Η παρτουζιάρα γειτόνισσα

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ο φίλος μας γνωρίζει μια γειτόνισσα που διατηρεί κατάστημα απέναντι από το δικό του, που ήταν πολύ σέξι. Είχε αναστατώσει όλο τον αντρικό πληθυσμό της γειτονιάς. Αρχίζει λοιπόν να γράφει μια ερωτική ιστορία στον υπολογιστή του, με πρωταγωνίστρια την γειτόνισσα και τους δυο φίλους του να συμμετέχουν σε παρτούζα μαζί της. Κάποια στιγμή η γειτόνισσα την ανακάλυψε και μετά από αυτό, ο φίλος μας, μη έχοντας άλλες επιλογές, προσπαθεί να παρασύρει τη γειτόνισσα ώστε να γίνει πραγματικότητα η παρτούζα… Η συνέχεια είναι πέρα από κάθε προσδοκία.

Η ιστορία:

Για κάποια φεγγάρια δούλευα βοηθώντας ένα φιλαράκι στο μαγαζί του. Ήμασταν τρεις άνδρες, εγώ, ο Νίκος (ο φίλος μου) και ο Τάκης, ο υπάλληλος του. Απέναντι υπήρχε φυσικά κάποιο άλλο μαγαζί. Μια μέρα έκανε την εμφάνιση η γυναίκα του γείτονα απέναντι.

Περιγραφικά ήταν μια απλή κυρία, γύρω στα 35, μεσαίου αναστήματος, αρκετά λεπτή χωρίς σχεδόν τίποτε το προκλητικό επάνω της, και λέω σχεδόν, γιατί το στρογγυλό κωλαράκι της που φρόντιζε έντεχνα να επιδεικνύει, έκανε όλα τα αντρικά στόματα να τρέχουν τα σάλια τους. Συνεχώς φορούσε στενά παντελόνια που τα τραβούσε ψηλά στην μέση της για να τονίζει τον κώλο της και τις πιο πολλές φορές στρινγκάκι από μέσα.

Είχε όπως καταλαβαίνετε έναν ακόλαστο κώλο που μας κόλαζε. Άσε αυτό με τα κουνήματα της. Λύγιζε το κορμί της, έσκυβε σε κάθε ευκαιρία και φρόντιζε να έχει πάντα τον κώλο της στραμμένο πάνω μας. Όλοι οι άντρες της γειτονιάς θέλανε να γαμήσουν αυτό το καυλιάρικο κωλαράκι της. Που να το ήξερα ότι θα ήμουν εγώ ο τυχερός και μαζί μου ο Νίκος και ο Τάκης…

Αλλά ας ξεκινήσω από την αρχή της φάσης. Είναι γνωστή η μανία μου να γράφω ερωτικές ιστορίες. Ακόμα και στη δουλειά, όταν δεν είχα τι να κάνω, άνοιγα τον υπολογιστή, άφηνα την φαντασία μου να ταξιδέψει και την μετέφερα στις ιστορίες μου..

Μια μέρα εκεί που έγγραφα πυρετωδώς μια ερωτική μου φαντασίωση, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν κάποιος πελάτης που άρχισε να μου δίνει μια μεγάλη παραγγελία. Εγώ σηκώθηκα από τον υπολογιστή χωρίς να κλείσω την ιστορία και άρχισα να παίρνω την παραγγελία. Τότε ακριβώς μπήκε και η Βάνα. Με πλησίασε και μου ζήτησε κάτι για να καθαρίσει τα τζάμια. Εγώ της έκανα νόημα να περιμένει λίγο να τελειώσω με το τηλεφώνημα και στράφηκα στην παραγγελία. Ούτε που σκέφτηκα ότι το κείμενο ήταν ελεύθερο στα μάτια της.

Η Βάνα πέρασε μέσα από τον πάγκο. Άναψε ένα τσιγάρο και κάθισε στην καρέκλα του υπολογιστή. Κάποια στιγμή, όπως ήταν αναμενόμενο, η ματιά της έπεσε πάνω στην οθόνη και στο πρόσωπο της καθρεφτίστηκε η έκπληξη αλλά και το ενδιαφέρον γι’ αυτά που διάβαζε στην οθόνη. Την είδα με την άκρη του ματιού μου και μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι είχα αφήσει ανοιχτό το κείμενο. Δαγκώθηκα γιατί το θέμα της ιστορίας μου είχε κεντρική ηρωίδα αυτήν και πρωταγωνιστές εμάς τους τρεις!

Άρχισα να ιδρώνω και να ανησυχώ για το πως θα το έπαιρνε. Αλλά αυτή ούτε καν γύρισε να με κοιτάξει. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στην οθόνη. Ήξερε πολύ λίγα πράγματα για τον υπολογιστή και επομένως δεν γνώριζε πως μπορούσε να κάνει scrolling στο κείμενο για να διαβάσει τις προηγούμενες ή τις επόμενες σελίδες. Μέχρι να τελειώσω το τηλεφώνημα πρέπει να το είχε διαβάσει δυο - τρεις φορές το κείμενο. Εγώ με το που έκλεισα το τηλέφωνο τσακίστηκα να της δώσω αυτό που ζήτησε. Η Βάνα το πήρε στα χέρια της ακουμπώντας τα δικά μου και με κοίταξε βαθιά στα μάτια. Περίμενα να φάω κανένα χαστούκι (όχι ότι θα με δυσαρεστούσε.. ξέρετε δα τα γούστα μου) αλλά αντί γι’ αυτό.. απλά είπε:

-    «Θέλω μια εκτύπωση από την ιστορία αυτή…»

Το βλέμμα της γυάλιζε με έναν τρόπο που θα μπορούσα να το ερμηνεύσω σαν έκφραση περιέργειας συνδυασμένη με την έξαρση της φαντασίας της που προκλήθηκε από το διάβασμα των γραμμών της ιστορίας.

-    «Δεν την έχω τελειώσει ακόμα…», τραύλισα. «Μόλις την τελειώσω θα σας δώσω ένα αντίγραφο».

Άφησε τα χέρια μου και ρίχνοντας μου ένα χαμόγελο πονηρό, μου γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε με ασυνήθιστη αργοπορία στην κίνηση της λικνίζοντας τα ολοστρόγγυλα κωλομέρια της. Εκείνη την ημέρα ειδικά φορούσε ένα φούξια ημιδιάφανο παντελόνι με μαύρο στρινγκάκι, από αυτά που σε κάνουν να λες: «Κι ύστερα φταίνε οι βιαστές!».

Τέλος πάντων μετά από αυτή την σκηνή, έκατσα στον υπολογιστή μπροστά και μέχρι να σχολάσουμε την είχα τελειώσει.. Γρήγορα έκανα ένα ‘χτένισμα’ του κειμένου προκειμένου να διορθώσω τίποτε λαθάκια και το έδωσα στον εκτυπωτή. Έδεσα τις σελίδες του και έγραψα από έξω με μεγάλα γράμματα «Η παρτουζιάρα γειτόνισσα!».

Την άλλη ημέρα το πρωί, η Βάνα περνώντας από μπροστά μας καλημέρισε ως συνήθως και εγώ κρύβοντας το αντίγραφο μέσα σε ένα περιοδικό, της το έδωσα και της λέω κοιτώντας την κατάματα:

-    «Για να περάσεις την ώρα σου. Έχει ενδιαφέροντα θέματα μέσα!»

Η Βάνα το άρπαξε και το έβαλε με μια κίνηση μέσα στην τσάντα της και πήγε γρήγορα στο μαγαζί της. Πέρασαν μερικές μέρες χωρίς να συμβεί τίποτε… ή μάλλον ήταν απομακρυσμένη, από εμένα ειδικά και γενικότερα από όλους. Έμοιαζε το μυαλό της να ταξιδεύει αλλού και όποτε τύχαινε να διασταυρώνονται οι ματιές μας, αμέσως κοιτούσε αλλού αμήχανα. Τα πράγματα κύλησαν στο ίδιο μοτίβο μέχρι την τελευταία ημέρα της παραμονής μου στην δουλειά του φίλου μου…

Ήμουν πάλι μόνος στο μαγαζί και την κοιτούσα αφηρημένος σχεδόν πλάθοντας διάφορα στην φαντασία μου. Κάποια στιγμή τα βλέμματα μας διασταυρώθηκαν, αλλά αυτή τη φορά το δικό της έμεινε πάνω μου. Ένιωσα ένα ρίγος στην ραχοκοκαλιά μου και μια γλυκιά αναστάτωση μέσα μου. Έβγαλε το κινητό της και πήρε ένα νούμερο και με ξανακοίταξε. Αμέσως χτύπησε το τηλέφωνο δίπλα μου. Εγώ το σήκωσα χωρίς να υποψιάζομαι ποιος είναι και απάντησα.

-    «Εμπρός;»

Ησυχία από την άλλη μεριά…

-    «Λέγεται παρακαλώ;»

-    «Η Βάνα είμαι!»

Φωνή διστακτική αλλά με αποφασιστική κατάληξη. Σήκωσα τα μάτια μου έκπληκτος και τα κόλλησα πάνω στα δικά της. Συνεχίσαμε να μιλάμε χωρίς να τραβήξουμε τα βλέμματα μας.

-    «Σε τι μπορώ να σου φανώ χρήσιμος;»

-    «Ξέρεις. Ξέρεις πολύ καλά. Κτήνος!»

Σιωπή για λίγο…

-    «Τι είναι αυτά που γράφεις για μένα;»

Ψευτοθυμωμένο ύφος. Διακρίνω αναταραχή στον τόνο της φωνής της.

-    «Δεν ντρέπεσαι λιγάκι;»

-    «Όχι, καθόλου! Αυτά που έγραψα λίγο πολύ είναι σκέψεις όλου του αντρικού πληθυσμού της γειτονιάς μας. Είναι σκέψεις που μας τις γεννάει ο όμορφος κώλος σου. Είναι φαντασιώσεις μας από τα προκλητικά στησίματα σου. Μπορεί να το κάνεις άθελα σου αλλά πολύ αμφιβάλλω ότι δεν το έχεις συνειδητοποιήσει τόσο καιρό. Τουλάχιστον εγώ είχα το θάρρος να περάσω τις σκέψεις σε μια κόλλα χαρτί, κάτι που κάνω συχνά. Αποτυπώνω την φαντασία μου γράφοντας εδώ και χρόνια…»

Τραβάω μια τζούρα από τον καφέ μου και ανάβω ένα τσιγάρο. Το ίδιο κάνει κι αυτή. Για λίγο σιγή στο τηλέφωνο. Την αφήνω να σκεφτεί για να μου απαντήσει.

-    «Είναι… είναι… τρομακτικά αυτά που γράφεις. Αυτά που φαντάζεσαι για μένα…»

-    «Εγώ θα έλεγα ότι είναι άκρως καυλωτικά! Και μην μου πεις ότι στο βάθος του μυαλού σου δεν έχεις ανάλογες φαντασιώσεις γιατί θα μου πεις ψέματα!»

-    «Ναι αλλά μου το έδωσες σκόπιμα να το διαβάσω για να με κάνεις να καυλώσω και να με πηδήξεις…»

Την κόβω απαντώντας:

-    «Εσύ μου το ζήτησες. Θυμάσαι;»

-    «Ναι, αλλά…»

Την ξανακόβω…

-    «Δεν έχει αλλά κορίτσι μου! Πιστεύεις ότι έχω μαντικές ικανότητες ώστε να γνώριζα εκ των προτέρων ότι τη στιγμή που εγώ θα έπαιρνα τηλεφωνική παραγγελία από πελάτη, εσύ θα έμπαινες μέσα κι έτσι άφησα επίτηδες το κείμενο σε ελεύθερη θέα;»

Μετά από λίγη σιωπή αποκρίθηκε πιο ήρεμα:

-    «Ναι, εδώ έχεις δίκιο. Ήταν καθαρή σύμπτωση, αλλά…»

Την κόβω άλλη μια φορά.

-    «Δεν έχει αλλά κορίτσι μου. Το διάβασες. Σου άρεσε. Το πιο πιθανό σε καύλωσε η όλη ιστορία., γιατί κάπου μέσα στο κεφαλάκι σου έχουν περάσει τέτοιες ιδέες, αλλά θέλεις να κρατήσεις τα προσχήματα της θέσεις σου. Απόλυτα κατανοητό και αποδεκτό. Δεν χρειάζεται να μου πεις τίποτα.. Σε κάνα δυο ώρες εγώ θα φύγω από εδώ και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα με ξαναδείς. Ποτέ!»

Τόνισα επίτηδες την τελευταία λέξη. Τράβηξα μια τζούρα από το τσιγάρο μου για να πάρω λίγο θάρρος και πέρασα στην αντεπίθεση.

-    «Εκτός… μμμ… εκτός αν…», αφήνω συρτή την φωνή μου να μην τελειώσει την πρόταση.

-    «Εκτός αν…; Τι πράγμα;», ρωτάει η Βάνα.

Παίρνω μια βαθιά ανάσα, ξεφυσάω στο ακουστικό και αποκρίνομαι:

-    «Μια βραδιά κορίτσι μου. Άσε μια βραδιά να ικανοποιηθεί αυτή η φαντασίωση μας και η δική σου. Ζήσε αυτά που έχω γράψει. Κάν’ τα πραγματικότητα χωρίς φραγμούς. Μπες μέσα στο κορμί της ηρωίδας στην ιστορία μου πετώντας τα ταμπού και τους φόβους σου. Μερικές ώρες που θα τις θυμάσαι στην υπόλοιπη σου την ζωή και θα ανατριχιάζεις από ευχαρίστηση. Γίνε η σκλάβα μας, γίνε η πόρνη μας, αλλά συνάμα γίνε και η αποπλανήτρια μας. Στην πραγματικότητα εσύ θα κινείς τα νήματα μας για την δική σου ευχαρίστηση, την δική σου ηδονή, την καύλα, την εκσπερμάτωση σου, τους οργασμούς σου. Μην το σκέφτεσαι πολύ γιατί τόσο πιο δύσκολα θα είναι να πάρεις την απόφαση. Και όταν μετά από καιρό θα ξαναδιαβάζεις την ιστορία ή θα την φέρνεις στο μυαλό σου, έτσι και δεν την πραγματοποιήσεις θα το μετανιώνεις, θα λυπάσαι αλλά τότε ίσως να είναι αργά…»

Σιωπώ για λίγο και συνεχίζω:

-    «Και μην φοβάσαι… αυτό θα μείνει απόλυτα μεταξύ μας. Ανάμεσα σε εμάς τους τέσσερις!»

Η Βάνα έμεινε σιωπηλή για λίγο. Από την βαριά ανάσα της κατάλαβα ότι είχε ερεθιστεί. Πάλευε ανάμεσα στην λογική της που της έλεγε «όχι» και στο ταπεραμέντο της που της έλεγε: «Θέλω. Τους θέλω όλους μαζί…». Έπαιξα το τελευταίο μου χαρτί.

-    «Δεν σου πουλάω αγάπες και λουλούδια. Αυτό όμως που μπορώ να σου υποσχεθώ είναι ότι θα σε γαμήσουμε και οι τρεις όπως γουστάρεις. Θα κάνουμε ότι μας υποδείξεις. Σκέψου: Δεν θα προλαβαίνεις να συνέρχεσαι από την καύλα και τον οργασμό γιατί πάντα θα υπάρχει τουλάχιστον ένας πούτσος έτοιμος να χωθεί όπου εσύ γουστάρεις και να σε ξεσκίσει, να σε κάνει να ξανακαυλώσεις και να χύσεις. Να χύσει κι αυτός όπου εσύ θα διατάξεις…»

Τράβηξα ακόμα μια τζούρα από το τσιγάρο μου ξεφυσώντας δυνατά πάνω στο ακουστικό και πρόσθεσα:

-    «Δική σου η απόφαση, δική σου η απογοήτευση αν αρνηθείς, ή δικός σου ο θρίαμβος αν ρισκάρεις και ξεπετάξεις τα ταμπού. Από εμένα γεια σου. Και χάρηκα για την γνωριμία!»

Και της το κλείνω. «Δυο πράγματα θα συμβούν σε λίγο…», σκέφτηκα. «Το ένα είναι να μην δώσει συνέχεια και το άλλο… ανατρίχιασα στην σκέψη της να είναι γυμνή ανάμεσα μας και να της έχουμε βουλώσει όλες τις τρύπες!». Τα λεπτά κυλούσαν κι αυτή δεν με ξανακοίταξε. Ασχολιόταν με κάτι χαρτιά ή έκανε τουλάχιστον ότι ασχολιόταν.

Σε λίγο έκανε κάτι που με απέλπισε. Μου έκοψε τα φτερά της ελπίδας. Πήρε την τσάντα της, κλείδωσε το κατάστημα και έφυγε χωρίς να γυρίσει καν να με κοιτάξει. Σκέφτηκα ότι δεν το χειρίστηκα σωστά το θέμα. Παραήμουν απότομος και ίσως και χυδαίος κι αυτό την σόκαρε περισσότερο από το να την ερεθίσει, να την κάνει να αναλογιστεί. Στεναχωρημένος άρχισα να μαζεύω τα πράγματα μου περιμένοντας τον Νίκο με τον Τάκη να έρθουν για να κλείσω το κατάστημα.

Οι φίλοι μου ήρθαν σε λίγο και αφού τους αποχαιρέτησα, πήρα το δρόμο της επιστροφής. Ένα ήταν πια σίγουρο, ότι δεν θα ξαναέβλεπα αυτό το καυλιάρικο κωλαράκι ποτέ πια στην ζωή μου. Περπατούσα αργά κατηφορίζοντας τον δρόμο βυθισμένος στην σκέψη μου και την απογοήτευση μου. Δεν αντιλήφτηκα πως ένα αυτοκίνητο κυλούσε αργά, σχεδόν δίπλα μου. Το πρόσεξα μόνο όταν με προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά μου. Η καρδιά μου φτερούγισε. Ήταν η Βάνα.

Πλησίασα το παράθυρο της και την κοίταξα. Δεν μπορούσα να καταλάβω την έκφραση της γιατί φορούσε μαύρα γυαλιά και με κοιτούσε με σοβαρό ύφος. Έγειρε και έβγαλε την ασφάλεια από την πόρτα του συνοδηγού. Χωρίς καθυστέρηση εγώ έκανα τον γύρο του αμαξιού και χώθηκα μέσα στην θέση του συνοδηγού. Ξεκίνησε να οδηγάει. Κάτσαμε αμίλητοι για λίγη ώρα.

-    «Που μένεις;», έσπασε πρώτη την σιωπή.

Της έδωσα την διεύθυνση και ξεκίνησε για το διαμέρισμα μου. Πάλι σιγή. Ξανάσπασε αυτή την σιγή σε λίγο.

-    «Τι έγινε; Κατάπιες την γλώσσα σου; Στην ιστορία σου φαινόσουν τρομερά διαλλακτικός και περιγραφικός…»

-    «Δεν είναι αυτό. Σε είχα χαμένη περίπτωση. Ότι είχα αποτύχει μαζί σου! Δεν περίμενα να σε ξαναδώ κι αυτό με στεναχώρησε πολύ. Αυτό το ανέλπιστο γύρισμα της μοίρας με άφησε άναυδο. Θα συνέλθω σε λίγο. Μπορώ να καπνίσω;»

-    «Φυσικά!», μου απάντησε και τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο της.

Είχαμε σταματήσει σε κόκκινο κι αυτό μου έδωσε μια ιδέα. Έγειρα λίγο προς το μέρος της και της είπα:

-    «Τράβα μια τζούρα από το τσιγάρο σου και κράτα την. Δώσε την στο στόμα μου…»

Κόλλησα τα μάτια μου στα χείλη της και έγλειψα τα δικά μου περιμένοντας. Έμεινε για λίγο ακίνητη κοιτώντας με. Μετά τράβηξε μια τζούρα. Έσκυψε κοντά στο δικό μου στόμα και πριν προλάβω να ακουμπήσω τα χείλη της, ξεφύσησε τον καπνό πάνω στο πρόσωπο μου. Αμέσως γύρισε στο τιμόνι γιατί είχε ανάψει πράσινο και ξεκίνησε.

Εγώ έμεινα για λίγο ακίνητος στην θέση μου κρατώντας στην αναπνοή μου την ανάσα της από την μαστίχα μέντα που μασούσε και τον καπνό από το τσιγάρο της. Μέσα μου χαμογέλασα. Τα πράγματα έδειχναν να πηγαίνουν καλύτερα από ότι περίμενα. Γύρισα στην θέση μου και έμεινα πάλι σιωπηλός. Δεν άναψα τσιγάρο. Αυτή έσβησε το δικό της και μου είπε:

-    «Δεν θα καπνίσεις;»

Την κοίταξα κατάματα πίσω από τα γυαλιά της και της είπα:

-    «Ήθελα να ρουφήξω μερικές τζούρες κατευθείαν μέσα από το στόμα σου. Αλλά τι να κάνουμε; Μόλις έσβησες το τσιγάρο. Τουλάχιστον να με άφηνες να ρουφήξω την δροσερή ανάσα σου…»

Δεν πρόλαβα να τελειώσω την φράση και όπως είχε σταματήσει σε κόκκινο φανάρι, γύρισε και κόλλησε τα χείλη της στα δικά μου ξεφυσώντας μέσα στο στόμα μου. Μούδιασε και ανατρίχιασε όλο το κορμί μου από την απρόσμενη επίθεση της και ρούφηξα λαίμαργα την γλώσσα της δοκιμάζοντας το σάλιο της που είχε την γεύση της μέντας από την μαστίχα. Τραβήχτηκε σε λίγο γιατί άναψε πράσινο και συνέχισε να οδηγεί. Εγώ έμεινα για λίγη ώρα με κλειστά τα μάτια κρατώντας την γεύση της στο στόμα μου, νιώθοντας τον ανδρισμό μου να διαμαρτύρεται μέσα από τα ρούχα μου.

Τότε άναψα τσιγάρο για να ηρεμήσω λίγο. Φτάσαμε πλέον στην πολυκατοικία που έμενα. Πάρκαρε το αμάξι της και βγάζοντας τα γυαλιά της γύρισε και με κοίταξε βαθιά μέσα στα δικά μου μάτια. Μείναμε για λίγη ώρα κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον. Μετά έσκυψα εγώ πάνω της, χάιδεψα το μάγουλο της με τα δάχτυλα μου και αγκάλιασα τον λαιμό της τραβώντας την προς το μέρος της.

Τα χείλη μας ενώθηκαν και φιληθήκαμε δυνατά με πάθος παίζοντας και ρουφώντας τις γλώσσες μας. Το άλλο μου χέρι χάιδεψε το στήθος της για λίγο και μετά γλίστρησε στα πλάγια κατηφορίζοντας στην μέση της, περνώντας στον γλουτό της για να χουφτώσει το στρογγυλό κώλο της. Την ένιωσα να με σπρώχνει και να τραβιέται.

-    «Μην είσαι ανυπόμονος. Μου υποσχέθηκες ότι θα είστε και οι τρεις μαζί. Μόνο μαζί σου δεν θα παίξω! Συνεννοηθήκαμε;»

Και λέγοντας αυτά άπλωσε το χέρι της και χούφτωσε δυνατά τον πούτσο μου πάνω από το παντελόνι μου. Βόγκηξα από την καύλα που ένιωσα.

-    «Πότε θέλεις;», την ρώτησα κοφτά.

-    «Αύριο το βραδάκι μετά τις οχτώ. Θα μου υποσχεθείς μόνο ότι θα είστε και οι τρεις μαζί, αλλιώς, αν με ξεγελάσεις, θα σηκωθώ να φύγω αμέσως!»

-    «Μην ανησυχείς. Θα είμαστε έτοιμοι και οι τρεις για σένα…»

-    «Που θα συναντηθούμε;», ρώτησε.

-    «Εδώ στο διαμέρισμα μου. Είναι ότι πρέπει!»

-    «Εντάξει. Θα σου τηλεφωνήσω αύριο γύρω στης οκτώ το βράδυ. Καληνύχτα!»

Έσκυψε και φίλησε τα χείλη μου δαγκώνοντας δυνατά το κάτω μέρος. Άνοιξα την πόρτα και κατέβηκα. Έμεινα εκεί περιμένοντας να φύγει και μετά έτρεξα κατευθείαν μέσα στο διαμέρισμα μου και τηλεφώνησα πρώτα στον Νίκο και μετά στον Τάκη λέγοντας τους ότι τους είχα μια έκπληξη για αύριο το βραδάκι γύρω στις οκτώ.

Όσο και αν προσπάθησαν να με πιέσουν να τους πω τι ήταν αυτή η έκπληξη εγώ δεν τους είπα τίποτε. Εκτός του ότι θα ήταν μια βραδιά κουραστική αλλά και πολύ ευχάριστη μαζί. Μετά βγήκα έξω και πήγα να αγοράσω μερικά τρόφιμα ποτά και ξηρούς καρπούς για το αυριανό παρτάκι που ετοίμαζα.

Το Σάββατο γύρω στις οκτώ η ώρα όλα ήταν έτοιμα στην γκαρσονιέρα που έμενα. Είχα ετοιμάσει ένα μπουφέ με πολλές διάφορες μπουκίτσες. Στο τραπεζάκι υπήρχαν πιατάκια με ξηρούς καρπούς και διάφορα γλυκίσματα και στο ψυγεία είχα βάλει στον καταψύκτη δυο σαμπάνιες, ενώ είχα έξω ουίσκι και λικέρ ανάλογα με τις προτιμήσεις του καθενός. Οι φίλοι μου ήρθαν φυσικά πρώτοι και αρχίσαμε να ψιλοπίνουμε και να συζητάμε διάφορα περιμένοντας την Βάνα, χωρίς φυσικά να τους το έχω πει ακόμα. Γύρω στις 8:30 χτυπάει το τηλέφωνο. Ήταν η Βάνα που με ρώτησε αν όλα ήταν έτοιμα.

-    «Είμαστε πανέτοιμοι και σε περιμένουμε. Πού είσαι;»

Εκείνη την στιγμή χτυπάει το θυροτηλέφωνο. Το σηκώνω για να απαντήσω και την ακούω να μου λέει και στα δυο ακουστικά.

-    «Βρίσκομαι στην εξώπορτα της πολυκατοικίας…»

Την ανοίγω και λέω στους φίλους μου ότι η έκπληξη κατέφθασε. Χαμηλώνω τα φώτα για να δημιουργήσω ατμόσφαιρα και περιμένω. Σε λίγο χτυπάει το κουδούνι. Ανοίγω και μένω άναυδος να την χαζεύω. Είχε αλλάξει το χτένισμα της, είχε βαμμένα τα βλέφαρα της τονίζοντας τις βλεφαρίδες της και με ένα ειδικό κραγιόν έκανε τα χείλη της να γυαλίζουν.

Φορούσε ένα μπουστάκι δερμάτινο που κρατούσε μόνο τα στήθη της από εμπρός ενώ από πίσω υπήρχε ένα μόνο κορδονάκι και φορούσε ακόμα ένα πολύ σφιχτό δερμάτινο παντελόνι που τόνιζε τα μουνόχειλα της και πολύ περισσότερο τα κωλομέρια της, όπως παρατήρησα με καυλωτικό ενδιαφέρον καθώς παραμέρισα για να περάσει μέσα.

Οι φίλοι μου μόλις την είδαν δεν πίστευαν στα μάτια τους, είχαν μείνει αγάλματα. Δηλαδή κι εγώ δεν πήγαινα πίσω από την θέα της κωλάρας της που δεν έχανε ευκαιρία να την λικνίζει σε κάθε βήμα της μπαίνοντας στο σαλόνι. Ήμασταν και οι τέσσερις τώρα όρθιοι μέσα στο μικρό σαλόνι με αυτήν στο κέντρο. Το βλέμμα της μας περιεργάστηκε από την κορυφή μέχρι τα νύχια εξεταστικά (όπως άλλωστε και τα δικά μας εξέταζαν εκείνη) έγλειψε τα χείλη της και είπε:

-    «Λοιπόν κύριοι, θα με αφήσετε έτσι να στέκομαι σαν κολώνα στην μέση του σαλονιού;»

Αμέσως κινηθήκαμε σαν ρομπότ. Τα χέρια μας την αγκάλιασαν και την χάιδεψαν παντού με απαλές προσεχτικές κινήσεις ενώ τα βλέμματα μας την καταβρόχθιζαν από ερωτική λαιμαργία. Η Βάνα στάθηκε ακίνητη για λίγο κλείνοντας τα μάτια της απολαμβάνοντας τα τριάντα δάχτυλα που διέτρεχαν όλο το κορμί της ανατριχιάζοντας στην σκέψη του τι θα επακολουθούσε… Επανερχόμενοι στην πραγματικότητα είπε με φωνή τρεμάμενη και λιγωμένη:

-    «Ηρεμήστε αγοράκια μου. Έχουμε όλη την νύχτα μπροστά μας. Ας μην βιαζόμαστε. Σιγά - σιγά, να ανάψει το κέφι. Δεν θα μου πείτε να καθίσω…;»

Και τότε λες και ήμασταν συνεννοημένοι και οι τρεις, την σηκώσαμε στον αέρα και απαλά την βάλαμε να μισοξαπλώσει στον μεγάλο καναπέ. Αμέσως ο Τάκης της πρόσφερε ποτό, ο Νίκος τσιγάρο κι εγώ έβαλα παθιάρικη μουσική να παίζει. Η Βάνα γελούσε χαρούμενη με όλη αυτή την ανδροσκλαβοεπικράτεια και κάθε τόσο έγλειφε τα χείλη της. Ήπιαμε κάνα δυο ποτηράκια πειράζοντας την, βγάζοντας στην φόρα όλες τις πονηρές μας σκέψεις που κάναμε τόσο καιρό γι’ αυτήν.

Το αλκοόλ με τις καυλωτικές περιγραφές μας, την έκαναν να νιώσει πολύ άνετα. Είχε χαλαρώσει και πλέον το γέλιο της είχε γίνει ερωτικό, καυλωτικό. Σε μια στιγμή σηκώθηκε όρθια και άρχισε να λικνίζεται στο ρυθμό της σλόου μουσικής, κουνώντας και τονίζοντας τελείως ξεδιάντροπα τα κωλομέρια της. Περνούσε από τον καθένα μας μπροστά, γυρνούσε την πλάτη της, έσκυβε τουρλώνοντας την κωλάρα της στα μούτρα μας και πριν προλάβουμε να την ακουμπήσουμε. απομακρυνόταν και πήγαινε στον άλλον…

Αυτό συνεχίστηκε για λίγο οπότε σε μια στιγμή, μην αντέχοντας άλλο να μας πειράζει με αυτόν τον τρόπο, σηκωθήκαμε και την κυκλώσαμε ακολουθώντας τις κινήσεις της στον ρυθμό της μουσικής. Μόνο που τώρα δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς να μας ακουμπήσει.

Η Βάνα τότε άρχισε να στριφογυρνάει γύρω από τον εαυτό της τρίβοντας το σώμα της πάνω μας, ανάβοντας μας. Τα χέρια μας και τα χείλια μας ταξίδευαν παντού σε όλο το κορμί της. Αυτή πετούσε πνιγμένα γελάκια, ενώ σιγά - σιγά η ανάσα της γινόταν πιο βαριά. Κάποια στιγμή σταμάτησε να κουνιέται και αφέθηκε στις θωπείες μας ενώ άρχισε να βογκάει απαλά ανάμεσα από την βαριά ανάσα της.

-    «Εμπρός λοιπόν αγοράκια μου, τι περιμένετε; Έχω καυλώσει. Κάντε με ότι θέλετε!»

Στο άκουσμα των λέξεων αυτών πήραμε όλοι φωτιά. Σε λίγο ήταν ολόγυμνη με εμάς σχεδόν γυμνούς. Είχαμε μείνει με τα σλιπάκια μας και τους πούτσους μας σε έπαρση!

-    «Αφήστε με να την ετοιμάσω…», είπα στους φίλους μου και ξάπλωσα πάνω στο χαλί τραβώντας την να κάτσει πάνω στο πρόσωπο μου.

Αμέσως η γλώσσα μου άρχισε να γλιστράει κατά μήκος του μουνιού της δοκιμάζοντας την γεύση των πρώτων υγρών της καύλας της ενώ οι άλλοι δύο ασχολιόντουσαν με τα βυζιά της και το στόμα της. Εγώ έχωσα την γλώσσα μου μέσα στο μουνί της και περιεργάστηκα τον κόλπο της νιώθοντας την να κατεβάζει κι άλλα υγρά.

Πήρα μετά την κλειτορίδα της στο στόμα μου και την ρούφηξα λαίμαργα δαγκώνοντας την με τα δόντια μου, ενώ τα δάχτυλα μου σύρθηκαν χαϊδεύοντας τα κωλομέρια της φτάνοντας μέχρι την τρυπούλα του κώλου της. Την άκουσα να βογκάει πνιχτά με ένα παράξενο τρόπο και μισανοίγοντας τα μάτια μου, είδα τους άλλους δύο τελείως γυμνούς να έχουν τις καυλωμένες πούτσες τους μπροστά στο πρόσωπο της.

Η Βάνα τους κρατούσε με τα χέρια της και ρουφούσε πότε τον έναν και πότε τον άλλον, με φανερή λαιμαργία, ενώ την ένιωθα να πιέζει το μουνί της πιο δυνατά πάνω στο πρόσωπο μου. Μούσκεψα δυο δάχτυλα μέσα στον κόλπο της και τα έσπρωξα σιγά - σιγά μέσα στην κωλοτρυπίδα της. Η Βάνα μούγκρισε από ευχαρίστηση και πόνο μαζί, καθώς την ένιωθα να πλησιάζει στον πρώτο της οργασμό.

Έγινα πιο άγριος ρουφώντας με όλη μου την δύναμη τώρα την κλειτορίδα της ενώ τα δάχτυλα μου μπαινόβγαιναν γρήγορα μέσα στο μουνί της και τον κώλο της. Κάποια στιγμή η Βάνα τεντώθηκε, έφερε το ένα χέρι της πάνω στα μαλλιά μου και αρπάζοντας το κεφάλι μου το σύνθλιψε πάνω στο μουνί της φωνάζοντας:

-    «Ααααχχχχ! Φάε την μουνάρα μου καυλιάρη μου! Σε χύνωωωωω!»

Ο οργασμός της μου πλημμύρισε το πρόσωπο ενώ εγώ συνέχισα να ρουφώ την κλειτορίδα της και να δουλεύω τα δάχτυλα μου μέσα της. Φώναζε, μούγκριζε, τιναζόταν από τον οργασμό ενώ δεν σταματούσε να γλείφει πότε τον έναν πούτσο και πότε τον άλλο, των δύο φίλων μου.

Σε λίγο όπως ήμουνα ξαπλωμένος έβγαλα το σλιπ μου και την έβαλα να κάτσει πάνω στον πούτσο μου. Τον έπιασε αμέσως με το χέρι της και τον εξαφάνισε με μιας μέσα στο καυτό μουνί της. Αμέσως ο Νίκος πήρε θέση πίσω της και γονατίζοντας ακούμπησε τον πούτσο του ανάμεσα στα κωλομάγουλα της. Εγώ άνοιξα τα κωλομέρια της και κατάλαβα από την κραυγή καύλας και πόνου που έβγαλε ότι ο πούτσος του φίλου μου είχε καρφωθεί μέσα στην κωλάρα της.

Χωρίς να χάσει χρόνο ο Τάκης στάθηκε στο πλάι της, της έπιασε το κεφάλι και την μπούκωσε με την ψωλάρα του. Η Βάνα τότε συγχρόνισε της κινήσεις της και σε λίγο μας έπαιρνε με τον ίδιο ρυθμό από όλες τις τρύπες της. Γρήγορα έχυσε για δεύτερη φορά, πιο έντονα από την πρώτη, μιας και γαμιόταν από μπρός και από πίσω, ενώ ρουφούσε με λύσσα τον πούτσο του Τάκη ο οποίος, μην αντέχοντας άλλο την καυλωτική επαφή της γλώσσας και των χειλιών της, αφέθηκε βογκώντας δυνατά στον δικό του οργασμό.

Η Βάνα κατάπιε τις πρώτες ριπές του σπέρματος του και μετά συνεχίζοντας να τον τρομπάρει δυνατά, τον έβγαλε από το στόμα της και πασάλειψε τα μούτρα της. Η εικόνα αυτή της Βάνας να πασαλείβεται από τα χύσια του Τάκη καθώς και η καυλωτική φωλιά του μουνιού της που μου έσφιγγε δυνατά τον πούτσο, με κάνανε να φτάσω στο ζενίθ της καύλας μου..

-    «Χύνω κι εγώ μουνάρα μου. Σου γεμίζω το μουνί με τα δικά μου χύσια. Παρ’ τααα γαμιόλααα!»

Το σπέρμα μου τινάχτηκε αγριεμένο και καυτό μέσα στον κόλπο της μαστιγώνοντας τα πάντα στο πέρασμα του καταλήγοντας στην μήτρα της. Φαίνεται ότι οι δύο οργασμού του Τάκη και ο δικός μου την καύλωσαν ξανά πάρα πολύ γιατί σχεδόν μαζί μου φώναξε:

-    «Αααααχχχχχ! Τι μου κάνετε γαμιάδες μου.. Ξαναχύνωωωω!»

Και αφέθηκε στον τρίτο οργασμό της βογκώντας πνιχτά γιατί συνέχισε να ρουφά με λύσσα τον εξαντλημένο πια πούτσο του Τάκη. Τότε άκουσα και τον Νίκο:

-    «Αααχχχχ! Ξεκωλιάρα. Θα σου γεμίσω την κωλάρα σου με τα ψωλοχύματα μου. Παρ’ τααααα!»

Κύρτωσε το κορμί του, κουνήθηκε λίγο γρήγορα και μετά βογκώντας κάρφωνε απότομα τον πούτσο του μέσα στον κώλο της Βάνας αδειάζοντας το σπέρμα του μέσα της. Έπεσε πάνω της ξέπνοος κι αυτή με την σειρά της είχε γείρει πάνω μου προσπαθώντας να βρει την ανάσα της.

Μείναμε για λίγη ώρα και οι τρεις ακίνητοι έχοντας εγώ και ο Νίκος τους πούτσους μας μέσα στο μουνί και τον κώλο της αντίστοιχα. Ο Τάκης είχε πέσει ξέπνοος πάνω στον καναπέ. Μείναμε για λίγο όλοι ακίνητοι. Μετά ένας - ένας πήγαμε στο μπάνιο και αφού κάναμε ένα ντους, καθίσαμε γυμνοί πλέον στο σαλόνι πίνοντας και καπνίζοντας, χωρατεύοντας και επαινώντας τις επιδόσεις της Βάνας. Η Βάνα σε κάποια στιγμή μετά από αρκετή ώρα πέταξε:

-    «Δεν πιστεύω να κουραστήκατε; Εγώ έχω ακόμα πολλή όρεξη…»

Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας πονηρά και βάλαμε τα γέλια. Μίλησα εγώ εκ μέρους όλων:

-    «Πρέπει να μας βοηθήσεις λιγάκι πάλι…»

Αμέσως η Βάνα με πλησίασε και κόλλησε τα χείλη λαίμαργα στα δικά μου. Με φίλησε χώνοντας την γλώσσα της μέσα ενώ τα νύχια της γρατζούνισαν το στήθος και την κοιλιά μου χαϊδεύοντας τον πούτσο μου, που αυτόματα άρχισε να ξαναφουσκώνει.

-    «Εσένα σε θέλω στο στόμα μου τώρα!»

Με άφησε και πλησίασε τον Νίκο. Πήρε τον πούτσο του στα χείλη της, τον πιπίλισε για λίγο καυλώνοντας τον και μετά του είπε:

-    «Εσύ αφού γάμησες το κωλαράκι μου θα ασχοληθείς τώρα με το μουνάκι μου!»

Και τέλος πλησίασε τον Τάκη που ήδη ήταν μισοκαυλωμένος και με λαίμαργη βραχνή φωνή του είπε:

-    «Για σένα αγόρι μου φύλαξα το καλύτερο μέρος του κορμιού μου… Την κωλάρα μου!»

Γονάτισε κατευθείαν μπροστά του και του έκανε ένα έντονο και άκρως καυλωτικό τσιμπούκι, κάνοντας να βογκάει από καύλα ενώ ο πούτσος του σκλήραινε πάλι κι έγινε σαν παλούκι. Τον σάλιωσε πάρα πολύ και μετά επιδειχτικά σάλιωσε τα δάχτυλα της και τα έχωσε μέσα στην κωλοτρυπίδα της προετοιμάζοντας την.

Σε λίγο σηκώθηκε γύρισε την πλάτη της στον Τάκη, ανέβηκε πάνω στον καναπέ και πιάνοντας τον πούτσο του τον έφερε στην είσοδο της κωλότρυπας της. Δαγκώνοντας τα χείλη της άρχισε να τον παίρνει σιγά - σιγά μέσα της βογκώντας ελαφρά από τον πόνο, μέχρι που κάθισε πάνω στα μπούτια του. Έμεινε για λίγο ακίνητη και μετά ρίχνοντας το σώμα της πίσω πάνω στο σώμα του Τάκη άρχισε να κουνιέται αργά πάνω κάτω στον πούτσο του Τάκη ενώ με το ένα χέρι της χάιδευε το μουνί και την κλειτορίδα της.

Το θέαμα μας είχε καυλώσει εμένα και τον Νίκο. Ο Νίκος μόλις του έκανε νόημα ήρθε μπροστά της έπιασε τα πόδια της στον αέρα κι αυτή οδήγησε τον πούτσο του στην είσοδο της μουνάρας της. Με ένα σπρώξιμο ο Νίκος έχωσε τον πούτσο του μέσα της. Τον καλοδέχτηκε βγάζοντας ένα βογγητό καύλας και αγκαλιάζοντας τον από τον σβέρκο. Άρχισαν τώρα να κινούνται και οι τρεις μαζί συγχρονίζοντας τις κινήσεις τους, γαμώντας την ταυτόχρονα από το μουνί και τον κώλο.

-    «Έλα τώρα κι εσύ!», μου είπε με πολύ καυλωμένο τόνο.

Την πλησίασα πατώντας πάνω στον καναπέ και κρατώντας τον πούτσο μου με το ένα χέρι και το κεφάλι της με τον άλλο, άρχισα να γαμάω το στόμα της. Η Βάνα αποδείχτηκε μαστόρισσα στο ρούφηγμα γιατί πολύ γρήγορα με έφερε κοντά στον οργασμό. Δεν ήθελα όμως να χύσω ακόμα… έτσι τον έβγαλα από το στόμα της και την έβαλα να μου γλείψει τα αρχίδια.

Σε λίγο άκουσα τον Νίκο να βογκάει δυνατά, να τρέμει ολόκληρος και σε δευτερόλεπτα τον είδα να χύνει το σπέρμα του πάνω στην κοιλιά της ενώ αυτή του τον βαρούσε με λύσσα. Αφού άδειασε ο Νίκος το σπέρμα του πάνω της, η Βάνα πασάλειψε μέχρι τα στήθη της τα χύσια του και ξανασυγκεντρώθηκε στο ρούφηγμα του δικού μου πούτσου, ο οποίος δεν άργησε να παραδοθεί στο ανελέητο τριβέλισμα της γλώσσας και των χειλιών της, στέλνοντας μεγάλες ποσότητες σπέρματος κατευθείαν μέσα στο λαρύγγι της.

Αφού άδειασα κι εγώ πήγα και κάθισα δίπλα στον Νίκο ανάβοντας ένα τσιγάρο και παρακολουθήσαμε το θέαμα της Βάνας με τον Τάκη. Αυτός τώρα είχε αναποδογυρίσει πάνω στην πλάτη της την Βάνας λυγισμένη με τα πόδια στον αέρα και της τον κάρφωνε όρθιος με λύσσα μέσα στην κωλάρα της.

Η Βάνα βογκούσε και φώναζε από πόνο και ηδονή. Ο Τάκης την γαμούσε με όλη του την δύναμη πλησιάζοντας στον οργασμό του και την στιγμή που άρχισε να χύνει βογκώντας από καύλα τραβήχτηκε και περιέλουσε το πρόσωπο και τα μαλλιά της με το καυτό πηχτό του χύσι. Η Βάνα προσπαθούσε με την γλώσσα της να πιάσει όσο σπέρμα μπορούσε. Ο Τάκης αδειάζοντας πάνω στο πρόσωπο της το σπέρμα του σταδιακά γονάτισε πάνω από το κεφάλι της και έχωσε τον πούτσο του στο στόμα της.

Η Βάνα τον ρούφηξε με βουλιμία και δεν τον άφησε αφού σιγουρεύτηκε ότι δεν είχε τίποτε άλλο να ρουφήξει από μέσα του. Έπεσε βαρύς στον καναπέ προσπαθώντας να συνέλθει ενώ η Βάνα κειτόταν ξαπλωμένη ανάσκελα, με τα πόδια μισάνοιχτα, πασαλειμμένη από τα χύσια μας με ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο στόμα της. Ανασηκώθηκε σε λίγο και άναψε ένα τσιγάρο κατεβάζοντας μονορούφι το ποτό της και ακούμπησε την πλάτη της στα πόδια μου καπνίζοντας, χωρίς να την νοιάζει που ήταν πασαλειμμένη με τα χύσια μας. Σε λίγο σηκώθηκε, έσβησε το τσιγάρο και μας είπε:

-    «Πολύ ωραία μέχρι εδώ. Αλλά έχουμε ακόμα έναν γύρο για να συμπληρωθούν όλες οι αλλαγές στις τρύπες μου…»

Χάθηκε μέσα στο μπάνιο ενώ εμείς κοιταχτήκαμε μεταξύ μας και ξεσπάσαμε στα γέλια. Ξέραμε πλέον την θέση μας ο καθένας στον επόμενο γύρο. Σε λίγο γύρισε από το μπάνιο και γονατίζοντας πάνω σε ένα μαξιλάρι μας έκανε νόημα να την πλησιάσουμε. Άρχισε να μας ρουφάει αργά με μαεστρία τον έναν μετά τον άλλον και σε λίγα λεπτά μας είχε ξανακαυλώσει και τους τρεις.

Ικανοποιημένη από το έργο της έβαλε τον Τάκη να κάτσει στην καρέκλα και καβαλώντας τον πρόσωπο με πρόσωπο, πήρε κατευθείαν τον πούτσο του μέσα φιλώντας τον λαίμαργα. Αμέσως άρχισε να κουνιέται πάνω του ενώ πλησίασα εγώ από πίσω της και χωρίς δυσκολία βύθισα τον πούτσο μου μέσα στον ανοιγμένο πια κώλο της. Συγχρόνισα τις κινήσεις μου και άρχισα να την γαμάω από τον κώλο στον ρυθμό που η Βάνα ανεβοκατέβαζε το μουνί της πάνω στον πούτσο του Τάκη.

Μπήκε τότε στο παιχνίδι και ο Νίκος που ήρθε και στάθηκε όρθιος δίπλα της. Αμέσως η Βάνα χούφτωσε τον πούτσο του με το χέρι της και άρχισε να τον ρουφάει λαίμαργα ενώ με το άλλο χέρι του χάιδευε τα αρχίδια. Καυλωμένη όπως ήταν δεν άργησε να έρθει σε οργασμό πλημμυρίζοντας τα μπούτια του Τάκη με τα υγρά της. Εμείς ακόμα απέχαμε πολύ από τους δικούς μας οργασμούς. Σε κάποια στιγμή η Βάνα μας είπε:

-    «Θέλω να κρατηθείτε όλοι σας και όταν χορτάσω γαμήσι να με χύσετε και οι τρεις στο πρόσωπο και στο στόμα μου!»

Εμείς δεν είπαμε τίποτε. Σιωπηλά συμφωνήσαμε με την επιθυμία της. Σε λίγα λεπτά η Βάνα κεραυνοβολήθηκε από έναν ακόμα οργασμό που την άφησε ξέπνοη πάνω στην αγκαλιά του Τάκη. Περιμέναμε υπομονετικά να συνέλθει. Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια της, μας χαμογέλασε και είπε:

-    «Είμαι έτοιμη τώρα…»

Σηκώθηκε και γονάτισε ξανά στο μαξιλάρι. Ήρθαμε γύρω της με τον Τάκη φάτσα στο πρόσωπο της και εμένα με τον Νίκο στο πλάι. Η Βάνα άρχισε να μας ρουφάει με λύσσα ενώ με τα χέρια της έπαιζε τους πούτσους που δεν ρουφούσε. Κατάφερε να συγχρονίσει τις καύλες και των τριών μας, γιατί σε λίγα λεπτά και οι τρεις ήμασταν έτοιμοι να την χύσουμε. Τότε απομάκρυνε τα χέρια της και το στόμα της από πάνω μας και μας πρόσταξε:

-    «Εμπρός λοιπόν ψωλαράδες μου. Πετάξτε μου τα χύσια στα μούτρα μου!»

Εμείς αυτόματα πιάσαμε τους πούτσους μου και τους παίξαμε δυνατά και γρήγορα. Επακολούθησε μια σχεδόν ταυτόχρονη έκρηξη των οργασμών μας. Πρώτος ο Τάκης άρχισε να την χύνει στέλνοντας παχιές ριπές καυτού σπέρματος στο πρόσωπο της και το ορθάνοιχτο στόμα της. Ακολούθησε ο Νίκος και αμέσως εγώ. Τα χύσια μας διασταυρώνονταν στο πέταγμα τους και κατέληγαν παντού πάνω της… στα μαλλιά της, στο μέτωπο της, στα μάγουλα της, στο στόμα, στη μύτη, στο πιγούνι, στάζοντας στο λαιμό και το στήθος της.

Αφού αδειάσαμε ότι είχαμε και δεν είχαμε μέσα στα αρχίδια μας, η Βάνα μας πήρε ξανά έναν - έναν στο στόμα της και μας ρούφηξε, καθαρίζοντας τις τελευταίες σταγόνες σπέρματος.

Ήταν η τελευταία φορά που την είδα. Αλλά ετούτη η νύχτα θα μείνει χαραγμένη για πάντα στην μνήμη μου καθώς και στην μνήμη των άλλων…

(Copyright protected OW ref: 13213)