Μαύρος καβαλάρης

1 1 1 1 1 1 1 1 1 1 Rating 0.00 (0 Votes)
Υπόθεση: Η Ρούλα ζήλεψε την εμπειρία της φίλης της με μαύρο και άρχισε να σκέφτεται πως θα βρει τρόπο να το ζήσει κι αυτή. Η ευκαιρία δεν άργησε να έρθει και η εμπειρία για τη Ρούλα ήταν απίστευτη!

Η ιστορία:

Με λένε Ρούλα, είμαι 32 ετών, παντρεμένη, γύρω στο 1.60 με μακριά μαύρα μαλλιά και κορμάκι που θα καύλωνε κάθε άντρας, και η ιστορία που θα σας διηγηθώ άλλαξε την σεξουαλική μου ζωή.

Όλα ξεκίνησαν ένα πρωινό που είχαμε πάει για καφέ με την κολλητή μου. Εκεί αρχίσαμε να μιλάμε για τις σεξουαλικές μας περιπέτειες, που για να πω την αλήθεια κάποιες από αυτές ήταν κοινές. Τότε μου ανέφερε πως το προηγούμενο Σαββατοκύριακο έζησε το καλύτερο γαμήσι της ζωής της. Μου εξιστόρησε όλες τις γαργαλιστικές λεπτομέρειες εκείνου του διημέρου, αλλά το καλύτερο το άφησε για το τέλος. Ο γαμιάς της ήταν ένας μαύρος και το καυλί του ήταν το μεγαλύτερο που είχε δει ποτέ της.

Από εκείνη την ημέρα αυτή η περιπέτεια της κολλητής μου τριγυρνούσε στο μυαλό μου. Το τεράστιο μαύρο καυλί που την ξέσκιζε ήταν η εμμονή μου. Ώσπου ένα πρωινό που είχαμε κανονίσει να πάμε βόλτα στην Ερμού με την κολλητή μου, έγινα αυτό που ποθούσα. Να με γαμήσει μια μαύρη πούτσα. Η φίλη μου είχε αργήσει λίγο και κάθισα σε μια καφετέρια να πιω έναν εσπρέσο. Καθώς έπινα τον καφέ μου, σκεφτόμουν συνέχεια την εμπειρία της φίλης μου. Εκείνη τη στιγμή ήρθε η κολλητή μου. Καθώς χαζολογούσαμε της είπα τον καημό μου.

-    «Φιλενάδα, από τότε που είπες ότι πήρες μαύρο δεν μπορώ να ησυχάσω. Συνέχεια σκέφτομαι πως είναι να πηδιέσαι με μαύρη πούτσα…», της είπα αναστενάζοντας και συνέχισα: «Τυχερή εσύ. Δεν έχεις παντρευτεί και κάνεις ότι γουστάρεις».

Η φίλη γέλασε και μου απάντησε:

-    «Και παντρεμένη να ήμουν εγώ αν ήθελε να πηδήξω κάποιον θα τον πήδαγα, φιλενάδα. Το θέμα είναι να μην το πάρει χαμπάρι ο κερατάς».

Ξεσπάσαμε και οι δύο σε γέλια.

-    «Μα καλά, με δουλεύεις; Εδώ ο άντρας μου χωρίς να τον έχω απατήσει και συνέχεια μου πετάει υπονοούμενα για να μην τον κερατώσω…», της απάντησα παραπονεμένα.

-    «Εγώ φταίω που στο σχολείο σε φωνάζαμε Ρουλάκι το ξεκωλάκι…», μου είπε η κολλητή μου και συνέχισε: «Ήθελα να ‘ξερα ποιος του είπε του δικού σου τι πουτανάκια είμαστε…», κλείνοντάς μου το μάτι.

-    «Ήμασταν...», την διέκοψα.

-    «Καλά ότι πεις. Εγώ σου το ξαναλέω: το θέμα είναι να μην το μάθει ο κερατάς. Εγώ στη θέση σου πάντως δεν θα άφηνα τον εαυτό μου να έχει απωθημένα. Θέλω μαύρο καυλί, θα το φάω. Και παντρεμένη να ήμουν, μην σου πω ότι θα έκανα χειρότερα. Στο ξαναλέω: το θέμα είναι να προσέχεις για να μην το πάρει χαμπάρι ο κερατάς…», μου είπε και συνέχισε: «Μην έχεις τέτοια απωθημένα Ρούλα. Τάιζε το μουνάκι σου με ότι θέλει η ψυχή σου!»

Τα λόγια της με προβλημάτισαν.

-    «Φιλενάδα με έχεις πείσει σχεδόν…», της είπα.

Με το που τελείωσα τα λόγια μου, ήρθε στο τραπέζι ένας μαύρος οικονομικός μετανάστης που πουλούσε αφρικανικά ξυλόγλυπτα και προσπαθούσε με σπαστά ελληνικά να μας πουλήσει ένα αλογάκι.

-    «Πάρτε κυρίες αυτό αλογάκι…», μας έλεγε.

Τότε είδα την κολλητή μου να μου κλείνει πονηρά το μάτι, δείχνοντάς μου τον μαύρο. Γύρισα και τον παρατήρησα.. ήταν γύρω στο 1.90 και το πουκάμισο που φορούσε κολάκευε το καλογυμνασμένο κορμί του.

-    “Would you like to fuck me?”, ρώτησα στα αγγλικά τον μαύρο.

-    «Πάνω του φιλενάδα!», μου είπε η κολλητή μου, πριν προλάβει ο καημένος να αρθρώσει λέξη.

-    “I want you to fuck me…”, και συνέχισα καθώς ο μαύρος στεκόταν άναυδος: «Φιλενάδα, δώσε μου τα κλειδιά του σπιτιού σου…»

Σηκώθηκα, πήρα τα κλειδιά από την κολλητή μου και απευθύνθηκα ξανά στον μαύρο:

-    “Are going to fuck me or not?”, τον ρώτησα.

-    “Yes!”, μου απάντησε.

Τότε κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητό μου ενώ ο μαύρος με ακολουθούσε. Έβαλε την πραμάτια του στα πίσω καθίσματα του αυτοκινήτου και έκατσε δίπλα μου. Άρχισα να οδηγώ με κατεύθυνση προς το σπίτι της κολλητής μου τον ρώτησα:

-    «Ξέρεις ελληνικά;»

Και εκείνος μου απάντησε:

-    «Καταλαβαίνει και μιλάει ελληνικά. Εγκώ χρόνια πολλά Ελλάδα…»

Ευτυχώς δεν είχε πολύ κίνηση στο δρόμο και φτάσαμε νωρίς στο διαμέρισμα της κολλητής μου. Καθώς μπαίναμε στο υπόγειο πάρκινγκ της πολυκατοικίας τον ρώτησα:

-    «Έχεις να γαμήσεις καιρό;»

-    «Εγκώ πήγκα πουτάνα πριν μήνα…», μου απάντησε.

Καθώς πάρκαρα το αμάξι σκεφτόμουν ότι είχα στη διάθεσή μου ένα μαύρο πούτσο που δεν είχε δει μουνί για σχεδόν ένα μήνα. Μπήκαμε στο διαμέρισμα της φίλης μου και τον οδήγησα στην κρεβατοκάμαρα και άρχισα να γδύνομαι. Ο μαυρούκος με κοιτούσε με τα μάτια γουρλωμένα μην πιστεύοντας στη τύχη του. Δεν άργησα να μείνω με τα εσώρουχα, ενώ εκείνος την ίδια στιγμή άρχισε να γδύνεται. Ήταν ολόγυμνος μπροστά μου και δεν πίστευα στα μάτια μου. Το καυλί του ήταν περίπου είκοσι εκατοστά.

Γονάτισα μπροστά του και το πήρα στα δυο μου χέρια και άρχισα να το μαλάζω. Πήρα το πουτσοκέφαλο στο στόμα μου και άρχισα να γεύομαι την μαύρη σάρκα. Τσιμπούκωνα για πρώτη φορά στην ζωή μου μαύρο πούτσο και προσπαθούσα να πάρω στο στόμα όσο περισσότερο μπορούσα. Ο μαύρος ήταν έτοιμος να χύσει, κάτι φυσικό για κάποιον που είχε να πάει με γυναίκα ένα μήνα. Μαλάκιζα το καυλί του με τα δυο μου χέρια και σε λίγο τα πρώτα χύσια εκτοξεύτηκαν στο προσωπάκι μου.

-    «Χύνειιιιιιιιιιι!!!», άρχισε να φωνάζει ο πουτσαράς μου, μαζί με διάφορες άλλες λέξεις που δεν καταλάβαινα, προφανώς στη μητρική του γλώσσα.

Η ποσότητα του σπέρματος ήταν τεράστια και κάλυψε το μουτράκι μου. Άρχισα με τα δάχτυλά μου να γεύομαι τα χύσια που ήταν στο πρόσωπό μου. Στη συνέχεια πήρα το καυλί του στο στόμα μου και άρχισα να ρουφάω τις τελευταίες σταγόνες σπέρματος από το πουτσοκέφαλό του. Συνέχισα να τον τσιμπουκώνω και το καυλί του ήταν πέτρα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και άνοιξα τα μπουτάκιά μου διάπλατα.

-    «Γάμα με!», είπα γεμάτη ανυπομονησία.

Αμέσως υπάκουσε και άρχισε να μου χώνει την πούτσα στο μουνί μου.

-    «Ξέσκισέ με, αράπη!», του φώναξα.

Τότε με κάρφωσε με όλη του τη δύναμη και μια κραυγή ηδονής και πόνου κυριάρχησε στο δωμάτιο…


-    «Ααααααααααααααχχχ! Με ξέσκισες την πουτάνα!»

Ο πουτσαράς μου άρχισε να με ξεσκίζει με όλη του τη δύναμη. Τέτοια αίσθηση δεν είχα ξανανιώσει ποτέ στη ζωή μου. Ήμουν πραγματικά γεμάτη και ο τύπος με έσκιζε στα δύο. Οι οργασμοί έρχονταν ο ένας μετά τον άλλο και ο αράπης συνέχισε να με καρφώνει ανελέητα και φώναζε:

-    «Ξεσκίζει πουτάνα!»

Εγώ συνεχώς σπαρτάραγα από την ηδονή. Ο τύπος ήταν έτοιμος να χύσει και ίσα που κατάφερα να ψελλίσω:

-    «Θέλω να πιω τα χύσια σου….»

Αμέσως ο μαυρούλης τραβήχτηκε και μου έβαλε το καυλί του μπρος στο στόμα μου. Χωρίς να χάσω καιρό το πήρα στο στόμα και άρχισα να τον τσιμπουκώνω. Δεν άργησε να αδειάσει τα αρχίδια του στο στόμα μου.

-    «Χύνει καργκιόλα, χύνει! Ααααααααααααχχχ...», φώναζε ο γαμιάς μου κι εγώ έπινα με λαχτάρα τα ψωλόχυμα του.

Αφού ρούφηξα και την τελευταία σταγόνα από το πουτσοκέφαλο του, ο πουτσαράς ξάπλωσε δίπλα μου. Εγώ προσπαθούσα να βρω την αναπνοή μου και ταυτόχρονα θαύμαζα το μαύρο καλογυμνασμένο κορμί που ήταν ξαπλωμένο δίπλα μου. Είχα ευχαριστηθεί γαμήσι και μάλιστα όπως μου άρεσε, μπες - βγες με μια μεγάλη πούτσα να γεμίζει το μουνάκι μου.

Μετά από λίγο σηκώθηκα και πήγα στο μπάνιο να κάνω ένα ντουζάκι. «Επιτέλους!» έλεγα από μέσα μου, «Αυτό θα πει γαμήσι! Πόσο δίκιο είχε η φιλενάδα μου…», σκεφτόμουν. «Βρε μαύρος και πάλι μαύρος!». Με αυτή τη σκέψη βγήκα από το μπάνιο και πήγα στον αράπη που ήταν ξαπλωμένος. Καθώς μπήκα στην κρεβατοκάμαρα παρατήρησα την λιπαντική αλοιφή που είχε η φίλη μου στο κομοδίνο της. Αμέσως σκέφτηκα ότι πρέπει να γευτεί και η κωλοτρυπίδα μου μαύρο καυλί. Ξάπλωσα δίπλα του και του είπα:

-    «Πουτσαρά μου τώρα θα γαμήσεις το κωλαράκι μου…»

Με το που τελείωσα την φράση μου ένα χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπο του μαύρου επιβήτορά μου. Του έδωσα το βαζάκι με την λιπαντική αλοιφή κι αυτός άρχισε να αλείφει την σούφρα μου. Αφού έβαλε μια τεράστια ποσότητα, πήρα την πούτσα την στο στόμα μου και δεν άργησε να γίνει πέτρα. Τότε άρχισα να την φτύνω. Αφού την είχα σαλιώσει καλά, στάθηκα στα τέσσερα και άρχισε να τουρλώνω το κωλαράκι μου. Να πω την αλήθεια φοβήθηκα μήπως δεν καταφέρω να τον πάρω από τον κώλο αλλά ο μαυρούκος έχωνε σιγά - σιγά το καυλί του στην κωλοτρυπίδα μου.

-    «Αααχχχχ… Πονάω…», του έλεγα συνέχεια καθώς έβαζε λίγο - λίγο το παλούκι του στη σούφρα μου.

Ξαφνικά με μια απότομη κίνηση έχωσε όλο το καυλί του μέσα την κωλοτρυπίδα μου. Μια μακρόσυρτη κραυγή πόνου βγήκε από το στόμα μου:

-    «Αααααααααααααααααααααααααααααχχχχχχχχχχ! Παλιαράπη!», φώναξα.

Το πουτσοκέφαλό του είχε φτάσει στον πάτο μου. Είχα ξαναγαμηθεί πολλές φορές από τον κώλο αλλά αυτό ήταν το κάτι άλλο. Άρχισα να δαγκώνω το μαξιλάρι της φίλης μου από τον πόνο και τα μουγκρητά μου που κάλυπταν το δωμάτιο, ενώ ο επιβήτορας φώναζε:

-    «Γκαμάει κώλο πουτάνας, γκαμάει κώλο!», και με ξεκώλιαζε με σταθερό ρυθμό.

Η σούφρα μου μετά από λίγο άρχιζε να συνηθίζει το καυλί μέσα της, αλλά εκείνη τη στιγμή ο μαυρούκος άρχιζε να φωνάζει:

-    «Χύνειιιιιιιιιιιιι!!! Ωωωωωωωωωωωωωωωωχχχ!!!», και άρχιζε να γεμίζει την σούφρα μου με τα πηκτάδια του.

Αφού άδειασε μέσα μου ξάπλωσε πάνω μου και μύριζε τα μαλλιά μου, ενώ η πούτσα του ήταν ακόμα μέσα στην κωλοτρυπίδα μου. Καθώς ήμασταν έτσι ξαπλωμένοι ξαφνικά χτύπησε το κινητό του. Είπε κάτι στην μητρική του γλώσσα και αφού έκλεισε το τηλέφωνο μου είπε:

-    Πρέπει φύγκει γκια ντουλειά…»

Άρχισε να ντύνεται και καθώς ετοιμαζόταν να φύγει εκείνη τη στιγμή ήρθε η φίλη μου. Δεν μπορούσα να ακούσω τι λέγανε, παρά μόνο τα χαχανητά της κολλητής μου. Εγώ καθόμουν ξαπλωμένη και ένιωθα την σούφρα μου διάπλατα ανοιχτή και ταυτόχρονα πόναγα από το ξεκώλιασμα του μαύρου. Σε λίγο άκουσα την πόρτα της εισόδου να κλείνει και μετά ήρθε η κολλητή μου και κάθισε δίπλα μου.

-    «Λοιπόν φιλενάδα, για πες μου εντυπώσεις…», μου είπε χαμογελώντας.

-    «Αράπης και πάλι αράπης!», της είπα με τον κώλο μου να πονάει ακόμα.

Τότε αυτή μου έδειξε ένα κομμάτι χαρτί που έγραφε ένα κινητό τηλέφωνο.

-    «Τι είναι αυτό;», την ρώτησα.

-    «Το τηλέφωνο του γαμιά σου…», μου είπε και συνέχισε: «Κανόνισα να συναντηθούμε εδώ το Σάββατο το πρωί…»

Χαμογέλασα και της απάντησα:

-    «Να δω ποια θα τον πρωτοπάρει.”

-    «Δεν κατάλαβες… Κανόνισα να φέρει και πέντε - έξι φίλους του…», μου είπε ενώ χάιδευε τα μαλλιά μου.

-    «Μαύροι όλοι;», την ρώτησα.

-    «Εννοείται!», μου απάντησε και έσκυψε και ανταλλάξαμε ένα γλωσσόφιλο.

Αφού ένιωσα κάπως καλύτερα, έκανα ένα ντουζάκι, ντύθηκα και έφυγα για να πάω στο σπίτι μου. Στο δρόμο που οδηγούσα σκεφτόμουν την παρτούζα που κανόνισε η φίλη μου για το Σάββατο και τι δικαιολογία θα έλεγα στον άντρα μου. Τις σκέψεις μου διέκοπτε η ξεσκισμένη και πονεμένη σούφρα μου.

Τελικά το Σάββατο δεν άργησε να έρθει και η αναμονή μου για την παρτούζα άξιζε πέρα για πέρα. Αλλά αυτή η παρτούζα είναι μια άλλη μεγάλη ιστορία…

(Copyright protected OW ref: 12332)