Αποπληρώνω σε είδος τα χρέη του ανάπηρου άντρα μου (2ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Δυο μέρες μετά η Σούλα δέχεται πάλι την επίσκεψη των δανειστών του άντρα της κι ένα ακόμα πιο άγριο ξέσκισμα που θα συμπεριλάβει και τον άντρα της…

Η ιστορία:

Κεφάλαιο 3

Όταν το... σκυλολόι αποχώρησε, περίμενα με αγωνία την ολομέτωπη επίθεση του συζύγου μου. Παραδόξως, η μόνη αντίδραση εκ μέρους του ήταν η απόλυτη σιωπή, κάτι που με γέμισε μ’ αναπάντητα ερωτήματα. Αν με σκυλόβριζε, θα τον καταλάβαινα και θα τον δικαιολογούσα. Εξάλλου, αναμφίβολα το άξιζα. Αυτή όμως η τέλεια αδιαφορία δεν έβγαζε νόημα.

Ο Μηνάς έπεσε για ύπνο τη νύχτα αμίλητος, σηκώθηκε το πρωί αμίλητος, πήγε στη δουλειά αμίλητος και γύρισε αμίλητος. Η στάση του ήταν τόσο παράλογη, που δε μπορούσα να πάψω ν’ αναρωτιέμαι τι συνέβαινε μες στο μυαλό του. Ίσως θεωρούσε ότι ήμουν χαμένη περίπτωση κι ότι δεν άξιζε ν' ασχοληθεί μαζί μου. Ίσως, πάλι, μου ‘δινε κάποιο δίκιο, αναγνωρίζοντας ότι η επίκτητη ανικανότητά του μ’ είχε γεμίσει ένα σωρό καταπιεσμένες ορμές, αλλά αυτό μάλλον ήταν ευσεβής πόθος.. ανάπηρος - ξεανάπηρος, κανένας δε γουστάρει να του γαμάνε τη γυναίκα μες στα μούτρα του!

Υπήρχε όμως και μια τρίτη εξήγηση.. μπορεί απλά να μην ήθελε να ρισκάρει μια σύγκρουση με το άτομο απ’ το οποίο ήταν τελείως εξαρτημένος. Χωρίς εμένα, ο Μηνάς δε μπορούσε να ικανοποιήσει ούτε τις βασικές του ανάγκες, όπως διατροφή, ένδυση και ατομική υγιεινή.
Όπως και να ‘χει, παρ’ ότι δε με τιμά να το παραδέχομαι, τούτη η μεσοβέζικη κατάσταση με βόλευε και με το παραπάνω. Δεν είχα κανένα σκοπό ν’ απαρνηθώ τη σταθερότητα που μου πρόσφερε ο γάμος μου, κι απ’ την άλλη, δεν ήθελα με κανένα τρόπο να στερηθώ τις ανεπανάληπτες στιγμές ηδονής που ‘χε να μου προσφέρει ο Κίμων, ή οι μπράβοι του, με τα θεσπέσια παλαμάρια τους! Αφού λοιπόν ο Μηνάς είχε αποφασίσει να κάνει την... κορόιδα, το ίδιο θα ‘κανα κι εγώ.

Δυο μέρες μετά το πρώτο εξωσυζυγικό μου ολίσθημα, χτύπησε το κουδούνι. Ο διαφθορέας μου μ’ είχε ήδη ενημερώσει για την επίσκεψή του, γι’ αυτό ‘σκοτώθηκα’ ν’ ανοίξω την πόρτα, ψοφώντας να υποστώ την καταστροφική δράση του ψώλαρού του!

-    «Γεια σου, μουνίτσα μου!», είπε ο Κίμων διαχυτικά, καθώς περνούσε το κατώφλι, ακολουθούμενος από έναν μπράβο του.

Ολόψυχα δοσμένη πλέον στο κυνήγι της απόλαυσης που ‘χα τόσο στερηθεί, τρίφτηκα ανενδοίαστα πάνω στο παχύδερμο γουργουρίζοντας, ενώ συνάμα δε δίστασα να πιέσω τη χούφτα μου πάνω στα κρυμμένα, προς το παρόν, ψωλάρχιδά του.

-    «Χα! Έχεις κάψες, τσουλάκι; Σου ‘λειψα;», με ρώτησε ο Κίμων.

Αμέσως έστρεψε το σώμα του προς την κατεύθυνση του Μηνά, ούτως ώστε εκείνος να μπορεί να παρατηρεί απρόσκοπτα το χέρι της γυναίκας του να πασπατεύει τον καβάλο του εκβιαστή του, κι ύστερα μου ‘βγαλε τη ρόμπα, ανακαλύπτοντας ότι δε φορούσα απολύτως τίποτα από μέσα, ούτε καν κιλοτάκι!

-    «Πω πω! Βλέπω πως είσαι πανέτοιμη μάνα μου, έτσι; Τόσο πολύ ψοφάς για πούτσο;», είπε σαρδόνια.

Χούφτωσε τον κώλο μου κι έπιασε να τον ζουλάει, ενώ συνάμα κοίταζε τον εμφανώς σοκαρισμένο με την αχρειότητά μου σύζυγό μου. Ακόμα κι αν ήθελα ν’ απαντήσω, δε θα μπορούσα, αφού αναστέναζα και ριγούσα από καύλα. Όταν δε ο Κίμων έχωσε τη μούρη του ανάμεσά στους βύζους μου και πιπίλισε πεινασμένα τις θηλές μου, ενώ οι δαχτύλες του χάιδευαν επίμονα τη σχισμή που χώριζε τα μουνόχειλά μου, οι αναστεναγμοί μου πολλαπλασιάστηκαν κι απέκτησαν μια χροιά ευδιάκριτα πρόστυχη.

-    «Αχ, φάε τα βυζιά μου! Χάιδεψε το μουνάκι μου! Θεέ μου, καίγομαι! Θέλω πούτσο!», κλαούρισα και τον ξεβράκωσα εν ριπή οφθαλμού, βγάζοντας έξω τη μαλαπέρδα του, πάνω στην οποία κόλλησα τις χειλάρες μου κι άρχισα να τη φιλάω με λατρεία. «Η ψωλάρα σου γαμιά μου με τρελαίνει!», βόγκηξα ξεδιάντροπα και κατάπια όση περισσότερη μπορούσα, τρίβοντας γλυκά τα χείλη μου κατά μήκος του πουτσοκορμού, ενώ ζύγιζα με τις χούφτες τ’ αρχίδια του, ξύνοντας το τραχύ πετσί τους με τα νύχια μου.

-    «Έτσι, κάργια, ρούφα! Παίξε με τ’ αρχίδια μου!», γκάριξε εκείνος, τη στιγμή που με πλησίαζε κι ο μπράβος με το καυλί στο χέρι.

Το ‘τριψε σ’ όλη τη μάπα μου, λούζοντάς τη με προσπερματικό υγρό, ενώ συνάμα μάλαζε τον κώλο και τα βυζιά μου. Τα χείλια μου άφησαν την πούτσα του Κίμωνα κι άρπαξαν εκείνη του μπράβου, φιλώντας την βαθιά, ρουφηχτά κι αισχρά! Ύστερα, έπιασαν να βυζαίνουν το ψωλοκέφαλό του, σα να ‘θελαν να το κόψουν, ενώ το ζώο χοροπηδούσε απ’ τον πόνο!

-    «Μεγάλη λυσσάρα, ε Στέλιο; Ας χώσουμε και τις δυο πούτσες μαζί στο στόμα της! Κάνε α, βρομιάρα!», πρόσταξε ο Κίμωνας.

Τα δύο ζώα έσπρωξαν δυνατά. Αλλά το ασύλληπτο ήταν ότι έσπρωχνα κι εγώ, προς την αντίθετη κατεύθυνση, κατορθώνοντας, λίγο πριν πάθω εξάρθρωση σιαγόνων, όχι μόνο να πάρω τα πουτσοκέφαλα στο στόμα μου, αλλά να τα ρουφήξω κιόλας!

-    «Πουτάνα!», άκουσα το Μηνά να σφυρίζει με μίσος, βλέποντάς με εν συνεχεία να κάθομαι στον καναπέ, ν’ ανοίγω τα πόδια και να εκφράζω κυνικά την επιθυμία μου να φάω το γαμήσι της ζωής μου.

Αμέσως ο Κίμωνας πήρε θέση, κάρφωσε μονοκοπανιά την ψωλάρα του κατευθείαν στη μήτρα μου κι έπιασε να μου οργώνει τη μουνάρα με κτηνωδία, κάνοντάς με να δω... αστράκια.

-    «Αχ, ναι! Κίμωνα, σακάτεψέ με! Είσαι ο γαμιάς μου. Κάνε με ότι θες!», φώναξα αισχρά, ελάχιστα πριν ο μπράβος σκαρφαλώσει στον καναπέ, τραβήξει το πρόσωπό μου προς το μέρος του και μπήξει το χοντρό καυλί του στο λαρύγγι μου, οδηγώντας με στα πρόθυρα της ασφυξίας, μ’ αποτέλεσμα να με πιάσει ένας επίμονος ξερόβηχας, ενώ σάλια ανάβλυζαν απ’ τα ρουθούνια μου!

Ωστόσο, η εξαχρείωσή μου ήταν τόσο προχωρημένη, που, παρά τον επικείμενο πνιγμό μου, ρούφαγα όσο πιο πολύ μπορούσα! Η νοσηρή φαντασία του Κίμωνα ήταν σε φόρμα, όπως αποδείχτηκε όταν πρώτα έβαλε το μπράβο να σηκώσει το Μηνά απ’ το καροτσάκι του και να τον ξαπλώσει ανάσκελα στο χαλί κι ύστερα καθοδήγησε εμένα να πέσω στα τέσσερα, έτσι που το κεφάλι του δόλιου του άντρα μου να βρεθεί ανάμεσα στα πόδια μου, με το πρόσωπό του ν’ αντικρίζει από κάτω τον κώλο μου.

-    «Ξέρεις τι θα κάνω τώρα Μηνάκο; Θα ξεκωλιάσω τη γυναικούλα σου μες στη μούρη σου!», ανακοίνωσε το κάθαρμα.

Γονάτισε από πίσω μου, παραμέρισε τα κωλομέρια μου με τις δαχτύλες του και κόλλησε απειλητικά τον ψώλαρό του στη σούφρα μου. Άκουσα τον άντρα μου ν’ αφήνει ένα βογκητό γνήσιου τρόμου. Δεν είναι μικρό πράμα ν’ αντικρίζεις από απόσταση αναπνοής το πελώριο πέος του βασανιστή σου να ετοιμάζεται να σκίσει τον κώλο της γυναίκας σου! Μολαταύτα, το πραγματικό μέγεθος της νοσηρότητας του σχεδίου του Κίμωνα δεν έγινε αντιληπτό, παρά μόνο όταν το κτήνος πέταξε σε μένα διαβολικά:

-    «Για να σου σκίσω την κωλάρα, θα πρέπει να μου το ζητήσει ο αντρούλης σου!»

Η εξωφρενικότητα της απαίτησης του σαδιστικού καθάρματος με σόκαρε. Εντούτοις, η ανάγκη μου για άγριο, αχαλίνωτο σεξ ήταν τόσο έντονη, που δεν είχα την πολυτέλεια να επιτρέψω στη διστακτικότητά μου να μου στερήσει αυτό που ποθούσα.

-    «Μηνά, πες του να μου σκίσει τον κώλο. Τώρα!», διέταξα το σύζυγό μου, σοκάροντας τον ίδιο μου τον εαυτό με το θράσος μου.

-    «Βρομερή πόρνη, έχεις χάσει τελείως το μυαλό σου; Πώς τολμάς να μου ζητάς κάτι τέτοιο;», άφρισε ο Μηνάς.

-    β«Μηνά, πες του να με ξεκωλιάσει! Αν δεν το κάνεις, θα σ’ αφήσω να σαπίσεις μες στη βρώμα σου. Χωρίς εμένα, δε μπορείς ούτε τα κορδόνια σου να δέσεις!», τον απείλησα στυγνά.

Η απειλή μου έπιασε τόπο, αφού εκείνος ψέλλισε λιπόψυχα:

-    «Σε παρακαλώ Κίμωνα, ξεκώλιασ’ τη γυναίκα μου!»

-    «Έφτασεεε!!!», είπε το καθίκι.

Τίναξε τη λεκάνη του προς τα μπρος με αστραπιαία ταχύτητα, μπήγοντας στον κώλο μου το μισό μακρινάρι του, σε πρώτη φάση, κι ύστερα το άλλο μισό, μ’ ένα απότομο τίναγμα ακόμη. Τα χείλη μου άφησαν ένα σπαραχτικό σκλήρισμα, ενώ ένας αηδιαστικός, φαιοκαφέ χείμαρρος ξεπηδούσε από την ξεχαρβαλωμένη κωλοτρυπίδα μου -ο Κίμων είχε ήδη αποσυρθεί, ξέροντας τι θα συνέβαινε- λούζοντας το Μηνά, ο οποίος έβγαλε ένα απαίσιο ουρλιαχτό κι άρχισε να ξερνοβολάει, ανακατεύοντας τη διάρροιά μου με τον εμετό του!

-    «Χο, τη σακάτεψα τη Σούλα, Μηνά! Από δω κι εμπρός θα χέζεται πάνω της!», κάγχασε κυνικά ο Κίμωνας, ενώ εγώ ωρυόμουν απ’ τον πόνο, αμολώντας συνάμα μια μακρόσυρτη ριπή από πορδές, αδυνατώντας να ελέγξω τις εντερικές μου λειτουργίες!

Όμως ακόμα κι εκείνη τη στιγμή της απόλυτης ξεφτίλας μου, και παρά το ορατό ενδεχόμενο να έχω υποστεί κάποια ανήκεστο σωματική βλάβη, η εξουσία που ασκούσαν πάνω μου οι αβυσσαλέες ορέξεις μου ήταν τόσο ισχυρή, που φώναξα αναίσχυντα:

-    «Άχου, ψωλαρά μου, μ’ έσφαξες τη ρουφιάνα! Πονάω αλλά μ’ αρέσει! Ξέσκισέ με! Βγάλε μου τα άντερα απ’ τον κώλο!»

-    «Όπως αγαπάς, καριόλικο», βρυχήθηκε ο Κίμων.  

Έχωσε μια δυνατή κλωτσιά στα παΐδια του δόλιου του Μηνά και τον έστειλε να κυλιστεί κάνα-δυο μέτρα πιο πέρα, εξοικονομώντας έτσι τον απαραίτητο χώρο, προκειμένου να έχει ελευθερία κινήσεων, κι έπιασε να μου ξεχαρβαλώνει τον κώλο με τέτοια λύσσα, που, με κάθε τίναγμα των λαγόνων του, με σήκωνε στον αέρα!

-    «Στέλιο, αγόρι μου, γιατί τον παίζεις… ξεροσφύρι; Έλα και βούλωσ’ της το στόμα με όσο της σκίζω τον πάτο! Σίγουρα θα της αρέσει της πουτανίτσας», παρότρυνε λίγο μετά το μπράβο κι εκείνος με τάισε με την ψωλή του, ώσπου να πεις κύμινο.

Για περίπου ένα τέταρτο έπλεα ξυλάρμενη στην άβυσσο της ακολασίας, ρουφώντας σα δαιμονισμένη το ατσαλωμένο μαρκούτσι και τα πρησμένα αρχίδια του Στέλιου και τινάζοντας πέρα - δώθε τα καπούλια μου από έξαψη, ενώ ο Κίμων μου ξεχαρβάλωνε μεθοδικά τον κώλο. Το μυαλό μου ήταν άδειο από σκέψεις κι είχα ξεχάσει τελείως την παρουσία του Μηνά.

Τη θυμήθηκα μόνο όταν ο Κίμων έβαλε το Στέλιο να σύρει τον άντρα μου σα σακί και να τον καθίσει στον καναπέ κι ύστερα έβαλε εμένα να ξαπλώσω πλάι του, με το πίσω μέρος του κεφαλιού μου ν’ ακουμπάει στην ποδιά του, συνθέτοντας μια εικόνα φαινομενικά τόσο αθώα και ρομαντική, που θα μπορούσε να ‘ναι πόζα για ζωγραφικό πίνακα.. ένα ερωτευμένο ζευγάρι που θαυμάζει το ηλιοβασίλεμα. Η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ πιο ζοφερή, όπως φάνηκε όταν ο Κίμωνας κι ο μπράβος έπιασαν να μαλακίζονται, για ‘να με χύσουν στη μάπα’, σύμφωνα με την ακριβή δήλωση του αρχιαποβράσματος.

Το στραμμένο προς το ταβάνι πρόσωπό μου ατένιζε υποχρεωτικά το πρόσωπο το άντρα μου, δίνοντάς μου την ευκαιρία να παρατηρήσω διεξοδικά τη σκαμμένη απ’ τη φρίκη μορφή του, καθώς περίμενε το επαχθέστατο φινάλε. Μολαταύτα, για πρώτη φορά δεν ένιωθα οίκτο ή ενοχές, έχοντας αρχίσει ν’ αναθεωρώ την άποψή μου για κείνον. Κρίνοντας την στάση του ψυχρά, η ουσία ήταν μία: ο Μηνάς ήταν δειλός, ασχέτως αναπηρίας! Γι’ αυτό αποδέχθηκε το ρόλο του παρατηρητή της εκπόρνευσής μου, γι’ αυτό απέφυγε να συγκρουστεί μαζί μου και γι’ αυτό κατέληξε να παρακαλεί τον Κίμωνα να με ξεκωλιάσει, όταν τον απείλησα ότι θα τον αφήσω.. επειδή, σα δειλός που ‘ταν, φοβήθηκε μην αναγκαστεί να ζήσει μόνος του.

Υπό αυτό το νέο πρίσμα, όλα τα κλάματα και οι φωνές του άρχισαν να μ’ εκνευρίζουν τόσο, που έπαψα ν’ ασχολούμαι μαζί του κι επικεντρώθηκα στους δυο ψωλαράδες, που ετοιμάζονταν να με φιλοδωρήσουν με τα χοντράδια τους! Δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Μέσα σ’ ένα λεπτό, πρώτα ο Κίμωνας και στο καπάκι ο Στέλιος, άρχισαν να λούζουν τη μούρη μου με ψωλόχυμα κι εγώ, γεμάτη… αγαλλίαση, τους βοηθούσα να με χύσουν παντού, κάνοντας το κεφάλι μου μια δεξιά-μια αριστερά, ενώ πνιγόμουν στην κυριολεξία στο κρεμώδες προϊόν των αντρικών αρχιδιών!

-    «Παιδιά, με κάνατε λούτσα!», έκρωξα πανευτυχής, κρατώντας με κόπο ανοιχτά τα ασβεστωμένα βλέφαρά μου, ενώ συνάμα πετάριζα τη γλώσσα μου πάνω στα ψωλοκέφαλα, παραμονεύοντας για σπέρμα.

Η σπουδή μου ανταμείφθηκε, όταν ο Κίμων σφίχτηκε λιγάκι κι αμόλησε απ’ την ουρήθρα του ένα ετεροχρονισμένο, αηδιαστικό, βλεννόμορφο κορδόνι, το οποίο άρπαξα με τις ρυπαρές χειλάρες μου και το καταβρόχθισα με βιάση, ενώ γούρλωνα τα μάτια μου με λαχτάρα, σα να ‘ταν εκλεκτός μεζές!

-    «Νιαμ, τι νόστιμο! Θέλω κι άλλο!», ομολόγησα μ’ απροσχημάτιστη αχρειότητα, ενώ γλειφόμουν πεινασμένη.

Ο Κίμωνας δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη.

-    «Υπάρχει μπόλικο στη μάπα σου! Πες στον αντρούλη σου να σε ταΐσει, μουνίτσα μου!», είπε το απόβρασμα πολύ φυσικά.

-    «Ωραία ιδέα! Έλα Μηνά! Μάζεψε τα χύσια και δώσε τα μου να τα φάω!», ανταπάντησα εγώ αδίστακτα. «Θες να σου ξαναθυμίσω τι θα γίνει, Μηνά, αν δεν υπακούσεις;», τον απείλησα μάλιστα όταν είδα ότι εκείνος δίσταζε.

Με τρεμάμενα δάχτυλα, ο Μηνάς έσπρωξε μες στο στόμα μου τη γλοιώδη κρέμα που κάλυπτε τη μάπα μου σα σοβάς. Κι εγώ τη ρούφηξα σα νέκταρ, πλαταγίζοντας τα χείλη μου απολαυστικά και γελώντας ενθουσιασμένη απ’ τα ‘κομπλιμέντα’ που μου έκαναν οι δυο λεχρίτες, αποκαλώντας με ψωλού, τσιμπουκλού και ξεκωλιάρα.

(Copyright protected OW ref: 24129)