Νοσοκόμα μου γλυκιά

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ένα πολύ σοβαρό ατύχημα, καθηλώνει έναν νεαρό στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Μια γλυκιά και περιποιητική νοσοκόμα όμως, είναι μια όαση μέσα στο περιβάλλον αυτό και απαλύνει τον πόνο του. Γρήγορα οι δύο νέοι έρχονται πολύ κοντά και ο έρωτας είναι αναπόφευκτος.


Η ιστορία:

Είχε χτυπήσει άσχημα. Το γόνατο του έγινε θρύψαλα. Το αριστερό χέρι, σπασμένο σαν καλάμι στον βραχίονα. Ο πόνος όσο περνούσε η ώρα, αφόρητος - ποτέ δεν είχε πονέσει τόσο. Τώρα καταλάβαινε, τι σημαίνει πόνος.

Καθώς τον πήγαιναν στο Γενικό Κρατικό νοσοκομείο σφάδαζε. Ταυτόχρονα σκεφτόταν τον ηλίθιο τρόπο που έπεσε και νευρίαζε με την βλακεία του.. Μπορούσε να το αποφύγει, αν προλάβαινε να μειώσει ταχύτητα. Η στροφή ήταν μεγάλη, σχεδόν εκατόν ογδόντα μοιρών, πλάγιασε τη μηχανή όσο μπορούσε, έγδαρε τη μπότα του στην άσφαλτο αλλά, όταν ορθώθηκε, έκανε ένα επικίνδυνο ζιγκ ζακ και χτύπησε στην κολώνα της ΔΕΗ.

Μόλις συμμάζεψε τα κόκαλα του από την άσφαλτο, νόμισε πως δεν είχε πάθει τίποτα. Ήταν ζεστός ακόμα αλλά το κρεμασμένο χέρι έλεγε άλλα. Το πόδι το αντιλήφτηκε δυο λεπτά αργότερα, καθώς άκουγε τον κόσμο να τον παροτρύνει να πάει στο νοσοκομείο. Όταν έφτασε, τον οδήγησαν σε κάποιο θάλαμο. Του έκαναν ένεση για τον πόνο αλλά δεν τον έπιανε. Ο πόνος του χτύπαγε τα μηλίγγια, σχεδόν ούρλιαζε. Του έδωσαν κι άλλο αναλγητικό. Τίποτε. Είχε την εντύπωση πως θα πέθαινε από τους πόνους το ίδιο βράδυ.

Μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα της κατάστασης, του έβαλαν πρόχειρους επιδέσμους και τον παράτησαν στην ομίχλη του μυαλού του. Πόση ώρα να πέρασε; Κουλουριασμένος σαν φίδι, φώναζε και γκρίνιαζε, τα ‘βαζε με τον εαυτό του, παραμιλούσε, σε λίγο, δεν ήξερε που βρισκόταν. Σαν σε όνειρο κάποια στιγμή, ανάμεσα από ένα σύννεφο, ήρθε κοντά του, μια πανέμορφη νοσοκόμα. Είδε το πρόσωπο της να του χαμογελάει και δεν έκανε λάθος. Το χαμόγελο της, το βλέμμα της ήταν ερωτικά. «Αει στο διάβολο!», σκέφτηκε.

Η νοσοκόμα κάθισε στο κρεβάτι του. Έπιασε το χέρι του, αμίλητη. Που και που γύριζε και του χαμογελούσε ζεστά. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που θυμόταν πριν τον πάνε στο χειρουργείο το άλλο πρωί. Η Μυρτώ, -έτσι την έλεγαν- είχε ξενυχτήσει στο κρεβάτι του, αφού από τους δικούς του δεν είχε ειδοποιηθεί κανείς. «Έτσι θα είναι οι νοσοκόμες…», σκέφτηκε για να λύσει την απορία του, μια και δεν είχε πάει άλλη φορά σε νοσοκομείο άρρωστος.

Αλλά, το πρόσωπό της ήταν πάλι που είδε πρώτο, όταν τον έβγαζαν από το χειρουργείο, μετά από δύο ώρες επέμβαση. Τον ακολούθησε μέχρι τον θάλαμο και κάθισε κοντά του πιάνοντας το χέρι του, όταν οι άλλοι έφυγαν. Ο πόνος συνέχιζε να είναι αφόρητος, άρχισε να λέει ασυναρτησίες εξαιτίας της νάρκωσης. Κι όσο η νάρκωση υποχωρούσε, τόσο ο πόνος μεγάλωνε. Κατά το απόγευμα, όταν κάπως είχε συνέλθει, την αναζήτησε. Δεν την είδε. Κοντά του, ήταν η αδερφή του που κατέφτασε από την επαρχία, να τον δει. Έκλαιγε και τον κοιτούσε με αγάπη και πόνο.

-    «Είμαι πολύ άσχημα; Θα μείνω κουτσός;», την ρώτησε με αγωνία.

-    «Όχι μάτια μου. Τι είναι αυτά που λες;», τον καθησύχαζε.

-    «Πες μου όλη την αλήθεια. Δεν φοβάμαι να την ακούσω…», την προέτρεψε.

Το αριστερό του πόδι ήταν στο γύψο μέχρι τον μηρό. Δεν μπορούσε να το κουνήσει. Κάθε κίνηση, του έδινε σουβλιές. Το ίδιο και το αριστερό χέρι - γύψος παντού.

-    «Θα γίνεις καλά…», είπανε οι γιατροί. «Θα σου τα πουν οι ίδιοι αργότερα. Σου έκαναν πλαστική επέμβαση, στο γόνατο. Έχει σπάσει η επιγονατίδα. Το χέρι, δεν είναι τίποτα σπουδαίο, ένα απλό σπάσιμο».

Η αδερφή του έφυγε το μεσημέρι, λέγοντας πως θα ξαναρχόταν. Αλλά αυτός, περίμενε κάτι άλλο. Περίμενε την Μυρτώ που ακόμα πίστευε πως ήταν πρόσωπο της φαντασίας του. Παρόλα αυτά, στο νου του ερχόταν συνέχεια, πρώτα τα πράσινα μάτια της κι ύστερα ολόκληρη η κορμοστασιά της. Ήταν σίγουρα ψηλή και τα μαλλιά της σγουρά, μαύρα, ή μαύρη ήταν η φαντασία του;

Αλλά η Μυρτώ, δεν πήγε εκείνη την μέρα. Και το βράδυ, τυλιγμένος με ορούς και χάπια, του φάνηκε πολύ λευκό, πιο λευκό από τα σεντόνια του, μεγαλώνοντας την ψευδαίσθηση του. Για να ξεφύγει - ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα μάθαινε την αλήθεια - γνωρίστηκε με τους άλλους τέσσερις ‘συναδέλφους’ που ήταν κατάκοιτοι, όμοια μ’ αυτόν, στον ίδιο θάλαμο. Ο Δάσκαλος, δίπλα του, είχε τρακάρει με το αυτοκίνητο του στην Εθνική. Σπασμένη λεκάνη, πόδια, χέρια. Η γυναίκα του σκοτώθηκε επί τόπου.

-    «Πριν από ένα μήνα…», του είπε κλαίγοντας.

Ο Θάνος, στην γωνία, ένας νεαρός δεκαεξάρης, είχε σπάσει την κνήμη του δεξιού ποδιού, από πέσιμο με κλαμένο παπάκι.. Ο Μάνος παραδίπλα, πενηντάρης, είχε γλιστρήσει στο μπάνιο και βλαστημούσε τα σαμπουάν και ο παππούς στην μέση του θαλάμου, ήταν χτυπημένος στο πρόσωπο, στον ώμο, στα πλευρά. Αυτός δεν βλαστημούσε, αλλά ζητούσε κι άλλο ούζο.

-    «Ο παππούς την έπαθε από το ούζο…», είπε μελαγχολικά ο Δάσκαλος.

Όλοι τους ήταν ανήμποροι να σηκωθούν για τις ανάγκες τους. Έπρεπε να χτυπάνε τα κουδούνια για να τους φέρουν οι νοσοκόμοι την ‘πάπια’ για την ανάγκη τους. Αυτός ένιωθε πολύ άσχημα κι έκανε τρεις μέρες να ενεργηθεί.

-    «Δεν πειράζει…», γέλασε ο Δάσκαλος. «Εγώ έκανα μια βδομάδα. Κι ο Θάνος, τα έκανε κάνα δυο φορές στο κρεβάτι γιατί δεν έχει να δίνει πουρμπουάρ στους νοσοκόμους…», σοβαρεύτηκε. «Κανόνισε να μην την πάθεις!»

Μίλησε με την αδερφή του για το θέμα και συμφώνησαν με τον Δάσκαλο να δίνουν και για τον Σπύρο πουρμπουάρ.

-    «Οι άλλοι δύο, δεν είχαν ανάγκη, έχουν λεφτά…», ολοκλήρωσε ο Δάσκαλος.

Είπε και στην αδερφή του, πως δεν ήταν ανάγκη να έρχεται κάθε μέρα.

-    «Εμ, πως..; Θα έρχομαι μέχρι να συνέρθεις. Μετά από καμιά βδομάδα θα φύγω. Ξέρεις είναι και οι δουλειές…»

Ωστόσο, η ονειρική Μυρτώ, η νοσοκόμα, δεν ερχόταν. Κι αυτός, δεν μπορούσε να ξεχάσει τα μάτια της, ούτε μπορούσε να το χωνέψει, πως ήταν ψεύτικη. Όπως όμως τα περισσότερα πράγματα συμβαίνουν ξαφνικά στη ζωή των ανθρώπων, έτσι εμφανίστηκε πάλι η Μυρτώ. Αυτός την είδε κι ανατρίχιασε. Είχε περάσει μια εβδομάδα και ήταν σχεδόν σίγουρος πως την είχε ονειρευτεί.

-    «Είσαι αληθινή;», την ρώτησε.

-    «Τι θα είμαι καλέ; Αόρατη;»

Πρώτη φορά άκουγε την φωνή της. Του φάνηκε λίγο ξένη προς το παρουσιαστικό της. Κάθισε στο κρεβάτι του.. αναζήτησε τα χέρια του, Της τα έδωσε. Ένιωσε την ζεστασιά και την ανάσα της…

-    «Δεν μπόρεσα να έρθω αυτές τις μέρες, γιατί έλειπα. Είχα άδεια και ήμουν στην Κρήτη, στους γονείς…», του είπε.

-    «Δεν ήσουν υποχρεωμένη…», απάντησε.

-    «Δεν σου έλειψα;»

Χαμογέλασε.

-    «Πώς είναι το πόδι σου;»

-    «Μια χαρά!», γέλασε αστειευόμενος την κατάσταση του. «Πόσο χρονών είσαι;»

-    «Είκοσι δύο. Μόλις τελείωσα την σχολή. Αυτή ήταν η πρώτη μου άδεια. Εσύ;»

-    «Είκοσι τρία. Κι εγώ δεν έχω λίγο καιρό που απολύθηκα από φαντάρος…»

Και συνέχισαν να μιλάνε, να γνωρίζονται ενώ ο έρωτας τσουρούφλιζε τα μάτια και το μυαλό τους.

-    «Αχ, έρωτας!»,, έκανε ο Δάσκαλος όταν έφυγε. «Πότε πρόλαβες ρε θηρίο;»

-    «Την ξέρεις;», ρώτησε αυτός.

-    «Τη Μυρτούλα δεν ξέρουμε;», έκαναν και οι τέσσερις μαζί.

-    «Είναι το μπακλαβαδάκι της καθημερινότητας μας. Χαρούμενη κοπέλα, ξέγνοιαστη. Μας κάνει να ξεχνάμε για λίγο την κατάσταση μας…»

Όλες οι επόμενες μέρες κύλησαν έτσι. Η Μυρτώ πήγαινε κάθε μέρα. Ήταν ερωτευμένη μαζί του και το έδειχνε. Μια μέρα μάλιστα που καθόταν στο κρεβάτι του τρυφερά, μπήκε ο γιατρός και της έκανε παρατήρηση.

-    «Απαγορεύεται οι νοσοκόμες να κάθονται στο κρεβάτι του ασθενή!», της είπε αυστηρά.

Αυτή αναψοκοκκίνισε ελαφρά από ντροπή κι έφυγε χωρίς να πει λέξη. Στεναχωρήθηκε. Το κουβέντιασε με τον Δάσκαλο και συμφώνησαν πως ο γιατρός είχε δίκιο.

-    «Τι ξέρουν οι γιατροί από έρωτα…;», κούνησε το κεφάλι του ο παππούς. «Κάνε την δουλειά σου παιδί μου».

-    «Ναι, μωρέ. Μην τους ακούς!», συμπλήρωσε κι ο Μάνος.

-    «Θα ξανάρθει. Μη φοβάσαι, δεν την χάνεις. Είναι ερωτευμένη μαζί σου…», του ψιθύρισε ο Δάσκαλος. «Εσύ;»


-    «Τι εγώ; Α, εντάξει, μου αρέσει.. αλλά έτσι που είμαστε εδώ μέσα...»

-    «Θα περάσει ρε, μην κάνεις έτσι. Τι να πω εγώ;»

Τι να πει ο ένας, τι να πει ο άλλος, τι να πει αυτός που όλα του φαινόταν βουνό. Μόνο που σκεφτόταν ότι έπρεπε να μείνει με τους γύψους τρεις μήνες εκεί μέσα, τον έπιανε πυρετός. Αλλά τι άλλο μπορούσε να κάνει εκτός από υπομονή;

-    «Έτσι είναι η ζωή…», του είπε ο Δάσκαλος λίγο χαιρέκακα, λίγο ζηλιάρικα.

Ξαφνιάστηκε αλλά κατάλαβε για πρώτη φορά, πως η ζωή έχει όλες τις όψεις. Ο χρόνος κύλησε αργά. Βασανιστικά… με πάπιες, με ορούς, φάρμακα αλλά και κάποια γέλια, ανέκδοτα και λοιπά, για να μην τρελαθούμε, όπως έλεγε ο Δάσκαλος. Η Μυρτώ, πήγε μετά από δυο μέρες. Δεν καθόταν όμως στο κρεβάτι του πια. Στεκόταν από πάνω του ή καθόταν στην καρέκλα, τις ώρες που δεν είχε υπηρεσία.

-    «Αυτό επιτρέπεται…», αποφάνθηκε ο γιατρός.

Κι όταν επιτέλους έβγαλε το γύψο από το χέρι ελευθερώθηκε από το ένα βάσανο - του έφεραν πατερίτσες κι άρχισε κούτσα - κούτσα να σηκώνεται. Έβγαιναν στον διάδρομο με την Μυρτώ, μιλούσαν, κοιτάζονταν, ερωτεύτηκαν πιο πολύ. Κάποιο βράδυ την φίλησε. Στριμώχτηκαν σε μια γωνιά, κόλλησαν όσο μπορούσαν τα σώματα τους. Του σηκώθηκε. Είχε σχεδόν δυο μήνες να αγκαλιάσει γυναίκα και την ένιωσε να τρεμουλιάζει στην αγκαλιά του.

-    «Σ’ αγαπώ…», της είπε.

-    «Κι εγώ σ’ αγαπώ…», του απάντησε.

Πέρασαν κι άλλες μέρες. Κι άλλες τέτοιες βραδιές στα σκοτεινά. Κι ο χρόνος όσο πήγαινε, γινόταν πιο σκληρός, πιο αμείλικτος. «Θα γίνω καλά;», αναρωτιόταν συχνά και η ψυχολογική πίεση μεγάλωνε. Τον έκανε πιο ανήσυχο.

-    «Όλα θα πάνε περίφημα!» τον διαβεβαίωναν οι γιατροί. «Όπου να ‘ναι, θα πας στο σπίτι σου. Αλλά το πόδι σου έχει πάθει αγκύλωση. Χρειάζονται φυσιοθεραπείες».

Κάποτε, του αφαίρεσαν τον γύψο. Είδε το πόδι του αδύνατο, σχεδόν κοκαλιάρικο κσι μούδιασε η ψυχή του. Μόνο που δεν έκλαιγε. Δίπλα του η Μυρτώ, τον παρηγορούσε. Σιγά - σιγά, άρχισε ασκήσεις να το δυναμώσει μα το ‘νιωθε άκαμπτο, αλύγιστο σαν ξύλο. «Πώς θα ήμασταν χωρίς γόνατα…;», συλλογιζόταν. «Πώς θα ήμασταν χωρίς κλειδώσεις;». Πίστευε πως το πόδι του δεν θα κλείσει ποτέ. Κάτω από αυτή την άσχημη ψυχολογία, τον έστειλαν στην Βούλα στο Ασκληπιείο για φυσιοθεραπείες.

Στη Βούλα, έκανε μακρινούς περιπάτους. Πήγαινε μέχρι βόρεια, πάντα με τις πατερίτσες, κουβαλώντας κι έναν φραπέ. Καθόταν σ’ ένα κιόσκι, άναβε τσιγάρο και μερικές φορές έκλαιγε. Το πόδι του δεν έλεγε να ανοιγοκλείσει. Μια ελάχιστη, αμβλυγώνια κλίση είχε πάρει. Σε μια από αυτές τις περιπατήσεις του πήγε μαζί του και η Μυρτώ που δεν έλειπε καμιά μέρα από κοντά του. Κάθισαν στο παγκάκι, φιλήθηκαν, άρχισαν τα χάδια… Μισογυμνώθηκαν. Καλοκαίρι, καιρός ήταν. Η Μυρτώ τρεμούλιαζε από τα χάδια του στα μεγάλα βυζιά της. Είχε μεγάλα στητά βυζιά, νεανικά με τσιτωμένες ρώγες. Ο πούτσος του έγινε μπαστούνι καθώς η Μυρτώ τον έπιασε με τα δυο της χέρια και τον φιλούσε.

Βολεύτηκαν σε μια στάση για να μην πονέσει το πόδι του - δύσκολα ήταν αλλά τέτοιες ώρες ποιος σκεφτόταν τον πόνο; Γλίστρησε μέσα της καθώς εκείνη κάθισε από πάνω του κι άρχισε το μέσα - έξω αφού αυτός δυσκολευόταν στις κινήσεις. Είχε όμορφο μουνί! Βογκούσε… σιγανά… γύριζε το κεφάλι της και τον φιλούσε στα χείλη.. Ύστερα, τον έβγαλε από μέσα της κι όπως ήταν όρθιος, μεγάλος, τον πήρε στο στόμα της. Αυτός, δεν άντεξε άλλο κι έφτασε στον οργασμό. Το σπέρμα τινάχτηκε πάνω στο πρόσωπο της, στα μάτια στα χείλη, παντού. Αυτός, όπως πάντα ένιωσε μια μικρή αηδία, που πιάνει όλους τους άντρες μετά την εκσπερμάτωση. Του πέρασε όμως γρήγορα και με την βοήθειά της σουλουπώθηκε.

Όσες μέρες έμεινε στην Βούλα -σχεδόν ένα μήνα ακόμη από όταν του έκαναν την απαγκύλωση - πήγαιναν στο κιόσκι και πήδαγε την Μυρτώ. Το πόδι του, έγινε καλά, περπατούσε ήδη χωρίς πατερίτσες. Κούτσαινε λίγο βέβαια αλλά οι γιατροί του είπαν πως σε δύο βδομάδες θα ήταν τελείως καλά.

Με την Μυρτώ, συνέχισαν τον τρελό έρωτα τους για λίγο ακόμα. Ύστερα, αραίωσαν σιγά - σιγά τις συναντήσεις τους και χάθηκαν μυστηριωδώς. Στο τελευταίο τους τηλεφώνημα η Μυρτώ μιλούσε απογοητευμένα για τον επικείμενο χωρισμό τους.

-    «Εύχομαι να ξανασπάσεις το πόδι σου!», ήταν τα τελευταία της λόγια προτού κλείσει.

Τέλος

(Copyright protected OW ref: 12449)