Το Κατερινάκι κι ο γυναικάς

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Ένας αδιόρθωτος γυναικάς γνωρίζει μια γυναίκα στο σούπερ μάρκετ που ψώνιζε κι από τότε θα αλλάξει η ζωή του…

Η ιστορία:

Έχω βασίσει ολόκληρη τη ζωή μου πάνω στα αποτελέσματα της δουλειάς μου. Ουσιαστικά η ζωή μου είναι η δουλειά μου. Όταν τα πράγματα πάνε καλά εκεί είμαι κι εγώ γενικά καλά και βλέπω τα πάντα αισιόδοξα. Σε μεγάλες περιόδους ύφεσης η αυτοεκτίμηση μου αγγίζει το ναδίρ. Ως μόνη διέξοδο έχω τις βόλτες στα σούπερ μάρκετ και στα διάφορα καταστήματα. Περισσότερο χαζογυρίζω στους διαδρόμους παρά αγοράζω.

Έχω βέβαια μείνει και πολύ καιρό μόνος. Ο συνέταιρος μου λέει πως ευθύνεται η επιλογή σπιτιού. Ναι η αλήθεια είναι πως όσο καιρό έμενα στα 150 τετραγωνικά με τον αδερφό μου δεν είχα αφήσει τρύπα για τρύπα απήδηχτη. Έβλεπα ένα γλυκό πρόσωπο, ένα τσακίρικο βλέμμα και δεν υπήρχε περίπτωση να μην χωθώ. Έχω πηδήξει άσχημες με σώμα συλφίδας, πανέμορφες με σώμα φάλαινας, απλές, καθημερινές, σεξοβόμβες, μεγάλες και μικρές χωρίς διακρίσεις αρκεί να μου κάνανε κάποιο κλικ.

Όταν ο αδερφός μου με την κοπέλα του αποφάσισαν να προχωρήσουν στη ζωή τους προφανώς δεν χωρούσα κι εγώ ανάμεσα σαν το κολαούζο. Πήρα το μερίδιο μου και για λίγα χρόνια νοίκιαζα μεγάλα σπίτια και συχνά πυκνά με κάποια που μου γυάλιζε λίγο περισσότερο απ’ το σύνηθες, το ‘παιζα οικογενειάρχης έστω και για λίγο. Όμως εγώ δεν είμαι φτιαγμένος έτσι. Θέλω να πω, καλή η σίγουρη τρύπα κάθε μέρα στα πρώτα σκαλοπάτια που είσαι ερωτευμένος και μέσα στη γλύκα. Όταν όμως περάσει λίγο ο καιρός, δώσεις και κλειδί γίνεται ένας κύκλος, βλέπεις τον άλλο συνέχεια δεν προλαβαίνεις να νιώσεις έρωτα, αλλά από καυγάδες άλλο τίποτα, καυγάδες και απομυθοποίηση του ενός για τον άλλο. Παύεις να προσέχεις τις λεπτομέρειες, χάνεται το μυστήριο, το τι θα φορέσω, το πως θα πιάσω το κουτάλι, γίνονται όλα επίπεδα.

Ήταν ύστερα από μια τέτοια σχέση που αποφάσισα ότι τέρμα δεν είμαι γι’ αυτά. Άλλαξα σπίτι για να πάω σε κάτι καινούργιο, χάρισα από ‘δω κι από ‘κει τα περισσότερα βαριά έπιπλα που είχα αγοράσει στις αναλαμπές του οικογενειακού που μ’ έπιανε, πήγα σ’ ένα σπίτι 25 τετραγωνικών που δεν είχε καν μπαλκόνι αλλά τουλάχιστον ήταν καινούργιο, απάτητο από άλλους και κατά δικό μου και άλλαξα τελείως τρόπο.

Από τότε δεν έχω κάνει και πολλά πράγματα, κυρίως κανένα ξαναζεσταμένο φαγητό με διάφορες πρώην κι ένα δυο πήδους στα γρήγορα με μια γειτόνισσα που καταλαβαινόμαστε στο τι ψάχνουμε και στο τι δεν θέλουμε, δηλαδή δεσμεύσεις και κεράκια και φυσιολογικές ζωές. Δυο μήνες τώρα στο γραφείο δεν πήγαιναν πολύ καλά τα πράγματα. Ήταν άλλο ένα απόγευμα που έφυγα άκαρπος χωρίς να έχω καταφέρει κάτι. Στο μυαλό μου στροβιλίζονταν κουβέντες του συνεταίρου μου πως σκέφτεται να τα παρατήσει και να κάνει κάτι άλλο. Αυτός μπορεί να μπορούσε, εγώ όμως όχι. Τη λατρεύω τη δουλειά μου, την κάνω ακόμη και στον ύπνο μου. Η παροχή υπηρεσιών είναι ύπουλο πράγμα, νομίζεις πως έχεις ξεμπερδέψει κι ένα αναπάντητο τερτίπι που δεν έβρισκες λύση μπορεί να σου έρθει η απάντηση το βράδυ ξεκάρφωτα εκεί που έχεις αρχίσει το «πιάσε - πιάσε» με μια ωραία ύπαρξη, γιατί το μυαλό δεν σταματά ποτέ να επεξεργάζεται τις προκλήσεις.

Αφού ψώνισα τα λιγοστά πράγματα που θα μαγείρευα το βράδυ κατευθύνθηκα σε ένα απ’ τα ταμεία. Προτιμώ γενικά τα μεγάλα σούπερ μάρκετ, δεν θέλω ούτε να με θυμούνται οι υπάλληλοι, ούτε τις πολύ γνώριμες καταστάσεις, άλλωστε μ’ αρέσει να βλέπω συνεχώς άλλους ανθρώπους. Ασυναίσθητα πήγα σε κάποιο ταμείο που ήταν μια κοπέλα με κοντό αγορίστικο κούρεμα βαμμένα τα μαλλιά της κόκκινα. Όπως καθόταν, δεν φαίνονταν πολλά πράγματα από σώμα, πάντως ήταν λεπτή και κάτω απ’ την ποδιά που φορούσε ξεπετάγονταν κάτι στήθη μικρά και μυτερά. Τα μάτια της ήταν κατεβασμένα προς το ταμείο της, ωραία μάτια ανοιχτά καστανά και αεικίνητα.

Όταν χτύπησε και τα τελευταία πράγματα μου, άλλος πελάτης δεν υπήρχε στο ταμείο οπότε έπιασε να με βοηθήσει να βάλω τα πράγματα σε σακούλες. Ταυτόχρονα πιάσαμε την ίδια σακούλα κι αφηρημένος εγώ την τράβαγα απ’ τη μία κι εκείνη απ’ την άλλη. Σκίσαμε τη σακούλα στη μέση. Στιγμή σιωπής κι αμηχανίας... εγώ πρώτος χαμογέλασα κι εκείνη έσκασε στα γέλια. Όλα κι όλα, το γέλιο στις γυναίκες το προσέχω πολύ και εντός και εκτός κρεβατιού. Το γέλιο της μου άρεσε.. ήταν αβίαστο, ούτε πολύ δυνατό, ούτε πολύ βιαστικό, ήταν αληθινό.

Δε μπορούσα να κάνω κάτι άλλο, άλλωστε η κοπέλα ήταν στη δουλειά της. Άλλωστε κι εγώ στη φάση που ήμουν με τη δουλειά ακόμη κι η πιο ξεπεσμένη εγώ αισθανόμουν πως θα με έφτυνε. Γιατί όχι κι αυτή που ήταν μια χαρά κοπέλα. Πήγα στο πάρκινγκ του καταστήματος κι η αλήθεια είναι πως δεν μου έκανε καρδιά να φύγω. Μπορεί να ξαναπήγαινα στο σούπερ μάρκετ και να μην την πετύχαινα, να είχε άλλο ωράριο, ή να μην πήγαινα καν σύντομα. Χαζολογούσα κοιτώντας μπαμπάδες ν’ αγανακτούν με τις συζύγους τους βγαίνοντας απ’ το κατάστημα και μ’ ένα φτερό που έχω πάντα στην μπαγκαζιέρα -πρέπει να φαινόμουν ιδιαίτερα γελοίος- υποτίθεται πως ξεσκόνιζα το τεπόζιτο της μηχανής μου.

Ελπίζω πως δεν πέρασε πραγματικά πολλή ώρα γιατί αλλιώς θα με έπαιρνε για ανώμαλο να κάθομαι τόση ώρα στο πάρκινγκ, βγήκε. Φορούσε ένα ανθρακί πουλόβερ που τόνιζε τα μυτερά βυζάκια που ήδη είχα δει και κατά τ’ άλλα φορούσε ένα τζιν σωλήνα κι είχε πολύ αδύνατα πόδια και μέση δαχτυλίδι. Απ’ το πλάι πάντως που την κοίταζα όσο αδύνατη κι αν ήταν δεν φαινόταν κοκαλιάρα κι ο κώλος της ήταν πεταχτός. Απ’ αυτά τα κωλαράκια που τα βλέπεις και λες πως αν χώσεις πούτσα εκεί μέσα θα το σκίσεις στα δύο. Μικρό και πεταχτό, ένα κομψοτέχνημα... Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ή μιλάς ή βάζεις το κράνος και την κάνεις γρήγορα - γρήγορα πριν σε πάρουν χαμπάρι.

-    «Γεια χαρά...»

Με κοίταζε… Δεν είμαι σίγουρος αν δεν με γνώρισε ή έκανε πως δεν με γνώρισε. Σιωπή… έπρεπε κάτι να πω. Σε κάποιες περιπτώσεις αν έχεις εξαντλήσει ή νομίζεις πως έχεις εξαντλήσει όλα τα πιθανά σενάρια το καλύτερο είναι να είσαι όσο πιο απλός γίνεται.

-    «Είμαι εγώ... ο ηλίθιος... με τη σακούλα από πριν στο ταμείο…»

Χαμογέλασε ευγενικά και περίμενε να συνεχίσω. Όχου… υποψία ειρωνείας ήταν αυτό ή έτσι μου φάνηκε; Το έμβολο που χαμήλωνε ολοένα την αυτοεκτίμηση μου βάραγε υπερωρίες... «Είπαμε φιλαράκο, να είσαι απλός…», είπα στον εαυτό μου.

-    «Πριν με το σκηνικό που έγινε με τη σακούλα γέλασες. Και το γέλιο σου με αιχμαλώτισε...»

«Τι μαλακίες λέω;», σκέφτηκα κι έμεινα εκεί άλαλος. Μου είχαν τελειώσει οι ατάκες, τις άφησα στο γραφείο μαζί με το χαρτοφύλακα και το σακάκι μου...

-    «Θες να πιούμε έναν καφέ;»

Δεν μίλησε.. Μάλλον το φαντάστηκα. Αλλά όντως μίλησε κι άκουσα καλά. Έγνεψα και έδειξα προς τη μηχανή μου. Δεν με άφησε βέβαια να πάμε μακριά μέχρι απέναντι στις καφετέριες. Κατερίνα το όνομα της, άνεργη ξεναγός της αρέσανε πολύ τα ηλεκτρονικά παιχνίδια κι οι ταινίες του Κουστουρίτσα. Δεν είχαμε και πολλά κοινά απ’ ότι φαινόταν , αλλά δεν πήγαινα για γάμο, οπότε ποιος νοιαζόταν... Φεύγοντας μου ζήτησε κάτι περίεργο. Να οδηγήσει τη μηχανή μου. Μπορώ να πω κέρδισε πολλά στην εκτίμηση μου. Μόνο μια κοπέλα είχα στο παρελθόν που οδηγούσε μηχανή από πεποίθηση, για την ακρίβεια εκείνη με κόλλησε το μικρόβιο.

-    «Λοιπόν… μπορώ;»

-    «Εξαρτάται...», μουρμούρισα χαμογελώντας.

-    «Από τι;», ρώτησε γρήγορα κοιτώντας με βαθιά στα μάτια με σταθερό βλέμμα και παιχνιδιάρικο τόνο.

-    «Θα έρθεις σπίτι μου;»

-    «Δε σε ξέρω...», έγινε επιφυλακτική.

-    «Μη φοβάσαι...», φρόντισα να είναι σταθερή η φωνή μου και της χαμογέλασα.

Νομίζω καλύτερα να είμαι ειλικρινής. Μου άρεσε η κουβέντα μας, που μίλησα με κάποιον φιλικά χωρίς ουσιαστικό βάθος, αλλά αυτό το έκανα και με τον κολλητό μου. Την κοίταγα κι ένιωθα τσιμπιές στα αρχίδια μου. Αυτό ήθελα και ήμουν ξεκάθαρος. Μετά από ολιγόλεπτη σιωπή σα να με μέτραγε...

-    «Πάμε να δω αν μπορώ να καβαλήσω αυτό το θηρίο και θα δούμε...», είπε με αινιγματικό ύφος.

Οδηγούσε καλά, σχεδόν γρήγορα αν και πάταγε λίγο περισσότερο το μπροστινό απ’ ότι έπρεπε. Την κρατούσα χαλαρά απ’ τη μέση με τα χέρια μου σε κάθε φρενάρισμα ν’ ανεβαίνουν και λίγο παραπάνω. Στο τελευταίο φρενάρισμα τα χέρια μου ήταν λίγα εκατοστά κάτω απ’ τα στήθη της. Κι όμως, μπήκαμε στο σπίτι μου μαζί. Με το που έκλεισα την πόρτα δεν την άφησα να πάρει ανάσα, ή να το ξανασκεφτεί. Της χάιδεψα ανάλαφρα τον ποπό… γύρισε και με κοίταξε. Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω απ’ τη μέση μου. Χάιδεψα το κεφάλι της… μεταξένια μαλλιά. Τη φίλησα στο δεξί μάγουλο, στ’ αφτί και κατέβηκα στο λαιμό της...

Σύντομα μάλαζα τα στήθη της. Το πουλόβερ έφυγε στο άψε - σβήσε. Το στήθος της άνοιγε από μπροστά, -ο μαλάκας έψαχνα το άνοιγμα από πίσω- γέλασε με κοίταξε, με φίλησε κι η γλώσσα της μπήκε στο στόμα μου χωρίς δισταγμό... Έβγαλε το σουτιέν της και πήρα τα στήθη στο στόμα μου. Ήταν τέλεια και μύριζαν υπέροχα! Το δέρμα της ήταν τόσο απαλό κι οι ρώγες της τεράστιες για τόσο μικρά στήθη. Τις δάγκωνα πότε τη μία και πότε την άλλη.
Έλυσα τη ζώνη της, άνοιξα το κουμπί και κατέβασα το φερμουάρ και το παντελόνι με το βρακάκι της ως τα γόνατα…

Με τα πόδια της μοσόκλειστα ήταν ψιλοδύσκολο μα η γλώσσα μου βρήκε τη σχισμούλα της και τα δάχτυλα μου την κλειτορίδα της. Ωραία γεύση.. σχεδόν σα μαστίχα κι εκεί οι τριχούλες φροντισμένες αλλά όχι ξυρισμένες και τόσο, μα τόσο απαλές! Αναστέναζε.. τα χέρια της μου χάιδευαν τα μαλλιά. Την ξάπλωσα στο κρεβάτι μου, την έγδυσα τελείως και με την ησυχία μου πήρα την κλειτορίδα της στο στόμα μου. Βόγκαγε δυνατά. Σήκωσα τα πόδια της στους ώμους μου κι έχωσα τη γλώσσα μου τόσο βαθιά στο μουνί της που μούδιασε. Γελούσε.. ένιωθα σπασμούς κι εκείνη να με τραβάει μέσα στο μουνί της και να γελάει όπως πριν.. αβίαστα, ειλικρινά. Έκατσα δίπλα της… βαριανάσαινε…

-    «Είχα δίκιο που σου είπα να έρθεις;»

Δεν μίλησε… με καβάλησε ενώ ήμουν ακόμη ντυμένος. Με φιλούσε στο λαιμό, με έγδυσε πολύ αργά και κάθε μέρος του σώματος μου απ’ όπου έβγαζε τα ρούχα το φιλούσε. Το λαιμό μου, το στήθος μου, τις μασχάλες μου, τον αφαλό μου. Πήρε τον πούτσο μου στο στόμα της… Δεν τον έβαλε μέσα αλλά τον έγλειφε συνέχεια πάνω - κάτω και τα χέρια της σφίγγανε τα παπάρια μου. Ένιωθα να πίνει τα προσπερματικά μου. Αν δε σταμάταγε θα έχυνα.

Την έσπρωξα. Κατάλαβε και με καβάλησε. Τα χέρια της τυλίχτηκαν στο λαιμό μου τεντωμένα ώστε να κάθεται πάνω στην πούτσα μου με το μουνί ανασηκωμένο και το κωλαράκι της τουρλωμένο. Έκανε λαβή στο λαιμό μου, μια πολύ ευχάριστη πίεση μου προκαλούσε κι ανεβοκατέβαινε γρήγορα και σχεδόν έφτανε μέχρι τη βάση και μετά πάλι έξω. Πότε καταφέραμε σε όλη αυτή τη δίνη της καύλας, με πολύ μαστοριά οφείλω να πω, να μου φορέσει το σκουφάκι, δεν ξέρω.

Εγώ ανάσαινα σαν ατμόπλοιο απ’ την καύλα μου και τη μυρωδιά της που με καύλωνε. Δεν σταμάταγε κι αύξανε συνέχει τα ρυθμό όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο απότομα, με το που έβγαινε έπεφτε πάλι με όλο το βάρος της και με το που καθόταν στη βάση τριβόταν λίγο πριν ανασηκωθεί. Σ’ ένα τέτοιο τρίψιμο, χωρίς καμιά προειδοποίηση, με ένα πολύ βαθύ αναστεναγμό, άρχισα να χύνω με πολύ ένταση. Το κατάλαβε… Με κοίταξε και χαμογέλασε. Αντί να ηρεμήσει κουνιόταν πιο βαθιά, πιο γρήγορα, πιο βιαστικά. Τελείωνα… Όταν έγειρε τελείως μπροστά και με φίλησε τη στιγμή που ένιωθα ο κόλπος της ν’ ανοιγοκλείνει σφίγγοντας και ξεσφίγγοντας με...

Δε φάγαμε τίποτα, δεν ήπιαμε τίποτα, κοιμηθήκαμε ως το πρωί αγκαλιά. Ούτε δυο λέξεις δεν ανταλλάξαμε. Την πήγα στο σούπερ μάρκετ, έφτασα στο γραφείο και πολύ απλά με διαύγεια έκανα τη δουλειά μου σωστά και με τα αποτελέσματα που πάντα θέλω να έχω. Το Κατερινάκι είναι το γούρι μου. Ήμαστε φίλοι αλλά όχι μόνο… πηδιόμαστε συνέχεια. Δεν έχουμε καθορίσει τι έχουμε και τι δεν έχουμε κι αυτό μ’ αρέσει. Αυτό που δεν μ’ αρέσει είναι πως τελευταία της κολλάει ένας αποθηκάριος απ’ τη δουλειά της κι εγώ ζηλεύω. Δεν της το παραδέχομαι. Δεν πρόκειται να το κάνω αλλά με ανησυχεί η αντίδραση μου...

(Copyright protected OW ref: 12422)