γίνεται!», είπε ο Μαρκ και με τα χέρια του έπιασε τα κωλομάγουλα της και τα έσφιξε δυνατά.

Οδήγησε το καυλί του στην είσοδο του μουνιού της και το ακούμπησε πάνω στα πονεμένα της μουνόχειλα. Το τεράστιο πουτσοκέφαλό του άνοιξε τα μουνόχειλα της και στριμώχτηκε στην είσοδο της μουνότρυπας της. Έσπρωξε λίγο προς τα μέσα μέχρι που η ψωλή του συνάντησε τον παρθενικό της υμένα. Τα μουνόχειλα της ξανθιάς κοπέλας είχαν σφιχτεί πάνω στο τεράστιο πουτσοκέφαλό του.

Ένα απαίσιο χαμόγελο απλώθηκε στα χείλια του άντρα και με μια απότομη κίνηση έσπρωξε μ’ όλη του τη δύναμη την ψωλή του έτσι ώστε να καρφωθεί στο παρθένο μουνάκι της δεμένης κοπέλας ξεσκίζοντας τον παρθενικό υμένα της. Μούγκρισε λίγο από την ξαφνική πίεση που ένιωσε στο καυλί του αλλά γρήγορα το μουγκρητό μετατράπηκε σε ικανοποίηση καθώς είδε τις πρώτες σταγόνες παρθένου αίματος να τρέχουν από το μουνάκι της κοπέλας πάνω στα μπούτια της και τα αρχίδια του.

-    «Ααααχχχχχ!!!», ούρλιαξε η ξανθιά καθώς νόμιζε ότι ο πούτσος του την έσκιζε στα δύο.

Νόμιζε πως θα λιποθυμήσει από τον πόνο. Ο Μαρκ έσπρωξε κι άλλο μέσα της τη θεόρατη ψωλάρα του μέχρι που έφτασε στον πάτο του παρθένου μουνιού της. Μετά άρχισε να κουνάει κυκλικά τους γοφούς του. Σχεδόν αμέσως αναστεναγμοί ικανοποίησης ξέφυγαν από τον Μαρκ που ένιωθε την μαλακή επιδερμίδα του μουνιού της κοπέλας να τυλίγει απαλά και σφιχτά την ψωλή του.

-    «Μμμμ! Ναι!», μούγκρισε ρίχνοντας προς τι πίσω το κεφάλι του απολαμβάνοντας το θρίαμβό του. «Έλα κούκλα μου! Πω πω! Τι ωραίο μουνάκι είναι αυτό που έχεις. Έλα, κούνα το μικρό μου, πάνω στον πούτσο μου!»

-    «Σε μισώ! Σε μισώ!», του φώναξε κλαίγοντας η κοπέλα.

Κοιτώντας κάτω είδε τις πουτσότριχες του να πλησιάζουν να ακουμπήσουν τις δικές της μουνότριχες καθώς ο άντρας είχε χώσει ολόκληρο σχεδόν το καυλί του στο παρθένο πριν από μερικές στιγμές μουνάκι της. ‘Ένιωθε απαίσια. Ο Μαρκ την είχε βιάσει, δεμένη στο ίδιο της το κρεβάτι, με τα πόδια της ψηλά σηκωμένα πάνω στους ώμους της.

Τα βαριά αρχίδια του άντρα χτύπησαν στα κωλομάγουλα της. Καθώς κουνούσε τώρα κυκλικά τον πούτσο του βαθιά μέσα στο μουνί της η κοπέλα ένιωθε τις σκληρές του πουτσότριχες να της γρατζουνάνε την απαλή επιδερμίδα των μπουτιών της.

Τη μεγαλύτερη ζημιά όμως της την έκανε o τρομερός πούτσος του μέσα στο μουνί της. Τα τοιχώματα του μουνιού της πιέζονταν ασφυκτικά από τη γιγάντια ψωλή που είχε εισχωρήσει με τη βία μέσα της. Η κοπέλα τραβιόταν για να βγει από μέσα της η ψωλή που της είχε πάρει την παρθενιά της αλλά o άντρας είχε χουφτώσει δυνατά με τα χέρια του τα κωλομάγουλα της και την τραβούσε με δύναμη προς το μέρος του. Από το τράβηγμα νόμιζε πως τα δεμένα χέρια της θα ξεκολλούσαν από τους ώμους της.

Τα βαριά αρχίδια του άντρα χτύπησαν στα κωλομάγουλα της. Καθώς κουνούσε τώρα κυκλικά τον πούτσο του βαθιά μέσα στο μουνί της η κοπέλα ένιωθε τις σκληρές του πουτσότριχες να της γρατζουνάνε την απαλή επιδερμίδα των μπουτιών της. Τη μεγαλύτερη ζημιά όμως της την έκανε ο τρομερός πούτσος του μέσα στο μουνί της. Τα τοιχώματα του μουνιού της πιέζονταν ασφυκτικά από την γιγάντια ψωλή που είχε εισχωρήσει με τη βία μέσα της.

Η κοπέλα τραβιόταν για να βγει από μέσα της η ψωλή που της είχε πάρει την παρθενιά της αλλά ο άντρας είχε χουφτώσει δυνατά με τα χέρια του τα κωλομάγουλα της και την τραβούσε με δύναμη προς το μέρος του. Από το τράβηγμα νόμιζε πως τα δεμένα χέρια της θα ξεκολλούσαν από τους ώμους της. Μισούσε τον ίδιο της τον εαυτό που του είχε ανοίξει την πόρτα για να δει τι ήθελε.

-    «Ωχχχ! Αχχ! Πονάω! Νιώθω απαίσια! Με έχεις πληγώσει παντού! Γιατί μου έσκισες στα δύο τον υμένα μου; Πονάω! Αααχχχ!», ούρλιαζε κλαίγοντας με λυγμούς η κοπέλα.

Ο Μαρκ δεν της απάντησε. Άρχισε να μπαινοβγάζει βαθιά στο μουνί της με αργές κινήσεις τον πούτσο του. Έτσι όπως βύθιζε μέχρι τον πάτο του μπουτιού της την ψωλή του ολόκληρο το κορμί της τρανταζόταν.

-    «Αααχχχ! Με σκίζεις! Με πονάς! Παλιομπάσταρδε!», του φώναζε, ενώ αναρωτιόταν πόση πίεση θα άντεχε ακόμα το μουνάκι της.

Ποιος να της το ‘λεγε ότι θα περνούσε μια τόσο φριχτή εμπειρία μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Η ντροπή που ένιωθε την πονούσε το ίδιο αν όχι και περισσότερο από τα βίαια τινάγματα του άντρα μέσα της. Είχε πέσει στα χέρια ενός σαδιστή κακούργου και δεν μπορούσε να κάνει τίποτε για να τον εμποδίσει.

-    «Με πονάς! Μη! Με πληγώνεις σου λέω! Άσε με!»

Οι φωνές και τα παρακάλια της δεν έφεραν κανένα απολύτως αποτέλεσμα.

-    «Μμμμ! Τι απίθανο γαμήσι είναι αυτό! Τα σφιχτά μουνιά πάντα μ’ έκαναν ευτυχισμένο κούκλα μου! Έλα, κουνήσου και συ λίγο πάνω στο καυλί μου…», της είπε ο Μαρκ ενώ μια απέραντη ευχαρίστηση είχε απλωθεί στο πρόσωπό του.

Το κρεβάτι έτριζε πιο πολύ από ποτέ, καθώς ο άντρας βύθιζε όλο και πιο δυνατά το καυλί του στο ματωμένο μουνάκι της ξανθιάς κοπέλας. Έσπρωχνε τώρα μέσα έξω την ψωλή του ικανοποιημένος από το βάρβαρο γαμήσι που της έκανε. Τα χέρια του ζουλούσαν τα καυτά της κωλομάγουλα και τα δάχτυλά του ζύμωναν τη σάρκα της. Είχε απόλυτη εξουσία πάνω στο κορμί της κοπέλας και αυτό τον καύλωνε ακόμα περισσότερο.

-    «Δεν αντέχω άλλο… Σε ικετεύω! Σταμάτα!», κλαψούρισε η κοπέλα.

Μπορούσε να νιώσει τώρα τον πούτσο του να φτάνει μέχρι βαθιά μέσα της στην είσοδο της μήτρας.

-    «Δεν θα σε κουράσω πολύ ακόμα…», της είπε, ενώ το πρόσωπό του έλαμπε από την ηδονική ευχαρίστηση που ένιωθε. «Νιώθεις το καυλί μου που φουσκώνει κι άλλο;», τη ρώτησε.

Δεν του απάντησε αλλά πράγματι το ένιωθε, κι αυτό τη φόβιζε ακόμη περισσότερο. Κλαψούριζε υστερικά και τα μάτια της είχαν πεταχτεί από τις κόγχες τους καθώς η πελώρια ψωλή του βιαστή της κουνιόταν όλο και πιο γρήγορα μέσα της. Αναρωτιόταν τι θα γινόταν αν μεγάλωνε κι άλλο η ψωλή του Μαρκ. Πολύ γρήγορα της λύθηκε η απορία.

-    «Ωωωχχχ!!», βόγκηξε ο άντρας πάνω της.

Άρχισε να κουνιέται όλο και πιο γρήγορα μέσα της. Η ψωλή του πρήστηκε κι άλλο και μπαινόβγαινε δύσκολα στο στενό μουνάκι της. Διάφοροι υγροί ήχοι ακούγονταν, καθώς τα αρχίδια του χτυπούσαν στα κωλομέρια της και ο πούτσος του μπαινόβγαινε στο μουνί της. Τα μουνόχειλα της είχαν ανοίξει διάπλατα.

-    «Όχι άλλο… Σταμάτα! θα με σκοτώσεις!», ούρλιαζε η δεμένη κοπέλα.
«Πολύ αργά!» της απάντησε εκείνος καρφώνοντας το καυλί του με όση δύναμη είχε στον πάτο του μουνιού της.

-    «Πάρα πολύ αργά! Που να πάρει! Έρχομαι! Ναι! Ναι! Χύνωωωω! Πάρ’ τα όλα μέσα σου!», ούρλιαξε ο Μαρκ.

Ταυτόχρονα τα δάχτυλά του έσφιγγαν μανιασμένα τα κωλομέρια της και τα άσπρα παχιά χύσια τινάχτηκαν από το πρησμένο του πουτσοκέφαλο και πλημμύρισαν το μουνί της κοπέλας. Έχυνε ασταμάτητα και μούγκριζε από την ηδονή. Η ξανθιά κοπελίτσα δεν είχε ξανανιώσει ποτέ της τόσο φοβισμένη και αηδιασμένη. Το ζεστό υγρό που χυνόταν μέσα της δεν έλεγε να σταματήσει.

Και ξαφνικά διαπίστωνε ότι το μουνί της είχε πάψει να την πονάει. Είχε μουσκέψει και είχε ζεσταθεί από το γαμήσι του βιαστή της. Προσπάθησε να τον αγνοήσει. Τα χύσια του ξεχύθηκαν έξω από το μουνί της κι άρχισαν να κυλάνε στα κάτασπρα μπούτια της. Προσπαθούσε να μην το σκέφτεται καθόλου. Γύρισε το κεφάλι της απ’ την άλλη μεριά έτσι ώστε να μην τον βλέπει στο πρόσωπο.

-    «Ααχχ! Ωωχχ! Πάρ’ τα όλα γαμιόλα! Τι γαμήσι απίθανο ήταν αυτό!», μούγκριζε ο Μαρκ καθώς οι τελευταίες σταγόνες από την ψωλάρα του άδειαζαν μέσα στο ξεπαρθενεμένο μουνάκι της αιχμάλωτης του.

Τραβήχτηκε αργά από μέσα της και ξάπλωσε αποκαμωμένος βαριά δίπλα της. Το κρεβάτι σταμάτησε επιτέλους να τρίζει. Ο άντρας ξεκουραζόταν για μερικά λεπτά και η κοπελιά είχε γυρίσει αμίλητη από την άλλη μεριά το κεφάλι της. Καυτά δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της ασταμάτητα. Μετά από λίγο ο Μαρκ αγκάλιασε τρυφερά τη δεμένη γυναίκα που μόλις είχε βιάσει και άρχισε να της μιλάει.

-    «Πες μου αλήθεια, πώς σε λένε;»

-    «Το όνομά μου είναι Μαριάννα…», αποκρίθηκε με λυγμούς ή κοπέλα.

-    «Τι δουλειά κάνεις;»

-    «Δουλεύω στη βιβλιοθήκη…»

-    «Δασκάλα;», ρώτησε έκπληκτος ο Μαρκ. Άκουσα καλά; Μου είπες ότι βίασα μια δασκάλα;»

-    «Δεν θέλω να σου πω τίποτε. Το μόνο που θέλω είναι να μ’ αφήσεις ήσυχη. Γιατί δεν φεύγεις; Τώρα πια πήρες από μένα ότι ήθελες. Παράτα με λοιπόν!», του είπε η Μαριάννα.

Εκείνος αγνόησε τα λόγια της.

-    «Να πάρει ο διάολος! Τα παιδιά στη φυλακή θα πεθάνουν στα γέλια αν το μάθουν ποτέ αυτό!»

-    «Μπορείς να τους το πεις λοιπόν όταν τους ξαναδείς. Και εύχομαι να τους δεις ξανά όσο πιο γρήγορα γίνεται!»

-    «Έλα, Μαριάννα, μην εκνευρίζεσαι. Δεν ήταν και τόσο πολύ άσχημα, ε; Πες μου αλήθεια, γιατί έγινες δασκάλα; Είσαι πολύ νόστιμη κοπέλα. Γιατί δεν παντρεύεσαι κάποιον να φροντίζει αυτός για σένα; Σ’ αρέσουν οι άντρες, έτσι δεν είναι;»

-    «Γιατί μου κάνεις όλες αυτές τις ερωτήσεις; Δεν πρόκειται να σου πω τίποτε άλλο. Άντε να ενοχλήσεις κανέναν άλλον. Παράτα με ήσυχη σου λέω!»

-    «Πω πω! Πολύ ευαίσθητη είσαι γύρω απ’ αυτό το θέμα, έτσι δεν είναι;», τη ρώτησε πειραχτικά ο Μαρκ.

-    «Ποιο θέμα;»

-    «Καλά, δεν πειράζει. Πες μου αυτό το στέισον εκεί έξω δικό σου είναι;»

-    «Ναι... γιατί;»

-    «Ωραία, θα το χρειαστούμε. Αύριο το πρωί εσύ κι εγώ θα πάμε σε μια καλύβα που έχω πάνω στα βουνά. Είναι καλά κρυμμένη. Θα είμαστε ασφαλείς εκεί πάνω».

-    «Κρυμμένη; Ασφαλείς; Για ποιο πράγμα μιλάς;»

-    «Ξέρεις, δεν έφυγα από το Επταπύργιο γιατί τέλειωσε η ποινή μου. Το έσκασα. Είμαι δραπέτης και τώρα θα με ψάχνουν παντού»

-    «Μα δε γίνεται να σ’ ακολουθήσω. Αύριο το πρωί θα ‘ρθουν οι μαθητές μου στη βιβλιοθήκη. Δεν γίνεται να τους παρατήσω έτσι. Τους έχω υποσχεθεί ότι θα τους βοηθήσω για τις εξετάσεις τους. θα με περιμένουν…»

-    «Ακύρωσε το!»

-    «Σε παρακαλώ. Με χτύπησες, με έδεσες και με βίασες. Δεν μπορείς να με απαγάγεις κιόλας!»

-    «Γιατί όχι; Ποιος θα με εμποδίσει να το κάνω αυτό; Έλα, κοιμήσου λίγο να ξεκουραστείς. Έχουμε πολύ οδήγημα το πρωί μέχρι να φτάσουμε στα βουνά…», της είπε και της γύρισε την πλάτη.

Σύντομα άρχισε να ροχαλίζει. Η Μαριάννα απόμεινε εκεί δεμένη στο κρεβάτι εντελώς αβοήθητη. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταφέρει να λυθεί. Απόμεινε να σκέφτεται όλα όσα είχαν συμβεί αλλά κι αυτά που θα συνέβαιναν την επομένη. Καταλάβαινε ότι θα μπορούσαν να της συμβούν πάρα πολλά πράγματα εκεί πάνω σε μια απομονωμένη καλύβα.

Απαίσια, εφιαλτικά πράγματα. Περισσότερο εφιαλτικά απ’ όλα όσα είχαν συμβεί μέχρι τώρα. Έμεινε όλη νύχτα έτσι με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι, χωρίς να κλείσει μάτι, ούτε για μια στιγμή. Έπρεπε πάση θυσία να ξεφύγει από αυτόν το ζωντανό εφιάλτη.

Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 8389 "Straight erotic stories archive")