Το έκανε για τα χρήματα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Όταν η γυναίκα του Νίκου μαθαίνει ότι ο φίλος του άντρα της κέρδισε ένα τεράστιο ποσό σε ένα τυχερό παιχνίδι, ξαφνικά άρχισε να δείχνει ότι τον συμπαθεί με απώτερο σκοπό να το φάει χρήματα. Ένα βράδυ που έλειπε ο Νίκος, η γυναίκα του αποφάσισε να την πέσει στον φίλο του. Συμβαίνει όμως ένα απρόοπτο… ο Νίκος επιστρέφει ξαφνικά και τους πιάνει στα πράσα!


Η ιστορία:

Η γυναίκα μου αποδείχτηκε πολύ πουτάνα γιατί αυτά τα τέσσερα χρόνια γάμου δεν συμπαθούσε καθόλου τον κουμπάρο μας και πολλές φορές μου έκανε παράπονα για τις συχνές επισκέψεις του. Αλλά ήταν φίλος μου, δεν σήκωνα κουβέντα. Δηλαδή ήταν τόσο κακό που ερχόταν σπίτι μας αυτός μια δυο φορές το μήνα και παίζαμε χαρτιά;

Όμως τους τελευταίους δυο μήνες συνέβη κάτι αναπάντεχο. Ο κουμπάρος μας κέρδισε ένα τεράστιο πόσο σε τυχερό παιχνίδι , γύρω στο ένα εκατομμύριο ευρώ, και από τότε η γυναίκα μου άλλαξε τελείως συμπεριφορά απέναντι του. Όλο γλυκόλογα και όταν έρχεται σπίτι μας, εκεί που παλιά την παρακαλούσα να μας φτιάξει κανένα μεζεδάκι καμιά φορά, τώρα συνέχεια όταν έρχεται, έχει πάντα έτοιμα τα κεράσματα και τα γλυκά και γενικά όλο περιποιήσεις είναι. Με το σεις και με το σας του μιλάει. Ενώ πριν κερδίσει, όλο μου έλεγε κρυφά όταν ερχόταν:

-    «Πότε θα φύγει ο ο χοντροπατάτας;»

Και γενικά δεν τον χώνευε καθόλου. Μανιαμούνια τον έλεγε και κεφτέ όταν δεν ήταν μπροστά και όταν ήταν, τυπική και σχεδόν ψυχρή. Όταν άλλαξε η συμπεριφορά της απέναντι του πίστεψα πως συμμορφώθηκε και κατάλαβε πως είναι καλός άνθρωπος. Πού να φανταστώ τι σκεφτόταν; Η αλήθεια είναι πως η γυναίκα μου δεν ήταν και ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου. Ήταν και λίγο ψηλομύτα και την ενδιέφεραν αρκετά οι ανέσεις και τα υλικά αγαθά.

Δεν την παντρεύτηκα για τον χαρακτήρα της αλλά για την κορμάρα της για την ομορφιά της. Ήταν κούκλα. Ψηλή σχετικά για γυναίκα και είχε υπέροχο άσπρο δέρμα, μακριά ίσια καστανά μαλλιά, μεγάλες βυζάρες ειδικά για το αδύνατο και καλλίγραμμο κορμί της (δούλευε γυμνάστρια για δυο χρόνια σε γυμναστήριο).

Αυτό που με τρέλαινε περισσότερο σε αυτήν εκτός από το στήθος της ήταν περισσότερο η κωλάρα της σε συνδυασμό με τη λεπτή της μέση που την έκαναν μεγάλη καύλα. Τα αντρικά βλέμματα δεν ξεκολλούσαν από πάνω της και στην παραλία όταν πηγαίναμε τα καλοκαίρια πολύ ήταν αυτοί που της ζητούσαν μπροστά μου άλλοι αναπτήρα, άλλοι αντηλιακό κλπ. Αλλά την πρόσεχα, δεν την άφηνα μόνη εύκολα. Πού να φανταστώ αυτό που θα ακολουθούσε και με ποιον;

Μια μέρα ήρθε σπίτι μας ο κουμπάρος πριν πέντε μέρες και βλέπαμε μπάλα και η γυναίκα μου μέσα στη γλύκα και χωρίς να πω λέξη έφτιαξε μεζεδάκια στο πι και φι και μας έφερε και μπίρες. Εγώ είχα παρατηρήσει εδώ και χρόνια σχεδόν από τότε που παντρευτήκαμε πως πολλές φορές ο κουμπάρος κοιτούσε τη γυναίκα μου όταν φορούσε ρούχα που αναδείκνυαν το σώμα της.

Εκείνη την ημέρα φορούσε μπλούζα με τιράντα και λίγο ανοιχτό ντεκολτέ και ένα εφαρμοστό παντελόνι που κολλούσε πάνω στο δέρμα και κατάλαβα πως μερικές φορές την κοίταξε στα βυζιά και στον κώλο διακριτικά. Δεν τον παρεξηγούσα όμως ήξερα πως με όλες τις γυναίκες το ίδιο κάνει αλλά δεν προχωράει με παντρεμένες. Έτσι κι αλλιώς δε θα ζήλευα ποτέ έναν άντρα που για να πηδήξει πήγαινε σε μπουρδέλα γιατί δύσκολα έβρισκε αλλιώς. Ήταν 1. 68 και 80 κάτι κιλά. Έτσι, λόγω της εξωτερικής εμφάνισης δυσκολευόταν να βρει γυναίκα, οπότε έλεγα ας πάρει λίγο μάτι, δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς η παλάμη του θα την πλήρωνε ή καμιά πουτάνα σε κανένα μπουρδέλο.

Λοιπόν, όσο βλέπαμε τον αγώνα χτύπησε το τηλέφωνο μου, ήταν απ’ τη δουλειά. Έπρεπε να πάω στο διπλανό χωριό που απείχε τριάντα λεπτά με το αμάξι και ετοιμάστηκα να φύγω αλλά επειδή ο αγώνας είχε ένα ημίχρονο σχεδόν ακόμα, είπα στον κουμπάρο να μείνει να τον δει, όχι επειδή φεύγω εγώ να φύγει κι αυτός άρον, άρον, δεν είναι σωστό. Τότε εκείνος είπε να φύγει μιας και δεν θέλει να ενοχλεί επειδή η γυναίκα μου έχει δουλειές αλλά η γυναίκα μου συμφώνησε να μείνει μιας και δεν την ενοχλεί και ότι είναι δικός μας άνθρωπος.

Έτσι έφυγα χωρίς τύψεις αφού ο κουμπάρος έμεινε για τον αγώνα και ήξερα πως δεν κινδύνευα γιατί η γυναίκα μου δεν ήταν απ’ αυτές που ρίχνουν κέρατο στους άντρες και ούτε που μου περνούσε απ’ το μυαλό κάτι κακό, μιας και η γυναίκα μου μέχρι πριν λίγο καιρό δεν τον χώνευε καθόλου. Άσε που δεν ήταν καθόλου εμφανίσιμος.

Τελικά μόλις έφτασα στο χωριό με ειδοποίησαν οι ηλίθιοι να γυρίσω πίσω γιατί ακυρώθηκε η δουλειά για κάποιο λόγο έτσι σε λιγότερο από μια ώρα θα έφτανα σπίτι. Για λίγο θα έχανα το τέλος του αγώνα, εκεί που θα ξημέρωνα στο χωριό όπως είχα πει στον κουμπάρο, αλλά σκέφτηκα να τον πάρω πριν φτάσω για να τον προλάβω σπίτι μου να του πω να μη φύγει να παίξουμε κανένα χαρτάκι η τάβλι μιας και θα γυρνούσα τόσο νωρίς, αλλά είδα πως έχω λίγη μπαταρία και λέω άστο καλύτερα μη μείνω από μπαταρία.

Μόλις έφτασα με το που μπήκα στο διαμέρισμα είδα πως κανείς δεν ήταν στο σαλόνι και η τηλεόραση κλειστή. Τότε ακούω ένα «Αουτς!» δυνατό. Τρόμαξα. Πλησίασα μέσα στο σπίτι και τότε άκουσα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα της κρεβατοκάμαρας δυνατά βογκητά. Γρήγορα μπήκα στο νόημα αλλά δεν περίμενα όταν πλησίασα αθόρυβα να δω τον κουμπάρο να είναι αυτός που θα μου πηδάει τη γυναίκα και μάλιστα τόσο σκληρά και βίαια από πίσω με μανία. Της έσφιγγε με τις παλάμες του τα κωλομέρια της και πότε, πότε έπαιζε με τις βυζάρες της. Αυτή έλεγε:

-    «Αααααχχχχχχ… έτσι… Σκίσε με! Αχχχχχχ! Μη σταματάς ρε μαλάκα!

Αυτός συνέχιζε δυνατά να μπαινοβγαίνει μέσα της. Τότε της είπε:

-    «Αχ πουτάνα μου, πάρ’ τον όλον μέσα. Τι τσουλάρα είσαι εσύ καυλιάρα μου. Πάρ’ τον, πάρ’ τον ψώλο μου βαθιά!»

-    «Αχ πουτσαρά μου, έτσι, έτσι, έτσι, έτσι, έτσι. Ααααχχχχχχχχ… σσσσσσς… Ααααααααααααααααχχχχχχχχχχχχχχχχχ!»

Μετά απ’ αυτό ακολούθησε ένας πολύ δυνατός οργασμός της γυναίκας μου, αφού τρόμαξα και σκέφτηκα: «Πάει, την μάτωσε!» αλλά μετά απ’ αυτό συνέχισαν. Δεν άντεχα να βλέπω άλλο αλλά περίμενα να δω που θα φτάσουν. Συνέχιζαν να πηδιούνται. Άλλαξαν και στάση. Την πηδούσε ανάσκελα κλασικά και της φιλούσε τα βυζιά και τα έγλειφε σαν τρελός. Αυτή η στάση δεν τους βόλεψε πολύ γιατί αυτός ήταν βαρύς και την κούραζε από πάνω της για ώρα. Αυτή προσφέρθηκε να ανεβεί από πάνω αλλά αυτός αρνήθηκε, το έπαιζε σατράπης και της είπε:

-    «Στήσου πάλι στα τέσσερα μωρή καριόλα!»

-    «Μάλιστα Αφέντη!», του είπε αυτή με πολύ ναζιάρικο τρόπο, σαν να το ήθελε.

Το σκληρό πήδημα ξανάρχισε με αυτόν να χύνει μέσα της μόλις της τον έβαλε και αυτή να του λέει:

-    «Καλός ο πούτσος σου αλλά να είχες και καμιά καπότα γιατί όπως πας θα με γκαστρώσεις!», έλεγε με δυσκολία με τρεμάμενη και λαχανιασμένοι φωνή η γυναίκα μου.

Αυτός συνέχισε. Χωρίς να καθυστερεί άρχισε πάλι να μπαινοβγαίνει γρήγορα μέσα της. Κινούνταν πολύ γρήγορα. Που να μην ήταν και χοντρός! Την έσκιζε.

-    «Αχχ… θΑ σε γεμίσω με χύσια παντού! Θα γίνεις το πουτανάκι μου!»

-    «Ναι, ναι, ναι! αχ, αχ…. Είμαι το πουτανάκι σου γαμιά μου. Αχ, ναι, ναι! Με τελειώνεις. Αχ, με… Αχ, αχ, αχ, αχ… Πετάω, πετάω! Ναι! Αχχχχχχ! Με τελειώνεις! Αααααααααχχ!! !»

Μετά απ’ αυτό κατάλαβα πως η γυναίκα μου πάλι ολοκλήρωσε μάλλον. Το γαμήσι συνεχίστηκε για σχεδόν μια ώρα ακόμα με τη γυναίκα μου κάπου στα μισά να στραβώνει με τον κουμπάρο και τότε κατάλαβα γιατί του έκατσε. Κάποια στιγμή σταμάτησε να της το χώνει από πίσω στο μουνί και άρχισε να χύνει στα βυζιά της και να του λέει:

-    «Χύσε με ψωλαρά μου! Γέμισε με, με χύσια!»

Μετά έκατσαν ένα δυο λεπτά και της έλεγε πρόστυχα κομπλιμέντα και εκείνη γελούσε και του είπε:

-    «Πάντως ήσουν το κάτι άλλο το κατά ευχαριστήθηκα. Αλλά δεν περίμενα ποτέ, συγνώμη κιόλας, αλλά δεν φανταζόμουν ότι είσαι τόσο προικισμένος!», και έδειξε με το χέρι της πως την είχε μέχρι τον αγκώνα της και γέλασε σαν πουτάνα.

Τότε της λέει:

-    «Μη νομίζεις ότι ξεμπέρδεψες, έχουμε κι άλλο γύρο…»

-    «Δεν το πιστεύω ότι δεν χόρτασες ακόμα! Εντάξει αλλά δεν θα αργήσουμε. Μέχρι να χύσεις μια φορά γιατί κουράστηκα τόση ώρα».

Τότε της είπε:

-    «Στήσου πάλι στα τέσσερα και τώρα. Θα σε πάρω από το κωλαράκι».

Τότε η δικιά μου στράβωσε.

-    «Α όχι, όχι και έτσι. Είπαμε να διασκεδάσουμε αλλά όχι και να με πονέσεις κιόλας!»

-    «Δε θα σε πονέσω μουνάρα μου, θα στον βάλω σιγά - σιγά. Θα σου βάλω και βαζελίνη!»

-    «Πώς δε θα με πονέσεις; Αφού τον έχεις πολύ μεγάλο! Θα λιποθυμήσω απ’ τον πόνο αν τον βάλεις όλο μέσα στον κώλο!»

Τότε της λέει:

-    «Κοίτα, αν δεν με αφήσεις να σε πάρω από κώλο δεν θα πάρεις ούτε ευρώ. Κατάλαβες; Το δώρο θα στο κάνω αν με ικανοποιήσεις απόλυτα. Άλλωστε τέτοια κωλάρα δεν πρέπει να μένει αγάμητη. Τούρλωσε την να στην γαμήσω λίγο και μετά θα πάρεις το δωράκι σου, στο λόγο μου. Δεν θα στον βάλω όλον, μη φοβάσαι. Φέρε μου λίγη βαζελίνη και θα σε κάνω να καυλώσεις πάλι τρελά!»

Αυτή με λίγο δισταγμό είπε οκ και πήγε απ’ το συρτάρι του κομοδίνου κι έβγαλε τη nivea που είχε. Ευτυχώς δεν με είδε όταν πήγε στο συρτάρι. Αυτός έτριψε τον πούτσο του πάνω στο σουτιέν της που της το είχε σκίσει εδώ και πολύ ώρα και της είπε να βγάλει και το κόκκινο στρινγκάκι της γιατί αλλιώς θα το σκίσει κι αυτό, και το έβγαλε. Στήθηκε στα τέσσερα και περίμενε με το κωλαράκι τουρλωμένο. Αφού κι εγώ που έπαθα σοκ με όλα αυτά μου σηκώθηκε με αυτό το θέαμα. Μετά τίναξε τα μαλλιά της προς τα πίσω και του είπε:

-    «Σιγά - σιγά ε; Μη με πονέσεις».

-    «Καλά», της είπε και αφού έβαλε niveα στην κωλοτρυπίδα, τον κάρφωσε με μανία σχεδόν όλον.

Τότε φώναξε:

-    «Αχ! Πρόσεχε ρε μαλάκα, πονάει! Όχι τόσο βαθιά».

Μετά ήταν πιο προσεκτικός και σιγά - σιγά μπαινόβγαινε μέσα της και ανέβαζε το ρυθμό λίγο - λίγο και η γυναίκα μου άρχισε να καυλώνει. Μετά από λίγο και αναστέναζε σαν πουτάνα πάλι.

-    «Τι γαμιάς είσαι εσύ. Μου χεις ξεσκίσει όλες τις τρύπες!»

-    «Σ’ αρέσει πουτανίτσα μου;»

-    «Α… Δρόσισε με Αφέντη μου!»

Μετά από λίγο έχυσε πάνω στην κωλάρα της πολύ χύσει και ας είχε χύσει κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές έχυσε πριν. Πάντως της γέμισε πάλι τα κωλομέρια με σπέρμα. Μετά από αυτό την έβαλε να τον τσιμπουκώσει. Του έπαιρνε πίπες με πολύ καυλωτικό τρόπο και του καθάρισε τον πούτσο. Οικειοθελώς κατάπιε όλο το σπέρμα του και του είπε γελώντας:

-    «Είναι τέλειο! Ξινό σαν λεμονάδα!»

-    «Έτσι… γλείφε τον. Μην αφήνεις σταγόνες γιατί ο Αφέντης θα σε τιμωρήσει!»

Μετά απ’ αυτό σταμάτησαν επιτέλους. Του λέει:

-    «Είσαι μεγάλος γαμιάς! Το απόλαυσα!»

-    «Και τώρα θα πάρεις και την επιταγή που θέλεις τόσο πολύ».

Όσο άκουγα αυτά κατάλαβα πως παντρεύτηκα μια ηλίθια. Μια εικόνα έχει μείνει χαραγμένη ακόμα στο μυαλό μετά από τόσες μέρες.. θυμάμαι καθαρά συνέχεια την εικόνα αυτή: να την γαμάει ο κουμπάρος στα τέσσερα, να μπαινοβγαίνει βίαια βίαια μέσα της, να της βαράει σφαλιάρες στα κωλομέρια και να της δίνει μπάτσες στο πρόσωπο, που με το ζόρι έφτανε, κι αυτή ούρλιαζε:

-    «Ναι, ναι! Αχ, αχ, αχ, αχ, αχ… Χτύπα με. ναι! Βάρα με επιβήτορα! Ααααχχχ… ναι!»

Νομίζω πως αυτό θα το θυμάμαι μια ζωή. Αφού είχαν αρχίσει να ντύνονται, τότε έφυγα αθόρυβα και γύρισα την άλλη μέρα το πρωί και η γυναίκα μου έλαμπε. Είχε ένα χαμόγελο μέχρι τα αφτιά. Την άλλη μέρα, αφού έψαξα όλο το σπίτι και δεν βρήκα λεφτά, πήγα και έλεγξα τον κοινό μας λογαριασμό και είδα πως είχαν μπει 10.000 ευρώ μέσα απ’ το πουθενά. Τρελάθηκα! Πάντως τώρα ετοιμάζω την εκδίκηση μου. Σύντομα θα σας πω τις εξελίξεις.

(Copyright protected OW ref: 22888)