Ένα υπάκουο πουτανάκι

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Μια κοπέλα υπακούει στις διαταγές του κυρίου της που την αναγκάζει να εξευτελιστεί σε δημόσιο χώρο και να του ικανοποιήσει όλες τις ορέξεις του. Φυσικά δεν λείπουν και τα ανάλογα… βοηθήματα. Ο κόσμος γύρω, παρακολουθεί άφωνος!

Η ιστορία:

Άναψα το φωτάκι της πλαφονιέρας κι ανασηκώθηκα λίγο από το κάθισμα, για να κοιτάξω καλά το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Ήμουν κατακόκκινος, ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, επειδή ήμουν σίγουρος ότι θα ήμουν κόκκινος. Η ουσία ήταν ότι ένιωθα να καίγομαι ολόκληρος, ότι η έξαψή μου ξεπερνούσε κάθε προηγούμενο.

Δεν ήξερα, από τι κυρίως προερχόταν... Από το πάθος μου, που αν έμενε λιγάκι ακόμη ανικανοποίητο θα μ’ έκανε να εκραγώ, από τα νεύρα μου που είχαν τεντωθεί τη μέρα εκείνη πια στο έπακρο, ή απ’ την καύλα μου, που έφτανε σε ύψη τέτοια, που πίστευα πως σύντομα, θα άρχιζα να ιδρώνω σπέρμα, από τον κάθε πόρο μου.

Δεν είχε σημασία όμως. Τα πράγματα είχαν πάρει πια το δρόμο τους κι εγώ μαζί τους και τίποτε δεν θα μπορούσε πια να σταματήσει τις εξελίξεις ή εμένα, που έτρεχα πλέον με την ορμή εκατό χιονοστιβάδων. Και δεν υπήρχε πια περίπτωση, μετά από τα όσα επρόκειτο να γίνουν, να έμενε πια καμιά αμφιβολία μέσα της, για οτιδήποτε.

Ήμουν απόλυτα σίγουρος. Γιατί, όπως το είχα άλλωστε πει και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το είχε ποτέ χωνέψει, δεν υπήρχε τίποτε, ικανό να σταθεί εμπόδιο στο δρόμο μου για την τελική κατάκτησή της. Χιονοστιβάδα λοιπόν, αφού αυτό χρειαζόταν, για να ξεριζωθούν οι αμφιβολίες, οι φοβίες κι οι ενδοιασμοί. Χιονοστιβάδα.

Οδηγούσα νευρικά προς το λιμάνι. Δεν υπήρχε λόγος να οδηγώ νευρικά, δεν βιαζόμουν. Το έκανα μάλλον, για να συντηρήσω το θυμό, την έξαψή μου, για να μην χάσω την ορμή μου. Έτσι κι αλλιώς, θα αργούσα. Και δεν θα αργούσα λίγο, και δεν θα αργούσα από λάθος ή κακό υπολογισμό. ΘΑ αργούσα, επειδή ήθελα να είναι εκεί, μόνη της, επί ώρα αρκετή ώστε να αρχίσει να αισθάνεται αμήχανη, αβέβαιη, ανασφαλής. Ήθελα να τη βρω, με όλα όσα φοβόταν και την τρόμαζαν να τριγυρνάνε πάνω απ’ το όμορφο κεφάλι της, σαν ένα σμήνος αιμοβόρων γυπαετών. Τα ήθελα να είναι εκεί, παρόντα, σε όλη τους την ένταση, για να τα παρασύρει η χιονοστιβάδα, για να εξορκιστούν και να εξοριστούν όλα μαζί, μια και καλή.

Χαμογέλασα -ένα σκληρό χαμόγελο, που με παραξένεψε κι εμένα, καθώς το είδα με την άκρη του ματιού μου στον καθρέφτη- καθώς στριφογύρισε στο μυαλό μου το «ανασφάλειες». Μόνη της, ανάμεσα σε διάφορα ρεμάλια που μεθοκοπούσαν σ’ εκείνο το βρώμικο λιμανίσιο μπαρ όπου την είχα στείλει, εκείνη, μια αστραφτερή νέα γυναίκα, ντυμένη (περίπου ντυμένη δηλαδή, κατά μια ευρεία έννοια «ντυμένη») με τα ρούχα που είχα πει πως έπρεπε να φοράει. Κι εγώ, να μην λέω να φτάσω. Είχα αργήσει ήδη είκοσι λεπτά, και σκόπευα να αργήσω κι άλλα είκοσι. Έκλεισα το κινητό.

Πήγαινα παλιά εκεί, πριν κάμποσα χρόνια, τότε που το μαγαζί ήταν ακόμη κάπως αξιοπρεπές, που δεν μαζεύονταν μόνον ανθρώπινα κουρέλια. Πάντα έπινα πολύ, και κέρναγα πολύ, ο ιδιοκτήτης - μπάρμαν δεν με ξέχασε ποτέ. Του είχα τηλεφωνήσει. Δυσκολεύτηκε λιγάκι στην αρχή, αλλά σαν με κατάλαβε, έκανε σαν να ξανάβρισκε τον αδελφό του που είχε χαθεί στον πόλεμο, και του τον βρήκε ο Ερυθρός Σταυρός.

Του είπα πως θα πήγαινε εκεί, και πως θα με περίμενε αρκετά, θα αργούσα. Αλλά ήταν δική μου, κι όποιος -συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου- τολμούσε να την πλησιάσει σε απόσταση λιγότερο από τρία μέτρα ή να απλώσει χέρι πάνω της, θα το έχανε, και αυτό και το άλλο. Θα σκεφτόμουν μόνο, το αν θα του άφηνα τα πόδια του. Μπορούσαν όμως, να την «φάνε» με τα μάτια. Και δεν με πείραζε καθόλου να το κάνουν. Αντιθέτως, μάλιστα.

Δεν με αντιλήφθηκε αμέσως, όταν μπήκα. Τι θέαμα! Ένα κορίτσι για εξώφυλλο, να ανακατεύει αμήχανα με ένα μισόσβηστο τσιγάρο τα σβησμένα αποτσίγαρα μέσα στο τσακισμένο σταχτοδοχείο, σ’ ένα μικρό τραπέζι στη γωνιά ενός θλιβερού βρωμόμπαρου. Και να τα ψαχουλεύει, σχολαστικά, λες κι έψαχνε να βρει μέσα στις στάχτες την πέτρα που είχε φύγει από το διαμαντένιο δαχτυλίδι της, μες στο ημίφως. Δεν σήκωνε τα μάτια -την παρακολούθησα αρκετά- ούτε στιγμή. Μόνο της αποκούμπι, το τασάκι...

Θα ήθελε πολύ, ήμουνα σίγουρος, να έχει τα μάτια στυλωμένα στην πόρτα, για να δει πότε θα μπει η σωτηρία, προσωποποιημένη στη μορφή μου. Αλλά δεν ήταν δυνατό, αν σήκωνε το βλέμμα, θα έπρεπε να αντιμετωπίσει τα περίπου δέκα ζευγάρια μάτια, που ήταν καρφωμένα πάνω της. Κυριολεκτικά -τους κοίταξα έναν - έναν- τα μάτια τους την καταβρόχθιζαν, κανένας δεν κοιτούσε αλλού. Και πώς να κοιτούσαν άλλωστε αλλού; Ήταν ένα ποίημα, κι αν όλοι τούτοι δεν ήξεραν το παραμικρό για ποίηση, το αναγνώριζαν... Πότε αλήθεια να ’ταν η τελευταία φορά στη ζωή τους, που είχαν δει μια τέτοια γυναίκα από κοντά;

Το άσπρο δέρμα της άστραφτε σαν μάρμαρο στο μισοσκόταδο, λαμπρό ακόμη και σε σύγκριση με τα κατάξανθα, μακριά μαλλιά της που κάλυπταν σαν πέπλο τους ώμους της, και το κοντό -πολύ κοντό- μαύρο, απόλυτα εφαρμοστό της φόρεμα... Τα γυμνά της μπράτσα, λεπτά και μακριά, με μερικά βραχιόλια στους καρπούς και δυο μεγάλα δαχτυλίδια, ήταν σαφώς πολύ πιο τέλεια, πολύ πιο κοσμήματα, απ’ τα κοσμήματα... Αλλά τα αχόρταγα βλέμματα των ρεμαλιών τριγύρω της -μαζί και τα δικά μου, ομολογώ-, δεν ξεκολλούσαν κυρίως απ’ τα πόδια της. Μακριά, χυτά, με απαλές καμπύλες στους μηρούς, απίστευτες γάμπες, και τέλειους αστραγάλους, που γίνονταν ακόμη τελειότεροι από την κλίση που τους έδιναν τα ψηλοτάκουνα.

Έγλειψα τα χείλη μου, και προχώρησα. Το έκανα μεγαλοπρεπώς, με ύφος όχι λιγότερο πομπώδες από κείνο που πρέπει να ’χε πάρει ο Γάιος Ιούλιος, όταν τον είπαν Καίσαρα. Γύρισε και με κοίταξε, με μάτια τεράστια, σκοτεινά, λίγο υγρά νομίζω. Με ανακούφιση, με φόβο, με θυμό, με απορία. Κάρφωσα το βλέμμα μου στο δικό της, και δεν το τράβηξα στιγμή καθώς πλησίαζα. Ούτε καθώς παράγγελνα ποτό, μ’ ένα «κλακ» των δαχτύλων μου, χωρίς λέξη ή ματιά στον μπάρμαν. Αρκούσε αυτό. Ήξερε.

Δεν ανάσαινε, νομίζω, όσο την πλησίαζα. Χαμήλωσε ξαφνικά τα μάτια, όταν έφτασα πολύ κοντά. Άπλωσα το χέρι, άρπαξα τα μαλλιά της πίσω απ’ τον αυχένα της, τράβηξα το κεφάλι της προς τα πίσω, και κόλλησα, σκύβοντας, τα χείλη μου στα δικά της, που μισάνοιξαν. Δεν είχε μεγάλη διάρκεια το φιλί, αλλά μεγάλη ένταση. Αναστέναξε βαθειά και ρούφηξα την ανάσα που βγήκε με θόρυβο από το στόμα της, σαν να ’ταν η τελευταία που υπήρχε μέσα σ’ ένα αεροστεγώς κλειστό δωμάτιο.

Όλα κοκκίνισαν. Δεν κατάλαβα αν ήταν η λάμψη της κόκκινης φλόγας που ήταν τα χείλη της, στα μάτια μου, ή το αίμα που σφυροκοπούσε στα μηνίγγια μου με τρομερή ταχύτητα. Πάντως τραβήχτηκα, και κάθισα δίπλα της γρήγορα. Δεν ήθελα να καταλάβει ότι το φιλί είχε κάνει τα πόδια μου να τρέμουν... Εκτός του ότι φοβόμουν πως αν προσφέραμε λίγο ακόμη θέαμα, αυτοί οι ηλίθιοι που δεν σταμάταγαν να παρακολουθούν σα χαζεμένοι, μπορεί και να άρχιζαν να χειροκροτούν...

-    «Καλησπέρα!», είπα ξερά.

-    «Καλησπέρα σας!», απάντησε με φωνή που δύσκολα ακούστηκε. «Αργήσατε...»

-    «Ναι, άργησα λιγάκι... Ανησύχησες;»

-    «Λιγάκι, όχι πολύ, αλλά δεν αισθανόμουν και πολύ άνετα, μόνη μου εδώ. Προσπάθησα να σας πάρω και στο κινητό, αλλά...»

-    «Δεν απαντούσα, έ;»

Την άφησα να το σκεφτεί για λίγα δευτερόλεπτα, με το βλέμμα της και πάλι στο τασάκι. Έπειτα έπιασα με το χέρι, όχι πολύ σφιχτά αλλά σταθερά το σαγόνι της, και της γύρισα το πρόσωπο προς το μέρος μου. Τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Δεν ανάσαινε, και πάλι. Το ίδιο κι εγώ, αλλά προσπάθησα να μην το καταλάβει.

-    «Γιατί ανησύχησες;», τη ρώτησα. «Γιατί, έστω και λίγο; Ανησύχησες μήπως δεν έρθω, ή μήπως κάτι σου συμβεί;».

Έβλεπα μέσα στα μάτια της να αναδεύονται όλοι οι φόβοι κι οι αβεβαιότητες που το μυαλό της πεισματικά αρνιόταν να εγκαταλείψει. Δεν μίλησε. Τη χαστούκισα στο δεξί της μάγουλο, απότομα, κοφτά και με δύναμη. Το κεφάλι της τινάχτηκε απότομα προς τ’ αριστερά, ακολουθώντας την τροχιά που υπέδειξε το χέρι μου. Τα μαλλιά της κυμάτισαν έντονα, και μια τούφα έπεσε μπροστά στο μέτωπό της, σαν ώριμο στάχυ που λυγίζει απ’ τον άνεμο... Το πρώτο δάκρυ έτρεξε λες και το είχε ήδη έτοιμο κάτω από τα βλέφαρα. Τη χτύπησα και πάλι, ακόμη δυνατότερα, στο ίδιο μάγουλο, που το είδα να κοκκινίζει μες στο μισοσκόταδο. Της ξέφυγε ένας λυγμός.

-    «Κύριε...», ψέλλισε.

Έφερα το δείκτη μου μπροστά στα χείλη μου.

-    «Σσσς... Αργά…», της είπα. «Είναι πλέον, πάρα πολύ αργά...»

Με κοιτούσε δύσπιστα, σχεδόν έντρομα. Δεν το πολυπίστευε -όπως και άλλα πράγματα, για τα οποία θα ’πρεπε να έχει πεισθεί από καιρό- πίστευε μάλλον πως από στιγμή σε στιγμή θα το γύρναγα, θα της χάριζα και πάλι το πιο γλυκό μου χαμόγελο, θα επέστρεφα στις ευγένειες, τους πληθυντικούς και τα κανακέματα...

Δεν ήταν όμως ώρα, ήταν όντως αργά, για γλυκά λόγια και χαδάκια. Καλά ήταν αυτά, αλλά δεν είχαν λειτουργήσει όπως έπρεπε. Δεν είχαν βοηθήσει στο να καταλάβει το τι κατά βάθος ήθελε, το τι στ’ αλήθεια της έπρεπε, πώς έπρεπε και της άξιζε να ζει και να απολαμβάνει. Είχε χάσει λοιπόν πια το δικαίωμα να έχει τον έλεγχο. Όσο τον είχε, δεν ήξερε τι να τον κάνει. Δεν υπήρχε άλλη λύση λοιπόν, από να την πάρω από το χέρι και να την πάω στη χώρα της σκοτεινής επαγγελίας. Ή μάλλον, να την πάω σέρνοντας απ’ το μαλλί.

Ο μπάρμαν που έφερε το ουίσκι μου με τα μάτια στυλωμένα λαίμαργα πάνω της και μ’ ένα πονηρό υπομειδίαμα στα λεπτά, ανύπαρκτα σχεδόν χείλη του, της έδωσε την ευκαιρία να ξεφύγει για λίγο από το βλέμμα μου, και να επιστρέψει στο τασάκι της. Το επέτρεψα, γυρνώντας και κοιτώντας τον κι εγώ, γιατί ο απαράδεκτος, για να μην την βγάλει ούτε στιγμή από το οπτικό πεδίο του τώρα που είχε έρθει πιο κοντά, προσπαθούσε να αφήσει το ποτήρι στο τραπέζι στα τυφλά, υπολογίζοντας την απόσταση δίσκου-τραπεζιού από μνήμης. Τον σκούντησα άγρια στον ώμο.

-    «Πρόσεχε λίγο! Τι κάνεις ρε; Θα με περιχύσεις!»

Το άφησε τελικά με άπειρη προσοχή, σα να ’τανε από πανάκριβο κρύσταλλο Βοημίας και όχι μια δωδεκάδα στο ευρώ, κι απομακρύνθηκε πισωπατώντας, κοιτάζοντας αυτή τη φορά εμένα, με μια έκφραση που δήλωνε κάτι ανάμεσα σε απέραντο σεβασμό και δέος. Γύρισα προς το μέρος της, μετακινώντας λίγο την καρέκλα μου.

-    «Εδώ!», της είπα. «Κοίταξέ με, κι άσε το σταχτοδοχείο!»

Σήκωσε το κεφάλι της, αργά, απρόθυμα σχεδόν. Το βουρκωμένο βλέμμα της, που ποτέ δεν ήρθε στην απόλυτη ευθεία με το δικό μου, παρέμεινε ανεπαίσθητα χαμηλωμένο, μου φάνηκε τόσο φοβερά ερεθιστικό, που με μεγάλη προσπάθεια συγκρατήθηκα για να μη σηκωθώ εκείνη ακριβώς τη στιγμή, να κατεβάσω το φερμουάρ, και να της χώσω με μια κίνηση, τον πούτσο στο λαρύγγι. Πόσο απίθανα όμορφή ήταν! Νόμιζα πριν πως δεν θα μπορούσε να γίνει πιο όμορφη, αλλά τώρα, με τη γυαλάδα από τα δάκρυα στα μάτια, ήταν κυριολεκτικά απερίγραπτη. Ήθελα να δω ως που μπορούσε να φτάσει αυτό. Χρειάζονταν κι άλλα δάκρυα.

-    «Πες μου πουτάνα…», γρύλισα και την είδα να ανατριχιάζει στο άκουσμα της λέξης, που τη χτύπησε μάλλον πιο δυνατά απ’ τα χαστούκια. «Σου μοιάζω για κανένα παιδάκι;»

Δεν μίλησε. Τα πορφυρά της χείλη σφίχτηκαν, αλλά τα έβλεπα να τρέμουν. Θυμός; Οργή; Αντίδραση; Ή έντονη προσπάθεια, να μην ξεσπάσει σε λυγμούς; Ότι και να ’ταν... Κατέβασα το ουίσκι με τη μία και σκούπισα το στόμα μου με την ανάστροφη του χεριού μου.

-    «Ως πού;», συνέχισα στον ίδιο τόνο. «Νομίζεις πως θα άφηνα να τραβήξει αυτό; Ως πότε θα σ’ άφηνα λες, να κρύβεσαι πίσω απ’ το δάχτυλό σου, να προσποιείσαι πως είσαι κάποια άλλη; Πόσο λες να περίμενα πια, πριν πάρω από σένα, αυτά ακριβώς που θέλω να πάρω;»

Δεν μιλούσε. Δεν πείραζε όμως. Δεν ήθελα να βγουν και πολλά από το στόμα της, εκείνο το βράδυ. Περισσότερα, ήθελα να μπουν...

-    «Ξέρεις τι είσαι, έτσι δεν είναι;», ρώτησα φτύνοντας μία - μία τις λέξεις. «Ξέρεις τι θέλω από σένα και ξέρεις ότι απόψε θα το πάρω... Έτσι δεν είναι;»

Την άρπαξα ξανά απ’ τα μαλλιά, αυτή τη φορά πολύ πιο βίαια. Πόνεσε και ξαφνιάστηκε. Της ξέφυγε μια μικρή κραυγή και της γύρισα το πρόσωπο κατάφατσα με το δικό μου. Δεν μπορούσε πια να ξεφύγει από το βλέμμα μου, που πρέπει να πέταγε φωτιές, γιατί νομίζω πως είδα το φόβο της συνειδητοποίησης πως οι άμυνες κατέρρεαν και οι γέφυρες προς τα πίσω γκρεμίζονταν, να παίζει μέσα στα δικά της μάτια.

-    «Είσαι μια τσούλα! Θα πάψεις πια να αρνείσαι πως είσαι τσούλα. Θα ξεσκιστείς σαν τσούλα. Θα πάρω ότι θέλω από σένα. Θα κάνω ότι θέλω πάνω στο κορμί σου. Θα κάνεις ότι σου πω, χωρίς καμιά αντίρρηση. Και θα σ’ αρέσουν όλα αυτά. Κι αν δεν σ’ αρέσουν, θα αρέσουν σε μένα. Και φτάνει αυτό. Κατάλαβες;»

Κούνησε ελάχιστα το κεφάλι της, όσο της επέτρεπε η λαβή μου στα μαλλιά της.

-    «Μάλιστα…», είπε δειλά.

Την έφτυσα καταπρόσωπο και την χαστούκισα ξανά με τ’ άλλο χέρι. Δάκρυα. Όμορφα...

-    «Μάλιστα τι;», ρώτησα απειλητικά.

Ξανακούνησε βιαστικά, ελαφρά το κεφάλι.

-    «Μάλιστα... κύριε», απάντησε μ’ ένα μικρό κενό ανάμεσα στις λέξεις.

Άφησα τα μαλλιά της, σπρώχνοντας ταυτόχρονα το κεφάλι της μακριά από το πρόσωπό μου.

-    «Ωραία!», είπα. «Αλλά την επόμενη φορά που θα κομπιάσεις λέγοντας ‘κύριε’, θα σε τσακίσω!»

Μου είχε πει πολλές φορές, πως με τη γύμνια δεν είχε κανένα πρόβλημα. Δεν ήταν βέβαια παράλογο, με κορμί σαν το δικό της, θα μπορούσε και να μην υπάρχει πρόβλημα. Θα βλέπαμε όμως μέχρι που, δεν είχε πρόβλημα...

-    «Ξεσταύρωσε τα πόδια σου!», την πρόσταξα στεγνά. «Και μην σε ξαναδώ ποτέ, να τα σταυρώνεις!»

Τράβηξα την καρέκλα μου πιο πίσω, για να της δώσω λίγο χώρο.

-    «Άνοιξε τα μπούτια σου!»

Με κοίταξε λοξά, σηκώνοντας λίγο τα υγρά της μάτια. Πού το πήγαινα;

-    «Περισσότερο!», είπα. «Διάπλατα!»

Το έκανε, γυρίζοντας το κεφάλι μπροστά, μην κοιτώντας με πια. Άκουσα τον αέρα να βγαίνει απ’ τα πνευμόνια της με θόρυβο. Την άφησα λίγο να ξαναβρεί την ανάσα της, κι έπειτα σήκωσα ακόμη πιο ψηλά το ήδη πολύ κοντό της φόρεμα, αποκαλύπτοντας σε κοινή θέα τα υπέροχα πόδια της μέχρι ψηλά, τόσο που να μπορώ να βλέπω το εσώρουχο της. Είδα τα ρουθούνια της να διαστέλλονται, τα χείλη της να τρέμουν, και τα μάτια της να μισοκλείνουν. Σίγουρα, δεν ήταν από νύστα.

Έφερα το χέρι μου απότομα ανάμεσα στα μπούτια της -τόσο χυτά, τόσο απαλά, τόσο λευκά κόντρα στο μαύρο του φουστανιού και της κιλότας- και χούφτωσα το μουνί της. Το κιλοτάκι ήταν μούσκεμα. Αναστέναξε ηχηρά, σχεδόν βόγκηξε, και έκλεισε σφιχτά τα μάτια. Έτριψα λίγο τα μουνόχειλα της πάνω από το λεπτό μαύρο ύφασμα, τα έσφιξα, τα τσίμπησα δυνατά. Βόγκηξε πάλι, και την ένιωσα να τρέμει, όλο και πιο έντονα. Τράβηξα το χέρι μου, δεν ήθελα να χύσει τόσο γρήγορα. Έμεινε εκεί, ακίνητη, με τα μάτια κλειστά, να βαριανασαίνει.

Έχωσα το χέρι μου αυτή τη φορά μέσα στο ντεκολτέ της. Η παλάμη μου γέμισε από σφιχτή, καυτή, τρυφερή σάρκα που σπαρταρούσε. Σηκώθηκα, τράβηξα βίαια το ντεκολτέ της προς τα κάτω ξεχειλώνοντάς το, ξανάβαλα το δεξί μου χέρι, και τράβηξα έξω το ένα στήθος της. Άνοιξε τα μάτια, γύρισε και με κοίταξε άγρια, ξεπερνούσα, ήθελε να πει, τα όρια. Την κοίταξα σταθερά, παγωμένα, ακίνητος σαν άγαλμα. Κράτησε πολύ. Σχεδόν ένα ολόκληρο λεπτό. Πολύ μακρύ λεπτό. Σε όλη τη διάρκεια, αν και με κοίταζε κατάματα, έβλεπε με την άκρη του ματιού της το χέρι μου, που το περίμενε να σηκωθεί, και να πέσει. Όχι. Δεν ήταν ώρα για χαστούκι.

Χαμήλωσε τελικά τα μάτια, μ’ ένα βαθύ στεναγμό, και κοίταξε ίσια μπροστά. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα ελαφρύ χαμόγελο. Έκανα ένα βήμα πίσω και την κοίταξα. Ήταν σαν έργο σπουδαίου φωτογράφου, ακίνητη εκεί, υπέροχα παραδομένη, σε τόνους σχεδόν του ασπρόμαυρου, με μόνη χτυπητή αντίθεση το χρυσάφι των μαλλιών της. Κάτι δεν ήταν όμως, απόλυτα σωστό.

-    «Κάτσε λίγο πιο κάτω στην καρέκλα!», της είπα. «Και σήκωσε τις φτέρνες σου, έτσι που να πατάς στις μύτες. Βάλε τα χέρια σου στα γόνατα, με τις παλάμες προς τα πάνω. Μείνε εκεί. Θα γυρίσω... Μην τολμήσεις να κλείσεις τα μάτια σου!»

Τράβηξα το τραπέζι πιο μπρός, για να μην την κρύβει τίποτε από τα αδηφάγα μάτια των θαμώνων και του μπάρμαν. Ήξερα πως τα ένιωθε πάνω της, σαν πυρωμένα βέλη. Πριν βγω, κοίταξα βλοσυρά τον μπάρμαν, και όλους, έναν - έναν τους. Κανένας δεν θα γλίτωνε αν επιχειρούσε τίποτε εκτός απ’ το να κοιτάζει.

-    «Όποιος θέλει να φύγει, να φύγει τώρα!», είπα δυνατά. «Μόλις γυρίσω, η πόρτα θα κλείσει και θα ξανανοίξει πολύ αργότερα…»

Φυσικά, κανείς δεν κούνησε. Κανείς δεν θα μπορούσε να απορρίψει ένα τέτοιο λαχείο. Ούτε κι ο μπάρμαν, δεν του ’ριξα ούτε δεύτερη ματιά, να δω αν συμφωνούσε. Αυτά που θα ’χε την τύχη να δουν τα μάτια του, σίγουρα δεν πληρώνονταν ούτε με τις εισπράξεις του ενός ολόκληρου χρόνου. Πέταξα το κολάρο στο τραπέζι, μπροστά της. Γύρισε και με κοίταξε, με το βλέμμα πάντα πλέον λίγο χαμηλά, και ελαφρά ικετευτικά. Το έδειξα, κουνώντας δύο φορές το δείκτη μου.

-    «Φόρα το!»

Χωρίς να αλλάξει καθόλου τη θέση των ποδιών της, άπλωσε το δεξί χέρι, και το πήρε. Το κοίταξε για λίγο, κι έπειτα το έφερε προς το λαιμό της, φροντίζοντας να χαϊδέψει λίγο το μάγουλό της μ’ αυτό, να νιώσει το πόσο σκληρό ήταν το μαύρο, χοντρό δέρμα, πριν το φορέσει. Την άκουσα να εισπνέει δυνατά. Σίγουρα, από αυτή τη νύχτα και μετά, η μυρωδιά του δέρματος θα της έφερνε πάντα πολύ έντονες αναμνήσεις. Μου άρεσε πολύ η σκέψη, πως από κει και πέρα, όποτε φόραγε κάτι δερμάτινο, θα ήταν μονίμως καυλωμένη.

Μόλις ασφάλισε το κολάρο στον αυχένα της, γύρισε και με κοίταξε, αυτή τη φορά κατ’ ευθείαν στα μάτια, ζητώντας την αποδοχή μου για την υπακοή της.

-    «Εντάξει, κύριε;», ρώτησε.

Της χάρισα μισό χαμόγελο και κατένευσα. Ήρθα όμως πίσω της, κι έσφιξα το κολάρο ακόμη περισσότερο, κόβοντάς της την ανάσα. Το κράτησα εκεί για λίγο και έπειτα το ξέσφιξα λιγάκι. Όσο δεν μπορούσε να ανασάνει, έτρεμε και πάλι. Τόσο κοντά στον οργασμό...

Το «κλικ» της αλυσίδας όμως στον κρίκο του κολάρου, την έκανε να χύσει. Δεν το περίμενα, δεν την πρόλαβα. Είχα καθίσει σε μια καρέκλα και την είχα βάλει να γονατίσει μπροστά μου, αφού είχε σηκώσει πρώτα το φόρεμα στη μέση της. Η «αίθουσα» ζεστάθηκε φοβερά, το κοινό έμεινε ακόμη πιο άφωνο απ’ ότι ήδη ήταν πριν, στη θέα του κώλου της, που δεν κρυβόταν βέβαια, σχεδόν καθόλου, από το μικρούλι στρινγκ.

Κι εγώ, δεν πήγαινα πίσω. Το στόμα μου ήταν στεγνό σαν πηγάδι στερεμένο από χρόνια, όταν της είπα να γονατίσει εμπρός μου. Δεν είχα ξαναντικρύσει ποτέ πριν, κάτι πιο τέλειο από τους γλουτούς της. Η εκπληκτική στρογγυλάδα της σφιχτής, ροδαλής σάρκας, έκανε τη δική μου σάρκα να διογκωθεί στα όρια, απειλώντας να σπάσει το φερμουάρ του παντελονιού μου.

Έπαιξα την αλυσίδα για λίγο στα χέρια μου, έσκυψα, και την πέρασα στον κρίκο. Την είδα αμέσως, έκπληκτος, στον ήχο του «κλικ» να τρεμουλιάζει σύγκορμη, να σφίγγει με τα χέρια της τα γόνατά της, τα κόκκινα νύχια της να πληγιάζουν σχεδόν το απαλό της δέρμα, να κλείνει σφιχτά τα μάτια, και να μουγκρίζει. Σε λίγο άνοιξε τα μάτια, ανασαίνοντας πιο ήρεμα. Κοίταζε ταπεινά τα παπούτσια μου. Τράβηξα απότομα την αλυσίδα, για να την κάνω να με κοιτάξει.

-    «Είσαι μεγάλη τσούλα!», της είπα. «Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως μπορείς να χύνεις όποτε σου κατέβει. Αν ξαναχύσεις δίχως να ζητήσεις άδεια, θα υπάρξουν συνέπειες. Κατάλαβες, πουτάνα;»

Ξαναχαμήλωσε το βλέμμα και έγνεψε καταφατικά.

-    «Μάλιστα κύριε…», απάντησε. «Κατάλαβα... Θα υπάρξουν συνέπειες...»

Αφού ικανοποιήθηκα από το πόσο καλά μου έγλειψε τ’ αρχίδια μερικά λεπτά, της είπα να πάρει τον πρησμένο πούτσο μου στο στόμα της. Το έκανε χωρίς καμιά αντίρρηση -δεν περίμενα τίποτε τέτοιο άλλωστε-, αλλά το έκανε επίσης με πάθος, και το ’κανε πολύ καλά. Μα δεν θα την άφηνα για πολύ να κάνει μόνον ότι ήθελε εκείνη. Τραβώντας την αλυσίδα βίαια, της τραβούσα το κεφάλι προς τον πούτσο μου, έτσι που να καρφώνεται βαθιά, μες στο καυτό, υγρό λαρύγγι της. Πνιγόταν, και την κρατούσα εκεί, με την ψωλή να μην της επιτρέπει να ανασάνει, μέχρι που τα μάτια της φώναζαν «βοήθεια». Και πάλι, και πάλι...

Σηκώθηκα, της τράβηξα το κεφάλι προς τα πίσω, έχωσα τέσσερα δάχτυλα στο στόμα της για να της δείξω ότι έπρεπε να το ανοίξει όσο έπαιρνε, κι έχυσα πάνω στη γλώσσα της. Κράτησε το σπέρμα μου στο στόμα της μέχρι που να της δώσω και την τελευταία σταγόνα, κοιτώντας με ερωτηματικά. Έγνεψα «ναι» με το κεφάλι, και κατάλαβε. Έκλεισε το στόμα και κατάπιε το σπέρμα, ανατριχιάζοντας όμως ελαφρά, νομίζω. Δεν πείραζε όμως. Όπως και να ’χε, το κατάπιε...

Της είπα να γδυθεί τελείως, και να σταθεί, σε στάση επιθεώρησης -όρθια, με τα πόδια ανοιχτά και τα χέρια δεμένα πίσω απ’ τον αυχένα- μπροστά «στο κοινό της». Δίστασε λίγο, και χρειάστηκε να την πείσω με μερικές δυνατές ξυλιές με το χέρι μου στον κώλο, αλλά τελικά το έκανε. Ο φωτισμός ήταν πιο έντονος τώρα -το ’χε κάνει ο μπάρμαν, και δεν έφερα αντίρρηση- κι έτσι, όλα τα ρεμάλια, μπορούσαν να μακαρίζουν την τύχη τους που τους είχε γραφτό να βρεθούν εκεί εκείνο το βράδυ, και να δουν αυτά που έβλεπαν.

Τα στήθη της δεν πήγαιναν πίσω, συγκριτικά με τα κωλομέρια της. Γεμάτα και στητά, ολόρθα σ’ αυτή τη στάση, και με την έξοχη λάμψη του μετάλλου στις τρυπημένες ρώγες της. Τα περισσότερα μάτια όμως ήταν καρφωμένα στο απόλυτα εκτεθειμένο μουνί της, τέλεια αποτριχωμένο, με τρυφερά, υγρά, ροζωπά χείλη, και στο μικρό σκουλαρικάκι που διαπερνούσε την καλύπτρα της κλειτορίδας της. Χλόμιασε λίγο, όταν στήθηκε έτσι εκεί, απέναντι στα αδηφάγα μάτια όλων αυτών, βλέποντάς τους να έχουν βγάλει οι περισσότεροι τις ψωλές και να τις παίζουν, αλλά σύντομα, άρχισε να κοκκινίζει. Μάλλον δεν ήταν τελικά, και τόσο απόλυτα άνετη με τη γύμνια. Ή, με την κάθε γύμνια...

Την έβαλα πάλι να γονατίσει, με τα μπούτια ορθάνοιχτα, και να πιάσει με τα χέρια της τους αστραγάλους της. Τα έδεσα εκεί, στερέωσα ανάμεσα στους αστραγάλους ένα spreader bar, κι έπειτα έδεσα τα μακριά μαλλιά της στη μπάρα, έτσι που να τεντώνεται το κορμί της προς τα πίσω. Τη φίμωσα μ’ ένα ball gag. Την άφησα για κάμποση ώρα εκεί, ολόγυμνη, δεμένη, χωρίς τη δυνατότητα να κινηθεί ή να μιλήσει, να κοιτάζει το ταβάνι, και με την άκρη του ματιού τους άντρες που αυνανίζονταν κοιτάζοντάς την, να σκέφτεται τι άραγε να σκέφτονταν, τι θα’ θελαν να της κάνουν αν μπορούσαν -ή και ίσως τι θα της έκαναν, αν έδινα την άδεια- χωρίς να έχει την παραμικρή ελπίδα αντίδρασης, ή έστω άρνησης.

Κάθισα κάπου κοντά στους άλλους κι άναψα τσιγάρο, απολαμβάνοντας για λίγο κι εγώ το θέαμα. Δεν ήξερα αν έβλεπα καλά, πάντως αν έβλεπα, στο πάτωμα, κάτω ακριβώς από τα μουνόχειλα της, άρχισε γρήγορα να σχηματίζεται μια μικρή λιμνούλα.

Το crop που χτύπησε με δύναμη την τρυφερή σάρκα στη μέσα πλευρά του δεξιού της μπουτιού την έκανε να ουρλιάξει, αλλά η κραυγή της πνίγηκε από το φίμωτρο. Δεν την χτύπησα πολλές φορές, σ’ αυτά τα σημεία άλλωστε δεν χρειαζόταν, αλλά την χτύπησα δυνατά. Τρεις φορές στο κάθε μπούτι, δυο στην άτριχη ήβη της και τις δυο τελευταίες στο μουνί. Της έβγαλα βιαστικά το gag, γιατί από το κλάμα μαζί με τα σάλια που είχαν μαζευτεί στο στόμα της κινδύνευε να πνιγεί. Εξάλλου, ήθελα να ακούσω καθαρά τ’ αναφιλητά της.

Δεν έλυσα τα χέρια και τα πόδια της, μόνο τα μαλλιά της, και της είπα να σκύψει μπροστά. Δυσκολεύτηκε λίγο αλλά το κατάφερε. Το πρόσωπό της ακούμπησε στο φθαρμένο, βρώμικο πάτωμα, όπως και οι άκρες του στήθους της. Χούφτωσα τα κωλομέρια της, και τ’ άνοιξα. Έφτυσα στην κωλοτρυπίδα της, σάλιωσα το δείκτη μου και της τον έχωσα στον κώλο, απότομα. Αναστέναξε πονεμένα. Ήταν στενή. Τα πρώτα χτυπήματα με το flogger στον κώλο της δεν την πόνεσαν πολύ, δεν ήταν άλλωστε πολύ δυνατά. Στα τελευταία όμως, δεν μπόρεσε να μη φωνάξει. Το χρώμα στα κωλομέρια της ήταν τώρα υπέροχο. Έντονο κόκκινο, με κάποιες λίγο πιο σκούρες, λεπτές γραμμές, να διασταυρώνονται.

Ήταν περίεργο που μου συνέβαινε ξανά τόσο σύντομα, αλλά δεν μπορούσα και πάλι να κρατηθώ. Γονάτισα πίσω της, έχωσα τον πούτσο μου στο πλημμυρισμένο, καυτό μουνάκι της, κι άρχισα να τη γαμάω άγρια. Κράτησε αρκετά. Κράτησα, αρκετά. Μέχρι όμως να χύσω ξανά εγώ, αυτή τη φορά πάνω στον αγγελικά πλασμένο κώλο της, με είχε παρακαλέσει τρεις φορές, να χύσει εκείνη.

Τις δύο πρώτες δεν την άφησα, μείωσα λίγο το ρυθμό μου για να τη βοηθήσω να μην αποδειχτεί ανυπάκουη, και τα κατάφερε. Την τρίτη, όταν τη σφυροκοπούσα πια ανελέητα, κοντεύοντας κι εγώ, και με τον αντίχειρά μου βαθιά στην κωλοτρυπίδα της, της έδωσα την άδεια. Δεν είχε καμιά σχέση αυτός ο οργασμός, με τον προηγούμενο. Φώναξε, το πρόσωπό της γδάρθηκε στο πάτωμα, δεν σταμάτησε να τρέμει παρά έπειτα από αρκετή ώρα. Πόσο ξεχωριστή γυναίκα ήταν, αλήθεια. Δεν είχα άδικο, που τη λάτρευα.

Την ξάπλωσα ανάσκελα πάνω σ’ ένα τραπέζι, με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά της, τα έδεσα εκεί, την έβαλα να σηκώσει και να ανοίξει τα πόδια όσο γινόταν, κι έδεσα τις γάμπες της με τους ώμους της. Δεν θα μπορούσε να’ ναι πιο ανοιχτή κι εκτεθειμένη στα μάτια όλων, παρά έτσι, δεμένη, διπλωμένη στα δυο, με το μουνί ορθάνοιχτο και την ερεθισμένη της κωλοτρυπίδα σε κοινή θέα. Στάθηκα δίπλα στο κεφάλι της και έβαλα τον πούτσο μου ξανά γιέ λίγο στο στόμα της. Έγλειψε άπληστα, ρουφώντας τη γεύση του μουνιού της, μαζί με τη δική μου. Την κοίταξα χαμογελώντας.

-    «Τον χόρτασες αυτό τον πούτσο τσούλα;», τη ρώτησα. «Είσαι έτοιμη τώρα και για τους υπόλοιπους;»

Με κοίταξε, με την ψωλή πάντα στο στόμα της, με τρόμο. Προσπάθησε να κουνήσει το κεφάλι της δεξιά - αριστερά λέγοντας «όχι».

-    «Γιατί;»

Δεν μπορούσε να μιλήσει. Χαμογελώντας γλυκά, τραβήχτηκα απ’ το στόμα της, έφερα μια καρέκλα και κάθισα κοντά της.

-    «Γιατί δεν θέλεις;», ξαναρώτησα. «Μην μου πεις ότι ξεκαύλωσες; Μη μου πεις, ότι δεν αντέχεις λίγο πήδημα ακόμα;»

-    «Αντέχω, κύριε…», απάντησε. «Και είμαι πάρα πολύ καυλωμένη. Θέλω... Αλλά δεν θέλω μ’ αυτούς...»

Την κοίταξα επιτιμητικά.

-    «Τι εννοείς μωρό μου;», είπα. «Δεν σου πέφτουν αρκετά ωραίοι; Αν βρίσκαμε ωραιότερους, θα ήθελες να σε ξεσκίσουν; Ή μήπως, δεν τους βρίσκεις αρκετά κυρίους, κι αρκετά καθαρούς; Σάμπως κι εσύ, είσαι κάτι παραπάνω από ένα βρωμερό τσουλί, ωραία μου;»

Τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Ξεροκατάπιε.

-    «Κύριε...», είπε σιγά, με τα μάτια να υγραίνονται ακόμη πιο πολύ. «Δεν είναι αυτό... Δεν είναι που δεν είναι αρκετά ωραίοι. Ούτε νέοι. Δεν είναι που δεν είναι αρκετά καθαροί. Είναι... που δεν είναι Εσείς, Κύριε. Δεν θέλω αυτούς. Δεν θέλω να είμαι βρωμερό τσουλί γι’ αυτούς. Θέλω να είμαι βρωμερό τσουλί, μόνο για σας...»

-    «Κατάλαβα!», της είπα. «Αλλά πρέπει να το σκεφτώ. Θα μείνεις λίγο εδώ λοιπόν, να περιμένεις...»

Κουμπώθηκα, κι αφού της φόρεσα μια δερμάτινη κουκούλα που έκλεινε μάτια και αυτιά, εμποδίζοντάς την να ακούει και να βλέπει οτιδήποτε, της έχωσα στον κώλο ένα μικρό butt plug με ενσωματωμένο δονητή, κι απομακρύνθηκα. Χωρίς πολλούς θορύβους, έδιωξα όλα τα ρεμάλια που με κοιτούσαν με σεβασμό κι ευγνωμοσύνη και ξανακλείδωσα την πόρτα. Κάθισα στο μπαρ, είπα στον μπάρμαν να μου βάλει ένα ουίσκι, και άναψα τσιγάρο.

Χωρίς να της βγάλω την κουκούλα μπήκα μέσα της, και πάλι βίαια, και με τα χέρια μου να σφίγγουν το λαιμό της. Δεν ξέρω εάν ήξερε πως ήμουν εγώ και όχι κάποιος άλλος, δεν γνωριζόμασταν ακόμη και τόσο καλά. Πάντως, δεν αντιστάθηκε, το δέχτηκε πειθήνια, κουνούσε τη λεκάνη της έτσι που να με παίρνει όλον μέσα της, και προσπαθούσε να παίρνει βαθιές ανάσες ανάμεσα στα σφιξίματά μου.

Κάμποση ώρα μετά, κι αφού ανάσανε από ένα πολύ παρατεταμένο σφίξιμο, μέσα σε σπασμούς, φώναξε: «Κύριε!», ζητώντας προφανώς την άδεια να τελειώσει. Φώναξα δυνατά την άδεια, με άκουσε, κι άρχισε να χύνει πάλι με κραυγές και βογγητά, ενώ οι σπασμοί της την έκαναν να καρφώνεται δυνατά πάνω στον πούτσο μου. Έχυσα κι εγώ, μέσα της, βογκώντας δυνατά.

Της έδωσα πίσω την όραση και την ακοή της, πριν αρχίσω να τη λύνω. Με μάτια θολωμένα κοίταξε γύρω της, κι έπειτα γύρισε σ’ εμένα, γεμάτη, κι εκείνη, ευγνωμοσύνη, διαπιστώνοντας πως πράγματι, μόνον εγώ είχα μπει μέσα της, και κανένας άλλος.

-    «Σας ευχαριστώ!», είπε με κείνη της την ολόγλυκη φωνή, μα δέκα φορές γλυκύτερη.

-    «Παρακαλώ», είπα. «Έδειξες πολύ καλή διαγωγή. Και πιστεύω πως τελικά, κατάλαβες...»

Μόλις ντύθηκε, σήκωσε το σακ βουαγιάζ μου με τα tools και έκανε να κινηθεί προς την πόρτα.

-    «Περίμενε!», την σταμάτησα.

Με κοίταξε ερωτηματικά.

-    «Πού πας;», τη ρώτησα. «Ήρθες εδώ, ήπιες, πηδήχτηκες, διασκέδασες. Δεν πρέπει να πληρώσεις το λογαριασμό;», και έδειξα το μπάρμαν.

Φάνηκε πολύ έκπληκτη -μα, θα την έβαζα να πληρώσει τα ποτά;-, αλλά έκανε να ανοίξει την τσάντα της.

-    «Σε είδος, τσουλάκι!», της είπα.

Δεν έφερε αντίρρηση, αλλά είδα τα μάτια της να σκοτεινιάζουν από απογοήτευση. Άφησε το σακ βουαγιάζ να πέσει, άφησε κάτω και την τσάντα της και έμεινε ακίνητη, περιμένοντας εντολές. Ο μπάρμαν ήρθε και κάθισε σε μια καρέκλα κοντά της. Με κοίταξε με νόημα.

-    «Μια πίπα…», είπε.

-    «Μια μαλακία», του απάντησα. «Και πολύ σου πέφτει. Έτσι κι αλλιώς, τα ποτά σου είναι μπόμπες!»

Γέλασε τρανταχτά.

-    «Καλά, εντάξει ρε μεγάλε!», είπε. «Αλλά δεν θα πιπάρεις και λίγο;»

Σήκωσα τους ώμους μου.

-    «Οκ, δίκιο. Μπορείς να τη χουφτώνεις...»

Αφού βγήκε από το μπάνιο, ήρθε, μεγαλοπρεπέστατα σεμνή μες στην απόλυτη γύμνια της και γονάτισε κοντά μου, δίπλα στο κρεβάτι.

-    «Τελείωσα με το μπάνιο, κύριε…», μου είπε. «Τι θέλετε να κάνω τώρα;»

Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα το στήθος της.

-    «Τώρα θα κοιμηθούμε…», είπα.

-    «Πού θα κοιμηθώ εγώ;», με ρώτησε.

Παραμέρισα στο κρεβάτι και σήκωσα το πάπλωμα.

-    «Μα πού να κοιμηθείς μικρή μου; Εδώ θα κοιμηθείς, μαζί μου, φυσικά!»

Χώθηκε κάτω απ’ τα σκεπάσματα με φόρα, πηδώντας σχεδόν, ενθουσιασμένη, σαν μικρό κοριτσάκι. Κόλλησε πάνω μου, τρίφτηκε, και κατάφερε κατά κάποιο τρόπο να δεθούμε κόμπο, μπλέκοντας τα πόδια της με τα δικά μου, περνώντας το κεφάλι της πάνω από το χέρι μου, χώνοντας το πρόσωπό της στο στήθος μου και τοποθετώντας το άλλο χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της.

Μείναμε για λίγο έτσι... Ανάσαινα την ευωδιά του φρεσκοπλυμένου κορμιού και των μαλλιών της, και παρακολουθούσα τη δική της απαλή ανάσα, να ηρεμεί σιγά - σιγά. Σήκωσε το κεφάλι της ξαφνικά, και με κοίταξε. Τα μάτια της έλαμπαν και πάλι, παρά το ελάχιστο φως.

-    «Κύριε…;», είπε ερωτηματικά.

Την κοίταξα, περίεργος.

-    «Τι;», ρώτησα.

Αν έβλεπα καλά, μάλλον υπήρχε κάποια πονηριά στο βλέμμα της.

-    «Είστε πολύ καλός, αλλά πώς δέχεστε μια τσούλα σαν κι εμένα στο κρεβάτι σας; Το βρίσκετε σωστό, να κοιμάστε με μια βρώμικη πουτάνα;»

Την κοίταξα όσο μπορούσα αυστηρά, χωρίς να καταφέρνω όμως, να καταπνίξω το χαμόγελο.

-    «Πρώτον…», της είπα. «Ανακατεύεσαι σε πράγματα που δεν σε αφορούν. Να το προσέχεις αυτό, μπορεί να υπάρξουν επιπτώσεις. Και δεύτερον, δεν θα κοιμηθώ με καμιά πουτάνα. Θα κοιμηθώ με την αγαπημένη μου, την ίδια που κάθε βράδυ ονειρεύομαι. Που θα μου φτιάξει καφέ και πρωινό μόλις ξυπνήσει, για να είμαι ακμαίος λίγο αργότερα, που θα ξαναπηδήξω την πουτάνα. Επί τη ευκαιρία, αν την συναντήσεις το πρωί την ώρα που θα φτιάχνεις πρωινό, πες της να είναι έτοιμη. Γιατί δεν θα αργήσω καθόλου να την ξαναπεριλάβω...»

Έσκυψα και τη φίλησα.

-    «Κοιμήσου…»

(Copyright protected OW ref: 12695)