Αποπληρώνω σε είδος τα χρέη του ανάπηρου άντρα μου (1ο μέρος)

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 5.00 (1 Vote)
Υπόθεση: Οι ατυχίες της ζωής έκαναν πάλι το θαύμα τους. Έτσι η Σούλα βρέθηκε έρμαιο στα χέρια των δανειστών του άνδρα της. Λέτε να μην της άρεσε;

Η ιστορία:

Κεφάλαιο 1

Με λένε Σούλα, απ’ το Αναστασία, κι είμαι 35 χρονών. Είμαι, κατά γενική ομολογία, γυναίκα που τραβά τις αντρικές ματιές, με σαρκώδη, αισθησιακά χείλη, καστανά, αμυγδαλωτά, εκφραστικά μάτια, μακριά, καστανά, κυματιστά μαλλιά και χυμώδες κορμί. Πριν εννιά χρόνια, γνώρισα το Μηνά. Ήταν όμορφος, πνευματώδης κι απ’ την πρώτη στιγμή υπήρξε μεταξύ μας μια αμοιβαία έλξη, η οποία οδήγησε αρχικά στη σύναψη σχέσης κι ένα χρόνο αργότερα στα σκαλιά της εκκλησίας.

Μετά το γάμο, μετακόμισα στην πολυτελή, παραλιακή μονοκατοικία του άντρα μου, ο οποίος, εκτός των εμφανών προσόντων του, ήταν και ματσωμένος, καθώς διατηρούσε δυο μαγαζιά ρούχων, ένα στη Γλυφάδα κι ένα στο κέντρο. Όλα ήταν τόσο ονειρικά, που ‘νιωθα σαν πρωταγωνίστρια σαπουνόπερας. Δυστυχώς όμως, έξι μονάχα μήνες μετά, το όνειρο έγινε ξαφνικά συντρίμμια. Ο Μηνάς γύριζε σπίτι απ’ τη δουλειά, όταν ένα μαλάκας έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, βγήκε στο αντίθετο ρεύμα κι έπεσε πάνω στ’ αυτοκίνητο του συζύγου μου, αφήνοντάς τον παράλυτο απ’ τη μέση και κάτω.

Από τότε η ζωή μας πήρε την κάτω βόλτα. Ο άντρας μου ποτέ δεν κατάφερε ν’ αποδεχθεί την αναπηρία του και κλείστηκε στον εαυτό του, διολισθαίνοντας μέρα με τη μέρα σε μια κατάσταση απόλυτης απραξίας. Έτσι, πέντε χρόνια μετά το γάμο μας, φτάσαμε στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, με τα παρατημένα στη μοίρα τους μαγαζιά μας να εμφανίζουν ζημίες χιλιάδων ευρώ. Μην έχοντας άλλη επιλογή, συνάψαμε ένα μεγάλο δάνειο με μια τράπεζα, υποθηκεύοντας όλη την ακίνητη περιουσία μας.

Αναπάντεχα, η τραγική θέση μας συνέφερε το Μηνά, ο οποίος, πάλεψε, ικέτευσε, φοβέρισε προμηθευτές και πιστωτές και πέτυχε να σταματήσει την πτωτική πορεία των μαγαζιών μας. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ένιωθα ανακούφιση, βλέποντας αφενός μεν την οικονομική καταστροφή μας να αποτρέπεται κι αφετέρου τον άντρα μου να ξανααποκτά τον έλεγχο της ζωής του.

Για δυο χρόνια, τα κουτσοβολεύαμε, ώσπου ενέσκηψε η οικονομική κρίση και μας πήρε ο… διάολος. Η πελατεία μας αραίωσε τόσο πολύ, που απλά αδυνατούσαμε να πληρώνουμε τις δόσεις του δανείου, φτάνοντας ένα βήμα πριν την κατάσχεση του σπιτιού και των μαγαζιών μας. Τότε ο Μηνάς, ως έσχατη λύση, κατέφυγε στον Κίμωνα, περιβόητο νονό της νύχτας και τοκογλύφο, παίρνοντας και δεύτερο δάνειο, ούτως ώστε ν’ αποπληρώνουμε τις δόσεις του πρώτου δανείου.. μύλος δηλαδή!

Όπως είναι φυσικό, μια τέτοια συνεργασία δε μπορούσε να κρύβει τίποτα καλό. Όταν παρήλθε η διορία που μας είχε δώσει ο Κίμων, έπιασε να πιέζει αφόρητα για να πάρει τα λεφτά του, εκτοξεύοντας ως κι απειλές κατά της σωματικής ακεραιότητάς μας. Ο φουκαράς ο Μηνάς κόντευε να τρελαθεί. Με αγωνιώδεις ικεσίες κι επικαλούμενος ακόμα και την αναπηρία του, κάτι που σιχαινόταν, κατάφερε να πάρει μια μικρή παράταση, η οποία όμως καθόλου δεν ωφέλησε την προσπάθειά του να βρει χρήματα.

Κεφάλαιο 2


Δυο μέρες μετά το πέρας της παράτασης, καθόμασταν κι οι δυο στο σαλόνι τρομοκρατημένοι και περιμέναμε την επίσκεψη του τοκογλύφου. Άξαφνα, χτύπησε το κουδούνι, το οποίο, μες στην απόλυτη σιωπή του σπιτιού μας, αντήχησε σαν καμπάνα. Ωστόσο, ούτε εγώ ούτε ο Μηνάς κάναμε καμιά κίνηση, με αποτέλεσμα του κουδούνι να ξαναχτυπήσει πιο επιτακτικά.

-    «Μηνά, ξέρω ότι είσαι μέσα! Άνοιξε τώρα αμέσως!», ακούστηκε να λέει απειλητικά μια βραχνή φωνή.

-    «Άνοιξε, καλή μου», μου είπε ο άντρας μου κι εγώ υπάκουσα.

Το αποτέλεσμα ήταν το σαλόνι μας να γεμίσει από τέσσερις άντρες, έναν χοντρό πενηντάρη, μ’ αραιά μαλλιά, παχύ μουστάκι και κακάσχημη φάτσα που θύμιζε γορίλα, που προφανώς ήταν ο Κίμωνας, συνοδευόμενο από τρεις γιγαντόσωμους νεαρούς, που προφανώς ήταν μπράβοι του.

-    «Λοιπόν, φίλε, πες μου αυτό που θέλω ν’ ακούσω.. έχεις τα λεφτά;» ρώτησε ο Κίμων τον άντρα μου δίχως περιστροφές.

-    «Να χαρείς Κίμωνα, δώσε μου ένα μήνα ακόμα», ικέτευσε ο Μηνάς με δουλοπρέπεια ξένη προς τον περήφανο χαρακτήρα του.

-    «Πάλι τα ίδια; Κανονικά, θα σου ‘σπαζα τα πόδια, αν δεν ήταν ήδη άχρηστα. Ωστόσο, τώρα που βλέπω τη γυναίκα σου, έχω την εξής ιδέα.. να με πληρώσεις σε... είδος!», είπε αινιγματικά ο Κίμων, ρίχνοντάς μου μια πεινασμένη ματιά που μου ‘κοψε τα ήπατα.

-    «Όχι, Κίμων, να χαρείς, η Σούλα δε φταίει σε τίποτα!», ικέτευσε ο Μηνάς, πιάνοντας το ούτως ή άλλως φανερό υπονοούμενο.

-    «Μην κουράζεσαι, Μηνά, το κέρατο δε θα το γλιτώσεις, ό,τι κι αν πεις! Το μωρό σου είναι μεγάλος… ‘μούνος’!»

Ο άντρας μου με κοίταξε κι άφησε ένα θρηνητικό βογκητό, καθώς διάβασε στο πρόσωπό μου την τρομάρα μου.

-    «Μη φοβάσαι, γλύκα! Έλα στο θείο», αστειεύτηκε ανάλγητα ο Κίμωνας.

Με τράβηξε κοντά του και σήκωσε τη φούστα μου.

-    «Τι έχουμε εδώ, λοιπόν. Χα, όπως το περίμενα! Έχεις φοβερή κωλάρα!», αναφώνησε και χάιδεψε χυδαία τους γλουτούς μου. «Δείξε μου κι άλλα, μάνα μου», είπε ξανά.

Ξέσκισε το πουκάμισό μου, ψάρεψε τα πλούσια στήθη μου μες απ’ το σουτιέν μου, τα πήρε στις χούφτες του, τα μάλαξε επίμονα και τσίμπησε δυνατά τις μεγάλες θηλές μου, ενώ εγώ ριγούσα από αηδία.

-    «Τι βύζοι! Τι κωλάρα! Είσαι σκέτη αμαρτία, καύλα μου! Τι να σου κάνει εσένα ο σακάτης; Εσύ χρειάζεσαι... ολόκληρο άντρα!», δήλωσε.

Με κάθισε στον καναπέ και πέταξε έξω, με συνοπτικές διαδικασίες, ένα αληθινά τεράστιο, ντούρο πέος, αυλακωμένο με βαριές φλέβες, πλαισιωμένο από ένα αφύσικα πλατύ ψωλοκέφαλο, σα γιγάντιο μανιτάρι, και δυο πελώρια, τριχωτά αρχίδια.

-    «Φίλα μου τον πούτσο, καριολίτσα», με πρόσταξε αυταρχικά το απόβρασμα.

Στη θέα των υπερτροφικών γεννητικών οργάνων του, η πολύχρονη σεξουαλική μου στέρηση με κατέκλυσε σαν τσουνάμι. Από τότε που ο Μηνάς είχε καθηλωθεί στο αμαξίδιό του, δε μ’ είχε αγγίξει ούτε μια φορά, αναγκάζοντάς με ν’ αυτοϊκανοποιούμαι. Άλλο όμως το δάχτυλο, κι άλλο αυτό το ζωντανό, γαϊδουρινό… μαραφέτι σε απόσταση αναπνοής απ’ το πρόσωπό μου!

Χωρίς να το θέλω, ένιωσα το μουνί μου να μουσκεύει κι όλο το κορμί μου να δονείται από έναν ακατανίκητο πόθο γι’ αυτό το ζουμερό κι επιβλητικό κομμάτι κρέας. Ασυναίσθητα, κόλλησα τα χείλη μου στην κορυφή του πέους του Κίμωνα και τη φίλησα, όχι μόνο μια φορά αλλά πολλές, κι όχι δειλά ή απρόθυμα αλλά τολμηρά, ρουφηχτά και πεινασμένα!

-    «Συγχώρησέ με, αγάπη μου, συγχώρησέ με…», άκουσα μια φωνή γεμάτη σπαραγμό.

Με την άκρη του ματιού μου είδα την πελιδνή απ’ τη φρίκη μορφή του Μηνά, ο οποίος έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι φιλούσα τον ψώλαρο του Κίμωνα από... ανάγκη. Εντούτοις, κατάλαβε τη φριχτή αλήθεια, όταν είδε τον Κίμωνα να πισωπατά ύπουλα, εμένα να τον ακινητοποιώ, χουφτώνοντας τα χοντρά, μαλλιαρά κωλομέρια του, να τεντώνω το λαιμό μου και ν’ αρπάζω ξανά τη βάλανό του με τα χείλη μου.

-    «Το μωρό σου έχει... καύλες», πέταξε το κτήνος στον άντρα μου, ενώ εγώ μπουκωνόμουν με το παλούκι του μέχρις ασφυξίας! «Κοιτάξτε πως ρουφάει τον πούτσο μου η ρουφιάνα, παιδιά! Κοντεύει να πνιγεί!», είπε κατόπιν στους μπράβους του.

Με την άκρη του ματιού μου, ξανακοίταξα το Μηνά κι η ψυχή μου μαύρισε απ’ τις τύψεις, βλέποντάς τον να κλαίει με λυγμούς.

-    «Ωχ, αυτό είναι, πουτανάκι! Σφίξε την ψώλα με τα χειλάκια σου! Βύζαξέ μου και το ψωλοκέφαλο… έτσι μπράβο!», είπε ο παλιάνθρωπος και οι λυγμοί του δύσμοιρου άντρα μου έγιναν σπαραχτικοί. «Η γυναίκα σου κάνει φοβερή πίπα, Μηνά! Μα, εσύ κλαις! Γιατί; Τι περίμενες; να σου είναι αιώνια πιστή; Και τόσο που άντεξε πλάι σ’ ένα σακάτη θαύμα είναι!», είπε το κάθαρμα, στριφογυρίζοντας σαδιστικά το μαχαίρι στην πληγή του συζύγου μου.

Μια τέτοια κατάφωρη επίδειξη μοχθηρότητας κανονικά θα ‘πρεπε να με φέρει στα συγκαλά μου. Ωστόσο, τόσο ανεξέλεγκτη ήταν η πείνα μου για το μαρκούτσι του ανελέητου αποβράσματος, που δεν είχα τη δύναμη να πάψω να το ρουφάω!

-    «Σ’ αρέσει η πούτσα μου, μωρή; Πες το! θέλω να τ’ ακούσω!», είπε ο Κίμων λίγο μετά, ενώ εγώ μούλιαζα γλυκά τα αρχίδια του!

-    «Αχ ναι, μ’ αρέσει! Πάντα ονειρευόμουν μια τέτοια ψωλάρα!», μούγκρισα χωρίς να το σκεφτώ, κι έστρεψα κατόπιν ανήσυχη τη ματιά μου στο Μηνά, σιχτιρίζοντας νοερά τον εαυτό μου για την ενστικτώδη, αισχρή ομολογία μου.

Η αλλαγή στη στάση του άντρα μου με τρομοκράτησε. Ενώ δηλαδή ως εκείνη τη στιγμή έκλαιγε, πάλευε κι αντιστεκόταν, όσο του επέτρεπε η κατάστασή του, μετά τα ξεδιάντροπα λόγια μου, είδα την έκφραση του προσώπου του να παγώνει και τα μάτια του να γίνονται απλανή, λες και περιέπεσε σε μια νιρβάνα τέλειας αποβλάκωσης. Ήθελα να πάω κοντά του και να του ζητήσω συγνώμη γονατιστή, αλλά ο Κίμων είχε άλλα σχέδια.. μ’ έστρωσε χάμω ανάσκελα, έσκισε το βρακάκι μου, άνοιξε τα πόδια μου, γονάτισε ανάμεσά τους κι έμπηξε σχεδόν μονοκόμματα τον τεράστιο πούτσο του στο φύλο μου ως τη ρίζα, πυροδοτώντας έτσι τον πιο έντονο οργασμό που ‘χα ποτέ, ο οποίος μ’ έκανε να ουρλιάξω από ευχαρίστηση!

Από κείνο το σημείο και μετά, ήταν σα να ‘σπασαν μέσα μου κάποια αόρατα δεσμά και ξέχασα όλες τις αναστολές μου.. αγκάλιασα το γαμιά μου, ο οποίος ταλαντευόταν μπρος - πίσω, παλουκώνοντας αδυσώπητα το μουνί μου ξανά και ξανά και φώναξα ανερμάτιστα, ενώ ένας δεύτερος οργασμός, εξίσου συγκλονιστικός με τον πρώτο, με ανέβαζε στον έβδομο ουρανό:

-    «Αχ, Θεέ μου, επιτέλους! Αυτό είναι γαμήσι! Πόσο μου ‘χε λείψει! Έλα, Κίμων, πιο γρήγορα! Σκίσε με!»

Έπειτα σκέφτηκα ένοχα ότι ακόμα και πριν το ατύχημα, ο Μηνάς ποτέ δε μου ‘χε χαρίσει τέτοια ηδονή με το πουλάκι του, που ‘ταν το… μισό απ’ τον ψώλαρο του Κίμωνα!  Κρυφοκοίταξα τον άντρα μου με μια δόση οίκτου. Παραδόξως, το εφιαλτικό θέαμα που παρουσίαζε η άνευ όρων παράδοση της πολυαγαπημένης γυναίκας του στις ακόλαστες ορέξεις του κτηνώδους βασανιστή του, δεν τον είχε βγάλει απ’ το τρανς της απάθειας. Κι αυτό δε συνέβη ούτε όταν ο Κίμωνας κάλεσε και τους μπράβους του να ‘βουτήξουν στο βάζο με το μέλι’, κι ο ένας με πίπωσε με το παπάρι του, ενώ οι άλλοι δύο με βάλανε να τους βαρέσω μαλακία!

Για μισή ώρα τα γομάρια γλεντούσαν το μουνί και το στόμα μου εκ περιτροπής, κι εγώ ζητούσα συνέχεια κι άλλο, έχοντας χάσει κάθε ίχνος αυτοελέγχου, ενώ την ψυχή μου κατάκαιγε μια αφόρητη ανάγκη να κάνω και να γευτώ τα πάντα.

-    «Θέλω να μου γαμήσεις τον κώλο, Κίμωνα! Το αξίζω, μετά από τόσα χρόνια χωρίς πούτσο!» απαίτησα ωμά, αναρωτώμενη παράλληλα αν ήμουν όντως εγώ το αναίσχυντο πλάσμα που ξεστόμιζε τέτοια χυδαία λόγια.

Η ειδεχθής απαίτησή μου επανενεργοποίησε τον εγκέφαλο του Μηνά, ο οποίος άρχισε πάλι να κλαίει και να τρίζει τα δόντια του μ’ ανήμπορη λύσσα, σ’ αντίθεση με τα τέσσερα κτήνη, που την υποδέχτηκαν μ’ ενθουσιώδεις κραυγές. Μ’ ένα χαμόγελο ως τα αυτιά, ο Κίμων μ’ έβαλε να πέσω στα τέσσερα, με τον κώλο τέλεια τουρλωμένο και στραμμένο προς το φουκαρά άντρα μου.

-    «Για πάρτη σου δουλεύω, Μηνάκο! Δε γαμάς που δε γαμάς, βλέπε τουλάχιστον! Είδες τι φίλος είμαι;», τον χλεύασε.

Με πλησίασε από πίσω, χαμήλωσε λυγίζοντας τα γόνατά του, ώσπου ευθυγράμμισε τα γεννητικά του όργανα με τα οπίσθιά μου, τα άνοιξε διάπλατα με τις δαχτύλες του, κόλλησε το μακρινάρι του στη σούφρα μου κι άρχισε να σπρώχνει με φανατισμό. Ένα απόκοσμο ουρλιαχτό απαράμιλλου πόνου ξέφυγε απ’ τα χείλια μου, καθώς το εξωπραγματικά πελώριο ψωλοκέφαλο παραβίαζε την ανέγγιχτη ως τότε τρύπα μου, εξαντλώντας τα όρια της ελαστικότητάς της. Παρ’ όλα αυτά, το άκαρδο κάθαρμα συνέχισε να καμακώνει απτόητο τον κώλο μου με τον ψώλαρό του σαδιστικά, εκατοστό προς εκατοστό, ώσπου έπιασε… πάτο!

-    «Την ξεκώλιασα τη γυναικούλα σου, Μηνά! Είδες πως ρούφηξε η κωλοτρυπίδα της τον πούτσο μου, ρε;», πρόγκηξε ανελέητα το σύζυγό μου, τον οποίον έπιασε ένας παροξυσμός βήχα, που κράτησε για κάνα λεπτό.

-    «Γιατί δε λες τίποτα, Σούλα; Τι έχεις πάθει; Γιατί τον αφήνεις να σε ξεφτιλίζει έτσι;», με ρώτησε η φτωχή μου αγάπη όταν συνήρθε.

Δεν του απάντησα, για να μην τον καταρρακώσω ακόμα πιο πολύ. Τι να του πω, δηλαδή; Πόσο μου άρεσε αυτό που γινόταν; Ακόμα και το σούβλισμα του σφιγκτήρα μου, έστελνε απανωτές ηλεκτρικές εκκενώσεις στο μουνί μου που το έκαναν να χύνει ασύστολα! Ο Κίμων όμως δεν είχε τις δικές μου ευαισθησίες.

-    «Γιατί μ’ αφήνει; Γιατί γουστάρει, ρε μπαγλαμά! Η Σουλίτσα σου είναι μεγάλη ξεκωλιάρα! Σ’ αρέσει να την τρως στον κώλο, έτσι δεν είναι, κουφάλα;», με ρώτησε προβοκατόρικα.

-    «Αχ, ναι, Κίμων! Η ψωλάρα σου στον κώλο μου με ξετρελαίνει! Ξεκώλιασέ με!», άκουσα τον εαυτό μου σαν σε όνειρο ν’ απαντά.

-    «Τα ‘δες, Μηνάκο; Άλλη φορά να μ’ ακούς. Έχω πείρα σε τέτοια θέματα», ρουθούνισε το γουρούνι θριαμβευτικά.

Με γράπωσε απ’ τη μέση κι έπιασε να ταλανίζει τη λεκάνη του όλο και πιο γρήγορα, καρφώνοντας ολόκληρη την τερατώδη πουτσάρα του στα βάθη του κώλου μου με ασύλληπτη βιαιότητα, ενώ εγώ, με το πρόσωπό μου χωμένο στο χαλί, πάλευα να πνίξω τις αγωνιώδεις στριγκλιές μου, που ‘κρυβαν πόνο και ηδονή μαζί, καθώς έχυνα σα βρύση, παρ’ ότι ένιωθα να με σκίζουν κυριολεκτικά στα δύο.

-    «Βγάλ’ τη μούρη σου απ’ το χαλί, μωρή γαμιόλα! Με φτιάχνει να σ’ ακούω να ουρλιάζεις! Και τούρλωσε κι άλλο την πατούρα σου!», με πρόσταξε το κάθαρμα.

Εγώ, όχι μόνο υπάκουσα αγόγγυστα, αλλά προσάρμοσα τις χούφτες μου στα κωλομέρια μου και τα άνοιξα όσο δεν παίρνει, προκειμένου να τον βοηθήσω να φτάσει όσο πιο βαθιά γινόταν μες στον ξεσκισμένο κώλο μου! Κάνα τέταρτο μετά, ο Κίμων παραχώρησε τη θέση του στους μπράβους του, οι οποίοι, ο ένας μετά τον άλλον, ολοκλήρωσαν το έργο της διαπλάτυνσης του κατακρεουργημένου μου σφιγκτήρα με υπέρμετρο ενθουσιασμό! Κι αφού χόρτασαν κι αυτοί να με κωλοξεσκίζουν, το αφεντικό τους με πλησίασε ξανά από πίσω, παραμέρισε τα οπίσθιά μου και σφύριξε θαυμαστικά.

-    «Διάολε, κοίτα δω, Μηνά! Ειλικρινά τώρα, έχεις ξαναδεί τόσο ξεχειλωμένη κωλοτρυπίδα;», τσίγκλησε με αδόκητη ιλαρή διάθεση τον άντρα μου, τον οποίον άκουσα να ρουφά άπληστα οξυγόνο, σα να δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει.

Αυτομάτως έστρεψα το κεφάλι μου προς τα πίσω και τον κοίταξα. Ποτέ δε θα ξεχάσω την έκφραση ανείπωτης φρίκης που ‘χε απολιθωθεί πάνω στη μορφή του. Εντούτοις, κατάφερε να διατηρήσει την αυτοκυριαρχία του, ώσπου άκουσε τον Κίμωνα να με προστάζει να γονατίσω μπροστά του, να ρίξω το κεφάλι προς τα πίσω και ν’ ανοίξω το στόμα μου, για να το γεμίσει με ψωλόχυμα.

-    «Σε θερμοπαρακαλώ, Σούλα, μην το κάνεις!», ψέλλισε ο Μηνάς έντρομος, απ’ τη ζοφερή προοπτική που ανοιγόταν μπρος του.

Ποτέ δεν είχα κάνει κάτι τέτοιο, ούτε καν στον άντρα μου τότε που ‘μουν ξετρελαμένη μαζί του, παρ’ ότι μου το ‘χε ζητήσει κάνα - δυο φορές, αηδιάζοντας και μόνο στο σκέψη. Τώρα όμως, τελείως παράλογα, ένιωσα μια αβάσταχτη δίψα για τους χυμούς του γοριλλόμορφου επιβήτορά μου, έτσι εκτέλεσα την εντολή του πειθήνια, απελπίζοντας το σύζυγό μου τόσο πολύ, που σφάλισε τα μάτια του κι έκλεισε τα αυτιά του με τα χέρια του, προστατεύοντας έτσι τον εαυτό του απ’ τον επερχόμενο εφιάλτη. Η απόγνωσή του, ωστόσο, δεν άγγιξε στο ελάχιστο τον Κίμωνα, ο οποίος τον πλησίασε και του άστραψε μια γερή κατραπακιά.

-    «Τι στο διάολο, κάνεις, γαμημένε σακάτη; Άνοιξε τα μάτια και τα αυτιά σου, γιατί θα σε σαπίσω στο ξύλο. Θέλω να βλέπεις και ν’ ακούς τα πάντα. Έτσι θα μάθεις να τηρείς τις υποσχέσεις που μου δίνεις», απαίτησε το κάθαρμα.

Ο δύσμοιρος ο Μηνάς έσπευσε να συμμορφωθεί, με τις οδοντοστοιχίες του να κροταλίζουν από ανήμπορη αγανάκτηση, ενώ ο Κίμων μαλάκιζε φρενιασμένα τον πούτσο του με το ‘να χέρι και κρατούσε το κεφάλι μου σταθερό με τ’ άλλο.

-    «Αγάντα, βρωμόμουνο, σου ‘ρχονται! Ναι, χύνωωω!», κραύγασε, ενώ η ουρήθρα του αμολούσε αλλεπάλληλες ριπές πηχτής βλέννας, που, όλες ανεξαιρέτως, κατέληγαν μες στο ορθάνοιχτο στόμα μου.

Στο τέλος μάλιστα, για να σιγουρευτεί ότι η ψωλή του είχε στραγγίξει τελείως, την τίναξε πάνω στα χείλη μου επιμελώς! Και σα να μην έφτανε αυτό, ύστερα πήραν σειρά κι οι τρεις μπράβοι, αυξάνοντας το απόθεμα της δεξαμενής σπέρματος, που ‘χε καταντήσει το στόμα μου, σε σημείο υπερχείλισης σχεδόν!

-    «Και τώρα φα’ τα, μωρή ρουφιάνα! Φάε όλο το ψωλοζούμι. Το ξέρεις ότι το θέλεις», γάβγισε ο Κίμων, κοιτάζοντάς με άγρια.

-    «Θεέ μου, όχι! Όχι αυτό!», ούρλιαξε ο Μηνάς, στρεφόμενος εκεί που στρέφονται όλοι σε στιγμές υπέρτατης απελπισίας, συναισθανόμενος, ωστόσο, το μάταιο της επίκλησής του, γιατί σχεδόν αμέσως αναλύθηκε σε άφθονα, γοερά δάκρυα.

Ειλικρινά τον λυπήθηκε η ψυχή μου, εντούτοις, οι αναζωπυρωμένες, μετά από πολυετή λήθαργο, ορμές μου υπερίσχυσαν του οίκτου μου. Η αψιά γεύση των υγρών προϊόντων της αντρικής σεξουαλικής κορύφωσης, που πρώτη φορά δοκίμαζα, μ’ άρεσε τόσο πολύ, που κατάπια το αποθηκευμένο μες στο στόμα μου ψωλόχυμα με μια λιμασμένη, εκκωφαντική γουλιά, αφήνοντας μάλιστα κατόπιν ενστικτωδώς κι ένα στεντόρειο, παρατεταμένο μουγκρητό, αδιάψευστο μάρτυρα της ευδαιμονίας μου! Και τότε ακριβώς ήταν που ο Μηνάς άρχισε ν’ αδειάζει τα σωθικά του, χωρίς να πάψει δευτερόλεπτο να κλαίει με πικρό παράπονο.
Συνεχίζεται...

(Copyright protected OW ref: 23131)