Θέλω να πηδιέμαι με τον παντρεμένο γείτονά μου (3ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η κυρία βρίσκει καινούργιο γκόμενο να πηδιέται όμως, γυρίζοντας στο σπίτι, βρίσκει τον Παντελή με άγριες διαθέσεις…

Η ιστορία:

Η ιστορία μου με τον Παντελή συνεχιζόταν μέχρι προσφάτως, όπου άρχισε να κάνει ζήλιες. Έτσι πριν δύο βδομάδες περίπου του είπα ότι βαρέθηκα να πηδιόμαστε. Νευρίασε, με παρακάλεσε, μου είπε ότι θα κάνει ότι του ζητήσω και διάφορα τέτοια, αλλά δεν υποχώρησα.

Πριν τρία βράδια όμως γύρισα στο σπίτι αργά. Ήταν περίπου τέσσερις. Είχα βγει με ένα καινούριο γκόμενο, ο οποίος με συνόδευσε μέχρι την είσοδο της πολυκατοικίας κι εκεί πηδηχτήκαμε στα αθόρυβα και στα γρήγορα. Ανεβαίνοντας τις σκάλες για το σπίτι μου ο Παντελής με περίμενε στη μέση της σκάλας. Με κόλλησε στον τοίχο κι άρχισε να με φιλάει. Προσπαθούσα να τον αποφύγω και του έλεγα ότι αν δε σταματήσει θα φωνάξω. Μου έλεγε συνέχεια:

-    «Δεν μπορώ χωρίς εσένα… Θέλω να σε πηδάω και θα το κάνω με το καλό ή με το άγριο!»

Καθώς με φιλούσε του δαγκώνω τα χείλη με δύναμη που κόντεψα σχεδόν να του κόψω κομμάτι. Πόνεσε, αλλά χωρίς να καθυστερήσει μου δίνει ένα χαστούκι ξεγυρισμένο. Σηκώνει το φόρεμά μου και βάζει το χέρι του στο μουνί μου…

-    «Μωρό μου… αφού είσαι υγρή καριολίτσα μου. Αφού με θες κι εσύ όσο κι εγώ. Αφού σε τρελαίνει να σου ξεσκίζει ο Παντελάκος σου την μουνάρα. Αφού είσαι μεγάλο πουτανάκι».

Ήταν αλήθεια, Αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Όταν όμως ένιωσα το ζεστό, γυμνό, στητό καυλί του μέσα στη μουνάρα μου να μπαίνει με δύναμη δεν άντεξα άλλο.

-    «Πήδα με Παντελή μου. πήδα με γαμιά μου. δεν μπορώ χωρίς εσένα. Σε θέλω μέσα στη μουνάρα μου. Ξέσκισέ με όπως μόνο εσύ ξέρεις».

Με φιλούσε κι έχωνε την ψωλάρα του μέσα μου. ήθελα να ουρλιάξω από την καύλα μου, αλλά σκεφτόμουν ότι θα μας άκουγαν όλοι εκεί που ήμασταν. Σε λίγο ένιωσα τα χύσια του να τρέχουν μέσα μου. κρεμάστηκα απάνω του ζητώντας του συγνώμη. Τον έπιασα από το χέρι κι ανεβήκαμε στην ταράτσα. Τον κόλλησα στον τοίχο.

-    «Θέλω να ρουφήξω το ψωλί σου!»

Και κατέβηκα προς την ψωλάρα του, η οποία δεν είχε πέσει καθόλου. Άρχισα να την χώνω στο στόμα μου, όπως μόνο εγώ ξέρω να κάνω κι ευχαριστιόμουν να τον ακούω να βαριανασαίνει και να ψιθυρίζει:

-    «Ναι. Αχ ναι πουτανάκι μου. Έτσι… πάρ’ τον όλο μέσα στο στόμα σου. Ρούφα τον μωρή κάργια. Ρούφα και τα αρχίδια μου και μετά θα σε κάνω να ουρλιάζεις από ηδονή».

Μια έσφιγγα με τα χείλη μου την πουτσάρα του, μια χαλάρωνα. Μια πιπιλούσα το πουτσοκέφαλό του, μια το έγλειφα. Έχωνα τη γλώσσα μου μέσα στην ουρήθρα του και τον έκανα να τινάζεται από ηδονή. Έχωνα βαθιά στο λαρύγγι μου το καυλί του, τόσο που έλεγα ότι θα πνιγώ. Ρούφαγα τα αρχίδια του, τα πιπιλούσα κι όλη την ώρα η μουνάρα μου έσταζε από ηδονή. Με σηκώνει και με στήνει στον τοίχο. Σηκώνω τα πόδια μου και τα δένω στη μέση του, ενώ κάθομαι πάνω στο σκληρό καυλί του. Είμαι τόσο υγρή που μπαινοβγαίνει αβίαστα. Βγαίνει. Με ρίχνει στο πάτωμα της ταράτσας, μου ανοίγει τα πόδια κι αρχίζει να ρουφάει τα υγρά μου, ενώ παράλληλα πιπιλάει την κλειτορίδα μου, τη δαγκώνει και με κάνει να χύνω και να φωνάζω:

-    «Ααααχχχχ… Ναι!»

Ξαφνικά ακούγεται μια μπαλκονόπορτα που ανοίγει. Σταματάμε και κρατάμε τις αναπνοές μας. Οι διπλανές πολυκατοικίες είναι πιο ψηλές από τη δική μας, με αποτέλεσμα η ταράτσα μας να φαίνεται από κάποια μπαλκόνια. Μου ψιθυρίζει στο αυτί ότι είναι ένας από την διπλανή πολυκατοικία.

-    «Μας βλέπει…», μου λέει.

«Συνέχισε Παντελή μου. Μη σταματάς. Αν σταματήσεις τώρα δεν θα με ξαναγαμήσεις ποτέ!»

Ξανασκύβει μέσα στη μουνάρα μου κι αρχίζει πάλι να παίζει με την κλειτορίδα μου. ανασαίνω βαριά, σχεδόν δυνατά. Τον άλλον τον βλέπω σαν σκιά που έχει κρεμαστεί στο μπαλκόνι του. Καυλώνω ακόμη περισσότερο. Σηκώνεται και με φιλάει. Χώνει το χέρι του μέσα στη μουνάρα μου. Αυτό με τρελαίνει. Στην αρχή βάζει ένα δάχτυλο, μετά δύο.

«Βάλε κι άλλα… κι άλλα. Κάνε τη μουνάρα μου να πάρει φωτιά, όπως πάντα!»

Χώνει και τα τέσσερα δάχτυλα μέσα και τα βάζει και τα βγάζει γρήγορα και με δύναμη. Αυτό κάνει τη μουνάρα μου από ένα σημείο και μετά να στεγνώνει λίγο και να με πονάει. Αλλά αυτός ο πόνος είναι που με κάνει να τρελαίνομαι και να φωνάζω. Νιώθω κυριολεκτικά το μουνί να έχει πάρει φωτιά. «πήδα με γαμιά μου. ξέσκισε μου το μουνάκι» και νιώθω το ζεστό του καυλί μέσα στο καυτό μου μουνί. Τώρα έχω γυρίσει και κοιτάζω τον άλλον στο μπαλκόνι του. Είναι ακόμη εκεί. Νομίζω ότι παίζει με την πούτσα του και νιώθω σούπερ.

-    «Αααααααααχχχχχχχχχχ…», φωνάζω πιο δυνατά για να ακούσει κι ο θεατής μας. «Έτσι. Χώσε όλη την ψωλάρα σου μέσα στη μουνάρα μου, Παντελή μου. Πήδα με. Ξέσκισέ με…. Τι πούτσος είναι αυτός γαμιά μου; Τι καυλί τεράστιο;»

Ο Παντελής φτιάχνεται με αυτά που του λέω κι αρχίζει να με πηδάει με λύσσα σαν ζώο.

-    «Έτσι. Ας γίνουμε ζώα, όπως μόνο εμείς ξέρουμε. Πες μου τι είμαι…»

-    «Είσαι η καριόλα μου. Η παλιοπουτάνα της γειτονιάς. Σου αρέσει πουτανάκι μου να σε ξεσκίζω; Σου αρέσει;»

-    «Φώναξε δυνατά τι είμαι. Να σε ακούσουν όλοι…»

-    «Η πουτάνα μου!», φωνάζει πιο δυνατά κι εγώ χύνω από ηδονή. «Το πουτανάκι της γειτονιάς που το πηδάω. Είσαι η ψώλα της Αργυρούπολης!»

Κι εγώ φωνάζω από ηδονή. Ξέρω ότι μας έχουν ακούσει κι άλλοι από τη γειτονιά, αλλά δεν βγαίνουν στα μπαλκόνια τους. Πιθανόν να έχουν ακούσει κι οι δικοί μου, αλλά χέστηκα.

-    «Θα σε χύσω καριόλα μου. Θα σε χύσω!»

Και δίνοντας μια τελευταία δυνατή, χώνει την ψωλή του βαθιά μέσα στη μουνάρα μου και αφήνει το υγρό ψωλόχυμά του να τρέξει μέσα μου. Ανασαίνουμε βαθιά κι οι δύο, ενώ μένουμε κολλημένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

-    «Δεν θέλω να βγεις ακόμη…», του ψιθυρίζω.

-    «Μου είχες λείψει μικρό μου…», μου λέει. «Μην μου το ξανακάνεις αυτό. Δεν αντέχω χωρίς εσένα…»

-    «Κι εγώ Παντελή μου. Θέλω να με πηδάς. Είσαι ο καλύτερος γαμιάς μου!»

Κάτσαμε έτσι για αρκετή ώρα, μέχρι να ξελαχανιάσουμε τελείως. Ο τύπος του μπαλκονιού ήταν ακόμη εκεί. Ντυθήκαμε και πριν φύγουμε του φώναξα:

-    «Ευχαριστούμε για την παρέα!»

Πήγε ο καθένας σπίτι του. Έπεσα στο κρεβάτι μου σκεφτόμενη ότι όντως είναι η καλύτερη πούτσα που έχω φάει ποτέ…

(Copyright protected OW ref: 24163)